20.5 C
Athens
Τετάρτη, 29 Μαΐου, 2024
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΗ Ελληνική Κυβέρνηση ανάμεσα στο Κυπριακό και το Ουκρανικό Ζήτημα

Η Ελληνική Κυβέρνηση ανάμεσα στο Κυπριακό και το Ουκρανικό Ζήτημα


Του Μάριου – Πέτρου Δελατόλα,

Την 24η Φεβρουαρίου, όπως όλοι παρακολουθούσαμε καθηλωμένοι στους δέκτες μας, η Ρωσική Ομοσπονδία εισέβαλλε στο έδαφος της Ουκρανίας, χρησιμοποιώντας έωλα νομικά επιχειρήματα. Ένας τέτοιος πόλεμος δε θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη και τη χώρα μας, γεγονός που κατέστη ορατό ακόμα και από τις πρώτες μέρες του πολέμου. Η Ελλάδα έσπευσε να στείλει μαζί με την ανθρωπιστική βοήθεια και στρατιωτική προς τη συνδρομή του ουκρανικού λαού και στρατού αντίστοιχα. Σαν να μην έφτανε αυτό, στις 25 Φεβρουαρίου όλη η Ελλάδα παρακολούθησε αλγεινώς τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού, ο οποίος αναφέρθηκε στην πρώτη μαζική και οργανωμένη εισβολή σε ευρωπαϊκό κράτος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τα παραπάνω αναφέρονται ενδεικτικώς, διότι γύρω από αυτά θα βασιστεί η παρακάτω ανάλυση για τα ορθά και τα κακώς κείμενα της διαχείρισης του Ουκρανικού και κατ’ επέκταση του Κυπριακού από πλευράς ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Αρχικά, δε θα ήταν δυνατόν να μη σχολιαστούν με δηκτικό τρόπο οι παραπάνω δηλώσεις του Έλληνα Πρωθυπουργού. Η χώρα μας θα έπρεπε, όπου σταθεί και όπου βρεθεί, σε κάθε διεθνές φόρουμ, να αναδεικνύει συνεχώς την παράνομη και ολοένα πιο παγιωμένη εισβολή της Τουρκίας στο βόρειο κομμάτι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντ’ αυτού, στις δηλώσεις φαίνεται σαν να ξεχάστηκε πλήρως η τουρκική εισβολή του 1974 στη Μεγαλόνησο. Ίσως είναι η συνέχεια της πολιτικής του «Η Κύπρος κείται μακράν». Σε αυτό το πολιτικό επίπεδο ο καθείς οφείλει να είναι πολύ προσεκτικός ακόμα και για την κάθε λέξη, την οποία χρησιμοποιεί. Η Ελληνική Κυβέρνηση οφείλει να αναλάβει σαφείς πρωτοβουλίες, όσον αφορά την επίλυση ή, αν αυτό δεν επιτευχθεί, τη συνεχή ανάδειξη του Κυπριακού. Το τωρινό σκέλος του ρωσο-ουκρανικού πολέμου – πρακτικά η αρχή του εδράζεται στο 2014 – αποτέλεσε μια ευκαιρία για τη χώρα μας να αναδείξει έτι περαιτέρω την τουρκική κατοχή. Δυστυχώς, τίποτε από τα παραπάνω δε συνέβη, αντιθέτως, ακολουθήσαμε την τακτική της σιωπής και της πειθήνιας υπακοής.

