26.1 C
Athens
Δευτέρα, 27 Ιουνίου, 2022
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΗ ΕΥΔΑΠ ως μία ιδιαίτερη περίπτωση δημόσιας επιχείρησης

Η ΕΥΔΑΠ ως μία ιδιαίτερη περίπτωση δημόσιας επιχείρησης


Του Παναγιώτη Βασιλείου,

H ΕΥΔΑΠ συστάθηκε με τον νόμο 1068/1980 ως ανώνυμη εταιρεία. Προέκυψε από τη συγχώνευση του «Οργανισμού Αποχέτευσης Πρωτευούσης» (ΟΑΠ) και της «Ελληνικής Εταιρείας Υδάτων των πόλεων Αθηνών – Πειραιώς και Περιχώρων (ΕΕΥ)». Ανήκε εξ ολοκλήρου στο Κράτος και προβλεπόταν μόνο δυνατότητα μεταβίβασης μετοχών προς Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (1/3), ενώ λειτουργούσε για την εξυπηρέτηση του δημοσίου σκοπού της παροχής υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης στην περιοχή της πρωτευούσης. Ως αρχικά περιουσιακά στοιχεία της καθορίζονταν εκείνα των ΟΑΠ και ΕΕΥ. Τα διοικητικά όργανα της εταιρείας καθορίζονταν με υπουργική απόφαση, όπως και η τιμολογιακή πολιτική της.

Καθοριστικός για τον βίο και τη δραστηριότητα της εταιρείας ήταν και ο ν. 2744/1999. Με αυτόν η διάρκειά της ορίστηκε σε 100 έτη, της δόθηκε δυνατότητα ανάπτυξης επενδυτικών δραστηριοτήτων και κυρίως αφέθηκε περιθώριο, ώστε να μπορεί να διατεθεί σε επενδυτές έως και το 49% του μετοχικού κεφαλαίου της. Βάσει του ν. 2744/1999 συνήφθη σύμβαση μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και ΕΥΔΑΠ ΑΕ για εικοσαετή ανανεώσιμη παροχή, προς την ΕΥΔΑΠ αποκλειστικού δικαιώματος παροχής υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης στην περιοχή πρωτευούσης. Ακόμη, αφενός το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης παρέμεινε στην ΕΥΔΑΠ και αφετέρου ιδρύθηκε η «Εταιρία Παγίων ΕΥΔΑΠ» στην οποία μεταβιβάστηκαν φράγματα και ταμιευτήρες όπως ο Μόρνος, ο Μαραθώνας και ο Εύηνος, αλλά και οι εγκαταστάσεις της Υλίκης.

Πηγή Εικόνας: dikaiologitika.gr

Σταθμός για την εταιρεία υπήρξε η δυνάμει του νόμου 2744/1999 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης στις 29.11.1999. Χάρη σε αυτή, εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αθηνών και αυξήθηκε το μετοχικό κεφάλαιό της. Έτσι, διετέθη σε ιδιώτες μειοψηφικό πακέτο μετοχών, ύψους 38,67 % και το Δημόσιο διατήρησε το 61,33%.

Στο πλαίσιο του εφαρμοστικού του «Μνημονίου Ι» νόμου 3985/2011, ο οποίος σχετίζεται με το πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, εκδόθηκαν δύο αποφάσεις της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων για τη μεταβίβαση χωρίς αντάλλαγμα από το Ελληνικό Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ των μετοχών του 61,33% (27,3 και 34,03% αντίστοιχα) της ΕΥΔΑΠ. Το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) ιδρύθηκε ως Οργανισμός Αποκρατικοποιήσεων με σκοπό την υλοποίηση του προγράμματος διαχείρισης και αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου στο πλαίσιο του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Στρατηγικής των ετών 2012 – 2015. Σε αυτό μεταβιβάστηκαν μετοχές και τα συναφή δικαιώματα των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου που θα αποκρατικοποιούνταν.  Οι μετοχές του ΤΑΙΠΕΔ ανήκουν αποκλειστικά στο Δημόσιο και είναι αμεταβίβαστες. Με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου 7/2012, καταργήθηκε η διάταξη του νόμου 2744/1999, βάσει της οποίας το Ελληνικό Δημόσιο μπορούσε να εκχωρήσει σε άλλους επενδυτές ως και το 49% των μετοχών της ΕΥΔΑΠ, η οποία όμως προσέλαβε αναδρομική ισχύ, προβλέποντας την εγκυρότητα των μεταβιβάσεων μετοχών της ΕΥΔΑΠ στο ΤΑΙΠΕΔ, πριν την ψήφιση του κυρωτικού της ΠΝΠ νόμου 4092/2012.

