26.7 C
Athens
Σάββατο, 13 Αυγούστου, 2022
ΑρχικήΙστορίαΜονή Αμαλφινών: Μία εγκατάσταση Ιταλών Βενεδικτίνων μοναχών στο Άγιο Όρος

Μονή Αμαλφινών: Μία εγκατάσταση Ιταλών Βενεδικτίνων μοναχών στο Άγιο Όρος


Του Θανάση Κουκόπουλου,

Το Άγιο Όρος, μία πνευματική και πολιτιστική κιβωτός της Ορθοδοξίας, δεν σταματά να συναρπάζει με τους αστείρευτους θησαυρούς και τις εκπλήξεις του. Ένας από αυτούς βρίσκεται κοντά στις νοτιοανατολικές ακτές της χερσονήσου, περίπου στο μέσο της διαδρομής μεταξύ των μονών Μεγίστης Λαύρας και Καρακάλλου, πίσω από τον όρμο της Μορφονούς. Σήμερα στέκεται αγέρωχος μόνο ο ομώνυμος πύργος, σιωπηλός μάρτυρας μίας πάλαι ποτέ ακμάζουσας μονής Ιταλών Βενεδικτίνων, η οποία έμεινε γνωστή στην Ιστορία ως «μονή των Αμαλφινών ή Αμαλφιτανών». Εκ πρώτης όψεως, ενδεχομένως το μυαλό του αναγνώστη να πηγαίνει κατευθείαν στον ρωμαιοκαθολικό μοναχισμό. Ωστόσο, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Βρισκόμαστε στο β΄ μισό του 10ου αι. Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης ιδρύει τη Μονή Μεγίστης Λαύρας με τη συνδρομή του φίλου του, αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά (βασιλεία: 963-969), και μαζί με αυτήν εγκαθιδρύει τον κοινοβιακό μοναχισμό στο Περιβόλι της Παναγίας. Ακολουθεί η ίδρυση των άλλων αρχαιότερων μοναστηριών, Ιβήρων και Βατοπαιδίου. Σε αυτά, όμως, συμπεριλαμβάνεται και μία εγκατάσταση μοναχών προερχόμενων από την Κάτω Ιταλία. Αυτοί ακολουθούσαν τον κανόνα που είχε θεσπίσει ο Όσιος Βενέδικτος της Νουρσίας (480-547). Η πεμπτουσία του κανόνα αυτού συνοψίζεται στο σύνθημα “Ora et Labora” (=Προσεύχου και εργάζου). Πρόκειται, επομένως, για μία αρχέγονη μοναστική παράδοση του Χριστιανισμού της Δύσης, η οποία δεν διέφερε ουσιωδώς από αυτήν της Ανατολής.

Cosmas Damian Asam, «Το όραμα του Αγίου Βενεδίκτου», 1735, λάδι σε καμβά, μοναστηριακός ναός Αγίων Γεωργίου και Μαρτίνου, Weltenburg, Βαυαρία. Σε αναγεννησιακά έργα τέχνης οι Βενεδικτίνοι μοναχοί εικονίζονται με λευκά ράσα. Εδώ ο ιδρυτής του τάγματος φοράει μαύρα, όπως συμβαίνει σήμερα (καθιερώθηκαν μόλις τον 16ο αι.). Πηγή εικόνας: Olson, Roberta & Pasachoff, Jay (2007), “St. Benedict Sees the Light: Asam’s Solar Eclipses as Metaphor”, Religion and Arts 11, σελ. 318

Επικεφαλής αυτής της ομάδας ήταν ο Λέων, αδελφός ενός δούκα του Benevento με το όνομα Πανδόλφος (Pandulf), μάλλον του Β΄ (ηγεμονία: 981-1014). Εκείνη την εποχή το δουκάτο του Benevento προσπαθούσε να ορθοποδήσει, καθώς μόλις είχε επανιδρυθεί, έπειτα από τη διάσπαση μίας λογγοβαρδικής ηγεμονίας, ενώ οι σχέσεις του με τη Γερμανική Αυτοκρατορία, η οποία εποφθαλμιούσε τα εδάφη της Νότιας Ιταλίας, ήταν τεταμένες. Έτσι, στράφηκε στο Βυζάντιο. Ένα μοναστήρι Ιταλών μοναχών, πέρα από τους πνευματικούς σκοπούς του, θα μπορούσε, ταυτόχρονα, να αποτελεί και δίαυλο πολιτικής επικοινωνίας μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Αλλά και από θρησκευτικής άποψης, θα ήταν ένα προπύργιο του παπικού θρόνου, δεδομένου ότι η μονή υπαγόταν σε αυτόν πνευματικά (στην πράξη, ωστόσο, ήταν υποκείμενη στον Βυζαντινό αυτοκράτορα). Σύμφωνα με τη λαυρεωτική παράδοση, αρχικά, οι ξένοι μοναχοί φιλοξενούνταν από τον Άγιο Αθανάσιο, ενώ η ιβηριτική αναφέρει πως αυτό έγινε στο ομώνυμο μοναστήρι.