Πηγή εικόνας: protothema.gr

Μοναδικό κριτήριο για τις πράξεις της εκάστοτε κυβέρνησης θα πρέπει να είναι το εθνικό συμφέρον. Στην παραπάνω πρόταση-αξίωμα της πολιτικής δεν πιστεύω πως διαφωνεί κανένας πολίτης με εθνική συνείδηση. Το πρόβλημα εδράζεται στην οριοθέτηση του εθνικού συμφέροντος από το εκάστοτε πολιτικό κόμμα, που βρίσκεται στην εξουσία. Η εξωτερική πολιτική που ακολούθησε η χώρα μας είναι ίδια με εκείνη των χωρών της δυτικής Ευρώπης, τύπου Κάτω Χωρών και Βελγίου, που ουδεμία γεωπολιτική και γεωστρατηγική ομοιότητα έχουν με την Ελλάδα. Το επιχείρημα πως η βοήθεια ήταν εν τω συνόλω ευρωπαϊκή καταρρίπτεται εν μέρει, διότι ναι μεν οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στήριξαν την Ουκρανία, αλλά όχι απαραίτητα όλες με στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη παγίδα και το αγκάθι της παρούσας διαχείρισης. Είναι προδήλως λανθασμένο να παίρνουμε αποφάσεις συναισθηματικά και με βάση ηθικούς κανόνες στη διεθνή πολιτική. Κανένας προφανώς δε θα ήταν δυνατόν να υποστηρίξει τη ρωσική εισβολή, διότι θα ήταν σαν να αναγνωρίζει εμμέσως και να «ξεπλένει» την τουρκική εισβολή στη Βόρεια Κύπρο. Το κομβικό στην παραπάνω ανάλυση είναι πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην παραπάνω θέση και στην άνευ όρων πρόσδεση στις θέσεις των ΗΠΑ και της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών. Θα αναρωτηθεί κάποιος αν είχαμε επιλογή για κάτι τέτοιο. Η απάντηση που δίνω βασίζεται στον γνωστό αφορισμό του Θουκυδίδη: «Ο ισχυρός προχωρά όσο του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί όσο του το επιβάλλει η αδυναμία του».

Κλασικό παράδειγμα ενός «επιτήδειου ουδέτερου» είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση η γειτονική Τουρκία, η οποία, παρόλο που είναι μέλος στο ΝΑΤΟ, επέλεξε να κλείσει τα στενά του Βοσπόρου για όλα τα κράτη και αφού είχαν προλάβει πρώτα να περάσουν τα ρωσικά πλοία. Ο λόγος που προέβη στην παραπάνω κίνηση είναι πως έχει συμφέροντα και με τις δύο χώρες και η επιλογή που θα της προσδώσει τα μεγαλύτερα κέρδη ή αντίστοιχα τις λιγότερες ζημίες είναι η κεκαλυμμένη ουδετερότητα. Στη ρητορεία καταδίκασε τη ρωσική εισβολή, αλλά στην πράξη προσπαθεί να διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή. Δεν πρέπει, όμως, μια τέτοια πολιτική να μας φαίνεται παράξενη. Η γειτονική χώρα ακολουθεί, ωσάν να πρόκειται για κάποιο γονίδιο, συχνά τέτοιες πολιτικές. Να θυμίσω σε αυτό το σημείο την πολιτική του Προέδρου Ισμέτ Ινονού πριν και κατά την διάρκεια του Β’ Π.Π., όπου συνδιαλεγόταν και με τους Συμμάχους και με τον Άξονα, παραβιάζοντας συμφωνίες και συνθήκες για να μεγιστοποιήσει τα κέρδη του. Με αυτόν τον τρόπο καταλαβαίνουμε πως τα κράτη είναι ορθολογικοί και όχι ηθικοί δρώντες. Δεν κάνουμε λόγο για ανηθικότητα, αλλά για απουσία ηθικής από την ανάλυσή μας στα πρότυπα του κλασικού ρεαλισμού των διεθνών σχέσεων. Όποιος θεωρεί πως η ηθική στη διεθνή πολιτική χρησιμοποιείται για οποιονδήποτε άλλον λόγο εκτός από την χειραγώγηση των μαζών, του συνιστώ να εξετάσει καλύτερα και σε μεγαλύτερο βάθος τα ιστορικά γεγονότα και την ανάλυσή τους.

Η λογική στην οποία εδράζεται το συγκεκριμένο επιχείρημα είναι η εξής: Η Ελλάδα θα έπρεπε να προβεί στην ενέργεια της αποστολής πολεμικού υλικού ή και περαιτέρω στρατιωτικής βοήθειας, αν είχε κάποια απτά στρατιωτικά ή πολιτικά ανταλλάγματα, ειδικά από τη στιγμή που δε μας συνδέει με την Ουκρανία κάποια στρατιωτική δέσμευση είτε στα πλαίσια του ΝΑΤΟ είτε διμερούς συνθήκης. Με λίγα λόγια και σε πιο γενικό πλαίσιο, οφείλουμε να βασίζουμε τον τρόπο σκέψης μας στη διαμόρφωση πελατειακών σχέσεων με την εκάστοτε μεγάλη δύναμη και όχι στη στείρα εξαρτησιακή λογική από τη στιγμή που μια εξ αυτών συνεπάγεται τη μείωση της πολιτικής ανεξαρτησίας μας. Δε μπορούμε να παραβλέψουμε τη δυσκολία εφαρμογής μιας τόσο πολυσχιδούς εξωτερικής πολιτικής, μα τίποτε αξιοθαύμαστο είτε από πολιτικής πλευράς είτε όχι δεν ήταν εύκολο να πραγματοποιηθεί.