Η πράξη μεταβίβασης του 34,03% των μετοχών στο ΤΑΙΠΕΔ προσβλήθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το δικαστήριο δέχθηκε την αίτηση με την 1906/2014 απόφαση της Ολομέλειάς του. Στο επίκεντρο του σκεπτικού της απόφασης βρίσκεται η έννοια της «αποξένωσης του Ελληνικού Δημοσίου από το μετοχικό κεφάλαιο της ΕΥΔΑΠ». Θεωρήθηκε πως η περιέλευση του 61,33% των μετοχών της ΕΥΔΑΠ στο ΤΑΙΠΕΔ αναιρεί τον χαρακτήρα της ως δημόσιας επιχείρησης, καθώς η εξασφάλιση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και της δυνατότητας εκλογής της πλειοψηφίας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ανήκει στον πλειοψηφικό μέτοχο. Ο πλειοψηφικός μέτοχος, πλέον, ήταν νομικώς δυνατό βάσει του σκοπού του ΤΑΙΠΕΔ να είναι και ιδιώτης, με αποτέλεσμα την τύποις και κατ’ ουσίαν ιδιωτικοποίηση. Έτσι, μία ιδιωτική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, που πρωτίστως αποσκοπεί στο κέρδος, καθιστά αβέβαιη την παροχή προσιτών ως προς την τιμή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας σε υψηλή ποιότητα σε μία αγορά μονοπωλιακή. Πρέπει να ληφθεί υπόψη και η ύψιστη σημασία του πόσιμου ύδατος για την υγιεινή διαβίωση και την επιβίωση και συνεπώς οδηγούμαστε στην αντίθεση στα άρθρα 5 παράγραφος 5 (ατομικό δικαίωμα στην προστασία της υγείας) και 21 παράγραφος 3 του Συντάγματος (κοινωνική κατοχύρωση δικαιώματος στην  υγεία). Έτσι, μετά την απόφαση αυτή το ΤΑΙΠΕΔ διατήρησε το 27,3%, ενώ στο Ελληνικό Δημόσιο επέστρεψε το 34,03%.

Πηγή Εικόνας: tovima.gr

Ο νόμος 4336/2015 (Μνημόνιο ΙΙΙ) προέβλεψε τη δημιουργία νέου ταμείου ιδιωτικοποιήσεων. Η πρόβλεψη έγινε πραγματικότητα με τον νόμο 4389/2016 και την ίδρυση της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ (ΕΕΣΥΠ), δημοσίου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου. Σκοπός της είναι η ενιαία διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου, για τη βέλτιστη αξιοποίησή τους, η συνεισφορά πόρων στην υλοποίηση της επενδυτικής πολιτικής της χώρας και στην απομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων της Ελλάδας. Μοναδικός μέτοχός της: το Ελληνικό Δημόσιο. Ο ν. 4389/2016 προέβλεψε 4 άμεσες θυγατρικές στην ΕΕΣΥΠ μεταξύ των οποίων η συσταθείσα με τον ίδιο νόμο «Εταιρεία Δημοσίων Συμμετοχών ΑΕ» (ΕΔΗΣ). Στην ΕΔΗΣ με τον ν. 4389/2016, μεταβιβάστηκαν αυτοδικαίως οι μετοχές του Ελληνικού Δημοσίου σε σημαντικές δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς, αλλά όχι της ΕΥΔΑΠ. Η μεταβίβαση στην ΕΔΗΣ έγινε με νεότερο νόμο, τον 4425/2016.

Η ΕΔΗΣ ήταν ένα βραχύβιο μόρφωμα. Ο νόμος 4512/2018 την κατήργησε. Αυτοδικαίως και χωρίς αντάλλαγμα, οι μετοχές της ΕΔΗΣ σε δημόσιες επιχειρήσεις μεταβιβάστηκαν στην μητρική ΕΕΣΥΠ. Αυτό σημαίνει ότι η ΕΕΣΥΠ απέκτησε το 34,03% της ΕΥΔΑΠ. Ωστόσο, παράλληλα ανακλήθηκε από τη διοίκηση η πράξη μεταβίβασης του 15,97% της ΕΥΔΑΠ στο ΤΑΙΠΕΔ από το Δημόσιο. Πρόκειται για εν μέρει ανάκληση, καθώς είχε μεταβιβαστεί αρχικώς το 27,3% με την πράξη 195/2011.  Ο στόχος διαφαίνεται από το γεγονός, ότι κατ’ αποτέλεσμα το 50,003% της ΕΥΔΑΠ πλέον μεταβιβάστηκε στην ΕΕΣΥΠ: η ευθυγράμμιση με τη νομολογία του ΣτΕ και της επιταγής για έλεγχο της ΕΥΔΑΠ σε ποσοστό άνω του 50% από το Ελληνικό Δημόσιο.

