27 C
Athens
Τετάρτη, 29 Ιουνίου, 2022
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΠρέπει να μειωθεί ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα καύσιμα;

Πρέπει να μειωθεί ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα καύσιμα;


Του Μάριου-Πέτρου Δελατόλα, 

Τους τελευταίους μήνες συντελούνται τρομακτικές μεταβολές στις τιμές της αμόλυβδης βενζίνης, του φυσικού αερίου και του πετρελαίου στη χώρα μας. Παρεπόμενα, μεγάλο μέρος της κοινωνίας, όσο συνεχίζεται αυτή η κατάσταση, φτάνει όλο και πιο κοντά στα όρια του εκάστοτε οικογενειακού προϋπολογισμού. Δυστυχώς, ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος έχει και τεράστιες οικονομικές – εκτός από ανθρωπιστικές – συνέπειες. Σε τέτοιες καταστάσεις εισαγόμενου πληθωρισμού από το εξωτερικό, οι δυνατότητες μιας αντιμετώπισης κάθε κυβέρνησης είναι περιορισμένες.

Αρχικά, για να προσεγγιστεί το παρόν ζήτημα όσο γίνεται πιο ορθολογικά, δεν είναι δυνατόν να εξεταστεί μόνο η οικονομική του πλευρά, δίχως να αναλυθεί η διεθνολογική. Συγκεκριμένα, με τις κυρώσεις τις οποίες επέβαλλε η ΕΕ στη Ρωσία και στις οποίες συμφώνησε η χώρα μας χωρίς σαφές αντάλλαγμα, όπως περιγράφεται και σε προηγούμενο άρθρο, πήραμε μια συλλογική απόφαση, της οποίας τα αποτελέσματα ήταν αρκετά γνωστά. Ζυγίσαμε τα οφέλη και τις ζημίες και κρίναμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο πως είναι προτιμότερο να διεξαγάγουμε έναν οικονομικό πόλεμο φθοράς με τη Ρωσία. Όπως, άλλωστε, σε κάθε πολεμική αναμέτρηση υπάρχουν συνέπειες και «απώλειες». Στη συγκεκριμένη των περιπτώσεων, η απώλεια συνίσταται στη ραγδαία μείωση της αγοραστικής δυνατότητας των πολιτών, εξαιτίας του πληθωριστικών πιέσεων που υφίσταται μια ήδη υπερφορολογημένη οικονομία. Σε μια χώρα που επιβεβαιώνεται πλήρως η καμπύλη Laffer (από τον Arthur Laffer, Αμερικάνο οικονομολόγο της Σχολής του Σικάγο) έχει ανοίξει πλέον πολύ σοβαρά η συζήτηση στον δημόσιο διάλογο σχετικά με τη μείωση ή ακόμα και την κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα (εφεξής ΕΦΚ για συντομία).

Πρέπει, πάντως, να συγκρατήσουμε πως βρισκόμαστε σε συνθήκες αβεβαιότητας, ακόμα και για το άμεσο μέλλον. Αναμφισβήτητα, μια μείωση του ΕΦΚ θα ανακούφιζε άμεσα τους καταναλωτές και θα αύξανε την αγοραστική τους δύναμη, αλλά δεν είναι σίγουρο πως αυτό θα μεταφραζόταν σε μια σημαντική αύξηση της ενεργούς ζήτησης, η οποία θα οδηγούσε την οικονομία σε μια, έστω και ισχνή, μεγέθυνση. Το παραπάνω συμπέρασμα σχετίζεται με τα κίνητρα, καθώς και τις προσδοκίες των οικονομικών δρώντων. Την προκειμένη στιγμή, κάθε ορθολογικός οικονομικός δρων διακατέχεται από ανασφάλεια για το μέλλον, συνεπώς, δεν είναι απίθανο αυτή η αύξηση στην αγοραστική του δύναμη να μεταφραστεί σε αύξηση των αποταμιεύσεών του, υπό τον φόβο της μελλοντικής χειροτέρευσης των γεωπολιτικών εξελίξεων.