Η ίδρυση του μοναστηριού, αν και ταλαιπωρούσε για πολύ καιρό την έρευνα, μάλλον θα πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ 985-990. Αυτό συμβαίνει για τους εξής λόγους˙ αφενός, το 991 απαντάται η πρώτη υπογραφή Λατίνου ηγουμένου σε αθωνιτικό έγγραφο (επομένως, πρόκειται για terminus ante quem), ενώ το 985 σε έγγραφο της Μονής Ιβήρων απαντώνται οι υπογραφές δύο Λατίνων μοναχών, ο ένας εκ των οποίων υπογράφει ως εξής: “Ego Johannes monachos ton Apothikon testis sum”. Σε ένα άλλο έγγραφο, που συντάχθηκε τον Δεκέμβριο του 984, υπογράφουν οι ίδιοι μοναχοί, αλλά χωρίς τις λέξεις «ton Apothikon». Ας αναφερθεί, στο σημείο αυτό, ότι η αρχική ονομασία του μοναστηριού ήταν «μονή των Αποθηκών». Όλα τα έγγραφά της συντάσσονταν στα λατινικά με μία μόνο εξαίρεση, οπότε οι μοναχοί έκαναν χρήση της διαλέκτου της περιοχής του Benevento. Αυτονόητο είναι ότι ακολουθούσαν το λατινικό λειτουργικό τυπικό, σε αντίθεση με τις άλλες ιταλικές μονές του Αγίου Όρους, του Σικελού και του Καλαβρού. Το κοινόβιο ήταν αφιερωμένο στην Παναγία.

Δεν είναι ιστορικά εξακριβωμένο πώς κατέληξε το ιταλικό μοναστήρι να μετονομαστεί σε «μονή Αμαλφινών/Αμαλφιτανών». Πάντως, η πρωιμότερη μαρτυρία για αυτή την αλλαγή εντοπίζεται σε έγγραφο του 1010. Προφανώς, προϋποτίθεται η κυριαρχία μοναχών από το δουκάτο του Amalfi. Ίσως και αρκετοί μαθητές του κτήτορα Λέοντα να κατάγονταν από την περιοχή. Η ομώνυμη πόλη έφτασε στο ζενίθ της κατά τον 11ο αι., με τους κατοίκους της να ασχολούνται κατά κόρον με το εμπόριο και τη ναυτιλία. Οι σχέσεις με το Βυζάντιο ήταν αγαστές. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως παροικία και μοναστήρι Αμαλφιτανών υπήρχαν και στην Κωνσταντινούπολη! Οι αλληλεπιδράσεις είναι εμφανείς και από το γεγονός ότι η γραφική πόλη των Τυρρηνικών ακτών τιμούσε ως προστάτη της τον Απόστολο Ανδρέα, ιδρυτή της εκκλησίας του Βυζαντίου.

Άποψη του μαγευτικού καθεδρικού της ειδυλλιακής πόλης Amalfi. Πηγή εικόνας: commons.wikimedia.org

Εντυπωσιακή είναι και η συνέχεια. Το σχίσμα του 1054 δεν φαίνεται να επηρέασε την πορεία του μοναστηριού, το οποίο εξακολουθούσε να κατέχει σημαντική θέση στη διοίκηση της αθωνικής πολιτείας. Μάλιστα, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α΄ Κομνηνός (1081-1118) το μνημονεύει σε χρυσόβουλό του ως «βασιλικό». Τον 12ο αι, ωστόσο, φαίνεται ότι η μονή άρχιζε να παρακμάζει, ως επακόλουθο της φθίνουσας πορείας της παροικίας της Κωνσταντινούπολης, λόγω και της σταδιακής ανόδου της Βενετίας. Ένα χρυσόβουλο του 1198 αποτελεί την τελευταία χρονολογικά μαρτυρία σχετικά με τη λειτουργία της μονής. Τον 13ο αι. εγκαταλείφθηκε, ως αποτέλεσμα του γενικότερου αντι-λατινικού μένους έπειτα από την άλωση του 1204. Το 1287 παραχωρήθηκε στη Μονή Μεγίστης Λαύρας. Έτσι, έκλεισε ο κύκλος μίας σημαντικής ψηφίδας στο μωσαϊκό της πνευματικής ζωής του Αγίου Όρους.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Ματσαρόκος, Ευάγγελος (2020), Η σχέση των ιδρυτών των βυζαντινών μοναστηριών του Αγίου Όρους με τον αυτοκρατορικό θρόνο και την αριστοκρατία, Θεσσαλονίκη: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (διπλωματική εργασία)
  • Merlini, Marco (2016), “When the Byzantine Mount Athos also prayed in Latin: The amazing history of the foundation of the Benedictine Monastery”, στο: Maria Crîngaci Ţiplic & Ioan Marian Ţiplic (επιμ.), Medieval Changing Landscape. Settlements, Monasteries and Fortifications, Sibiu: Astra Museum

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Θανάσης Κουκόπουλος
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Είναι τελειόφοιτος του τμήματος Ιστορίας - Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ με ειδίκευση στην αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης. Γνωρίζει πολύ καλά αγγλικά και μαθαίνει γερμανικά και ρωσικά. Αγαπάει πολύ την αρχαιολογία, την ιστορία της τέχνης και την ιστορία γενικότερα και ιδιαίτερα τον βυζαντινό πολιτισμό, αλλά και την μπαρόκ τέχνη. Όνειρό του είναι να γίνει θεράπων της βυζαντινολογίας.