Και πάλι όμως, η μεταβίβαση προσβλήθηκε με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικράτειας, το οποίο απεφάνθη με την 190/2022 απόφασή του, θεωρώντας αντισυνταγματική εκ νέου τη μεταβίβαση.

Πηγή Εικόνας: kathimerini.gr

Τα ερείσματα της ακύρωσης θα πρέπει να αναζητηθούν στους νόμους που έχτισαν το πλαίσιο γύρω από την ΕΕΣΥΠ, ήτοι στους 4336/2015 (Μνημόνιο ΙΙΙ), 4389/2016 (Εφαρμοστικός Μνημονίου) και 4549/2018. Η ΕΕΣΥΠ συστήθηκε για την εξυπηρέτηση του ειδικού δημόσιου σκοπού της αποτελεσματικής διαχείρισης και αξιοποίησης των μεταβιβασθέντων σε αυτή περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου. Τα κέρδη διατίθενται κατά 50% στο Δημόσιο, για την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεών του και κατά 50% σε Δημόσιο και στην ίδια την ΕΕΣΥΠ, για πραγματοποίηση επενδύσεων και τη δημιουργία αποθεματικών. Επομένως, η ΕΕΣΥΠ διενεργεί δραστηριότητα εταιρείας απόκτησης και ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου και συνεπώς αποτελεί ιδιόμορφο νομικό πρόσωπο. Επιδιώκει το μέγιστο οικονομικό αποτέλεσμα και ασκεί επαγγελματική και επιχειρηματική διαχείριση.

Η ΕΥΔΑΠ, ως περιουσιακό στοιχείο της ΕΕΣΥΠ, εισφέρει τα κέρδη της για την υλοποίηση των σκοπών της ΕΕΣΥΠ, ενώ τελεί όχι υπό τον έλεγχο του Δημοσίου, αλλά υπό την εποπτεία του. Ο ισχυρισμός ότι τελεί υπό έμμεσο έλεγχο καταρρίπτεται, αν σκεφτούμε πως το βασικό διοικητικό όργανο της ΕΕΣΥΠ, το διοικητικό συμβούλιό της ορίζεται από ένα ειδικό διοικητικό όργανο, το «Εποπτικό Συμβούλιο», στο οποίο μετέχουν και εκπρόσωποι των δανειστών στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ) και ο Εσωτερικός Κανονισμός απαγορεύεται να θίγει τα δικαιώματα του ΕΜΣ. Παράλληλα, οι σχετικοί νόμοι δεν έδωσαν στο Δημόσιο δικαίωμα παρέμβασης στη διοίκηση και διαχείριση της ΕΥΔΑΠ και δεν καθιέρωσαν αντίβαρα διασφάλισης των συνταγματικών εγγυήσεων που απορρέουν από τα άρθρα 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3. Επομένως, η ΕΥΔΑΠ, εμμέσως, εξυπηρετεί σκοπούς διαφορετικούς από την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και μάλιστα σκοπών που δύνανται να θέσουν σε διακινδύνευση τον κεντρικό σκοπό της, όπως η εκπλήρωση των δανειακών υποχρεώσεων της Ελλάδας.

Πλέον, το ζητούμενο είναι αν μπορεί να βρεθεί ένας τρόπος για τη διατήρηση του ελέγχου από το Δημόσιο, ικανοποιώντας τα δεδομένα που δημιουργούν οι αποφάσεις του ΣτΕ και την αναπλήρωση του κενού στο χαρτοφυλάκιο της ΕΕΣΥΠ, του οποίου αποτελεί από τα ανθεκτικότερα στοιχεία, αποδίδοντας σταθερά μερίσματα.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Απόφαση 190/2022 ΣτΕ.Ολ
  • Απόφαση 1906/2014 ΣτΕ.Ολ, διαθέσιμη εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Παναγιώτης Βασιλείου
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λακωνία. Φοιτά στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ενδιαφέρεται κυρίως για το Δημόσιο Δίκαιο και παρακολουθεί εκδηλώσεις σχετικά με το αντικείμενο των σπουδών του. Στον ελεύθερό του χρόνο ασχολείται με την αρθρογραφία, τον αθλητισμό και την ανάγνωση βιβλίων.