Πηγή εικόνας: taxheaven.gr

Σε αυτό το σημείο εύλογα θα σκεφτεί κάποιος πως η ζυγαριά γέρνει υπέρ της μείωσης. Δυστυχώς, σε αυτό το σημείο κρούει τον κώδωνα η δημοσιονομική πολιτική. Ρεαλιστικά μιλώντας, γενικά οι έμμεσοι φόροι, όπως για παράδειγμα ο ΦΠΑ και οι ΕΦΚ (ειδικά ο συγκεκριμένος των καυσίμων), προσφέρουν σίγουρα και μεγάλα έσοδα στο κράτος, με σκοπό το τελευταίο να έχει τη δυνατότητα να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες του. Πριν 2 χρόνια, η άφιξη του κορωνοϊού στη χώρα μας, σε συνδυασμό με τα αλλεπάλληλα lockdowns και την υποστηρικτική (έως έναν βαθμό) πολιτική της κυβέρνησης, οδήγησε μοιραία σε μεγάλα αναπόφευκτα ελλείμματα, καθώς υπήρχε απώτερος σκοπός κάλυψης των δαπανών στήριξης της κοινωνίας και της οικονομίας γενικότερα. Στην περίπτωση, λοιπόν, τωρινής μείωσης του ΕΦΚ στα καύσιμα, τα δημόσια έσοδα θα μειωθούν ραγδαία, συνεπώς, η ελληνική οικονομία θα πρέπει να βρει άλλους τρόπους με σκοπό να τα καλύψει.

«Να φορολογήσουμε τα μεγάλα ξένα κεφάλαια». Πληθαίνουν οι αλαλαγμοί για τέτοιες «εύκολες» λύσεις. Η αλήθεια είναι πως στην οικονομία και την οικονομική επιστήμη τίποτα δεν είναι εύκολο, διότι δεν αμφισβητούνται τα προφανή πορίσματα-αξιώματα, όπως συμβαίνει εξ αντιδιαστολής στις θετικές επιστήμες (πλην κάποιων εξαιρέσεων). Η παραπάνω κραυγή, παρότι ηθικώς είναι πλήρως αποδεκτή – εικάζω – από την πλειονότητα των πολιτών, δε λαμβάνει υπόψιν της την οικονομική διάσταση των πραγμάτων, καθώς και την παγιωμένη οικονομική παγκοσμιοποίηση. Το να αυξηθεί η φορολογία σε έναν οικονομικό κολοσσό που δρα στην Ελλάδα, θα τον οδηγήσει πολύ απλά στο κλείσιμο του τμήματός του στην Ελλάδα και, κατ’ επέκταση, στη μεταφορά σε μια άλλη χώρα της ΕΕ ή και εκτός αυτής, με χαμηλότερη φορολογία, στην οποία θα αποκομίζει περισσότερα κέρδη. Συγχρόνως, προβάλλεται με αυτόν τον τρόπο ένα αρνητικό μήνυμα και αποθαρρύνονται μελλοντικές ενδεχόμενες ΑΞΕ (Άμεσες Ξένες Επενδύσεις) στην Ελλάδα, ενώ δημιουργούνται, παράλληλα, νέες θέσεις στην ουρά του ΟΑΕΔ, αλλά και υπονομεύεται η μείωσή τους στο μέλλον.

Μια παράμετρο που δεν παρατηρώ, δυστυχώς, να αναφέρεται πουθενά είναι εκείνη των δημοσιοοικονομικών δεσμεύσεων της χώρας. Η Ελλάδα το 2018 είδε τον πρωθυπουργό της στην Ιθάκη, ωσάν μια «κακόγουστη παρωδία» του νόστου του Οδυσσέα, να διαλαλεί την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια σε ένα επικοινωνιακό σόου. Αυτό που δεν είπε είναι πως είχε υπογράψει ένα ακόμα μνημόνιο που δε συνοδευόταν από κάποια δανειακή σύμβαση. Δέσμευσε τη χώρα να πετυχαίνει πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,5% μέχρι το 2060. Περιττό να αναφέρω πως κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν είναι οικονομικά βιώσιμο, αλλά δεν έχει επιτευχθεί από κανένα κράτος στην ιστορία. Στο πλαίσιο της πανδημίας η ΕΕ αποφάσισε μέσω του θεσμικού πλαισίου της να αναστείλει τις ρήτρες δημοσιονομικής σταθερότητας (ενεργοποίηση ρήτρας διαφυγής), που αποτρέπουν τα μεγάλα ελλείμματα των κρατών μελών, μέχρι το 2024.