Πηγή εικόνας: greekamericannewsagency.com

Επιπρόσθετα, στο πλαίσιο της Ε.Ε. θεωρώ πως η Ελληνική Κυβέρνηση έδειξε μια αδικαιολόγητη ταπεινότητα και σε έναν βαθμό φοβία. Γνωρίζουμε πως με βάση το Eυρωπαϊκό Δίκαιο η Ε.Ε. για να θεσπίσει κυρώσεις σε ένα τρίτο κράτος χρειάζεται ομοφωνία. Υπό αυτό το πρίσμα δε μπορώ να βρω ορθολογική εξήγηση, που να απαντάει στο ερώτημα γιατί η Ελλάδα δεν έθεσε έστω την απειλή του βέτο, με σκοπό να κερδίσει πολιτικά ανταλλάγματα για τη συναίνεσή της. Θεωρώ αυτονόητο πως υπήρξαν αρκετές τυπικές και άτυπες πιέσεις για να βρουν όλα τα κράτη μέλη μια φόρμουλα κυρώσεων που να τα εξυπηρετεί, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση το πλεονέκτημα το είχαμε εμείς, διότι με ενδεχόμενο βέτο όλος ο μηχανισμός θα παρέλυε. Φυσικά, μια τέτοια πολιτική ενέχει σημαντικά επίπεδα ρίσκου, που αφορά το διπλωματικό και πολιτικό κόστος.

Μετέπειτα, οφείλουμε να αναλύσουμε τα οφέλη και τις ζημίες σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις. Η Ε.Ε. έπρεπε να είχε στηρίξει την Ελλάδα και την Κύπρο στην Ανατολική Μεσόγειο και να επιταχύνουν τις διαδικασίες για τον αγωγό East Med, που θα οδηγούσε στην ενεργειακή απεξάρτηση της Ε.Ε. από το φυσικό αέριο της Ρωσίας και θα στερούσε από την τελευταία ένα από τα βασικά πολιτικά και διαπραγματευτικά της όπλα. Αντ’ αυτού, ειδικά η Γερμανίδα πρώην Καγκελάριος A. Merkel φρόντισε να επιτύχει το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή, την ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία και της Γερμανίας, που είναι χώρα-πυλώνας μαζί με τη Γαλλία, για να λειτουργήσει τόσο το γερμανικό οικοδόμημα όσο και της Ε.Ε.

Η διεθνής πολιτική απαιτεί μαεστρία και σε αυτήν δεν υπάρχουν λύσεις που είναι πανάκεια. Τουναντίον, κάθε περίσταση απαιτεί διαφορετικούς, λεπτεπίλεπτους χειρισμούς, ειδικά όταν υπάρχει κίνδυνος από μια ενδεχόμενη ή πραγματική κατάσταση, αλλά και στόχος που να βασίζεται σε ορθολογικό στρατηγικό σχεδιασμό. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι πολιτικές νίκες βασίζονται στην τόλμη, που είναι απαραίτητο να συνοδεύεται με σύνεση και βιώσιμο όραμα πολιτικής.


TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Μάριος-Πέτρος Δελατόλας
Μάριος-Πέτρος Δελατόλας
Είναι γεννημένος το 2002, διαμένει στα Άνω Λιόσια Δυτικής Αττικής και είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Έχει μεγάλη αγάπη για την πολιτική επικαιρότητα, τα ευρωπαϊκά θέματα, τις διεθνείς σχέσεις και τη διπλωματία. Λατρεύει την ροκ μουσική της δεκαετίας του ’80 και το χόμπι του είναι το ποδόσφαιρο.