Πηγή εικόνας: reporter.gr

Επιπλέον, η Ελλάδα εξέδωσε και νέο ομόλογο που είχε τεράστια επιτυχία, γιατί, όπως και τα υπόλοιπα ομόλογα κρατών της Ευρωζώνης, είναι και αυτό εγγυημένο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Με αυτόν τον τρόπο παίρνει η χώρα ανάσες ρευστότητας, αλλά πρακτικά αυξάνει το δημόσιο χρέος της, χωρίς να αυξάνει με τον ίδιο ρυθμό το ΑΕΠ της. Το παραπάνω έρχεται σε αναντιστοιχία με τις κατευθυντήριες οδηγίες δημοσιονομικής πολιτικής 2023 που εξέδωσε η ΕΕ για τα κράτη-μέλη, που έχει σαν κύριο στόχο τη σταδιακή μείωση του δημοσίου χρέους των χωρών. Η κυβέρνηση εναποθέτει τις ελπίδες της στο ότι μέσω της αυξημένης αξιοπιστίας, την οποία έχει πετύχει στις διεθνείς χρηματαγορές, θα καταφέρει να επαναδιαπραγματευτεί και να αναθεωρήσει ή και να καταργήσει την οικονομική αυτή συνθήκη. Πρέπει να θυμόμαστε, όμως, πως αυτό γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη όλων των μερών που φέρουν την υπογραφή τους, βάσει του δικαίου των συνθηκών, όπως ορίζεται στη σύμβαση της Βιέννης και όχι με «έναν νόμο και ένα άρθρο».

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, αλλά και με τη λογική «ομολογίας» του Υπουργού Οικονομικών πως ο προϋπολογισμός, ειδικά μετά τα τελευταία μέτρα στήριξης της κυβέρνησης (τα οποία πρακτικά δε θα προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση), είναι στα όρια του «αντιλαμβανόμαστε πόσο δύσκολη είναι μια απόφαση για ενδεχόμενη μείωση ή και κατάργηση του ΕΦΚ στα καύσιμα». Δεν αποτελεί ορθολογική επιλογή για κανέναν να γλυτώσουμε χρήματα τώρα στα βενζινάδικα, τα οποία θα τα χάσουμε σε ένα ή περισσότερα χρόνια, όταν κληθούμε να εφαρμόσουμε πάλι κάποιο οικονομικό πρόγραμμα. Ο κίνδυνος και τα φαντάσματα του παρελθόντος είναι ακόμα εδώ για μια χώρα, η οποία δεν εφάρμοσε ποτέ τις διαρθρωτικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις των MoU (Memorandum of Understanding, κοινώς μνημονίων) που υπέγραφε.

Συνοψίζοντας, υπό τις παραπάνω γεωπολιτικές και οικονομικές συνθήκες, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα για το «ταβάνι» αυτής της κρίσης, η χώρα μας οφείλει να κάνει οικονομία δυνάμεων, με σκοπό να μη διακινδυνεύσει ακόμα χειρότερες εξελίξεις στο άμεσο μέλλον. Συνεπώς, κρίνω πως μια ενδεχόμενη μείωση ή και κατάργηση του ΕΦΚ, χωρίς να έχει βρεθεί κάποιο βιώσιμο οικονομικό αντίμετρο, που θα καλύψει το κενό στα έσοδα, θα ήταν μια ανορθολογική πολιτική από το χρονοντούλαπο της ιστορίας.


TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Μάριος-Πέτρος Δελατόλας
Είναι γεννημένος το 2002, διαμένει στα Άνω Λιόσια Δυτικής Αττικής και είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Έχει μεγάλη αγάπη για την πολιτική επικαιρότητα, τα ευρωπαϊκά θέματα, τις διεθνείς σχέσεις και τη διπλωματία. Λατρεύει την ροκ μουσική της δεκαετίας του ’80 και το χόμπι του είναι το ποδόσφαιρο.