28.9 C
Athens
Κυριακή, 22 Μαΐου, 2022
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΣχέσεις Εκκλησίας-Κράτους: Πώς το χθες μπορεί να προσαρμοστεί στο σήμερα;

Σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους: Πώς το χθες μπορεί να προσαρμοστεί στο σήμερα;


Της Νάσιας Τριάντη,

Οι σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους αποτελούσαν ανέκαθεν εφαλτήριο για πολλές συζητήσεις και έριδες. Είναι ένα ζήτημα που απασχολεί όλα τα κοινωνικά ανεπτυγμένα κράτη παγκοσμίως και δη εκείνα, όπου ο δεσμός της Εκκλησίας με το Κράτος και την εκάστοτε πολιτική εξουσία είναι στενός. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του προτύπου αποτελεί και η χώρα μας. Στην Ελλάδα, όπου η αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο σημειώνεται ως έντονη, ανακύπτουν ανά διαστήματα ορισμένα ζητήματα, τα οποία ανακυκλώνονται εντός του πολιτικού συστήματος και πρωταγωνιστούν στις συζητήσεις ανάμεσα στους εκάστοτε πολιτικούς αρχηγούς και αντίστοιχα τους θρησκευτικούς ταγούς.

Τα ίδια ζητήματα άπτονται της συζήτησης που διεξήχθη στις 13 Δεκεμβρίου στο πλαίσιο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας της 165ης Συνοδικής Περιόδου υπό την Προεδρία του Μακαριώτατου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης της Ελλάδος κ. Ιερώνυμου, με τη συμμετοχή του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη. Οι βασικοί θεματικοί άξονες της συζήτησης ήταν τρείς. Ο πρώτος αφορά τη θέση της Εκκλησίας στην εποχή της πανδημίας, και πιο συγκεκριμένα η στάση της απέναντι στην εμβολιαστική εκστρατεία της Κυβέρνησης. Οι άλλοι δύο άξονες εντάσσονται στο γνωστό ενιαίο τομέα, ο οποίος άπτεται των οικονομικών σχέσεων μεταξύ Εκκλησία και Κράτους, καθώς και των ποικίλων εκφάνσεών τους σε θεσμικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.

Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, υπήρξε σύμπνοια απόψεων ανάμεσα στον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο και τον Πρωθυπουργό. Αποτελεί κοινή πολιτική η επέκταση και η αύξηση του ρυθμού των εμβολιασμών, ιδίως στις περιοχές με τη χαμηλότερη εμβολιαστική κάλυψη. Η συμφωνία αυτή είναι σίγουρα ελπιδοφόρα, τη στιγμή που πολλοί εκπρόσωποι της Εκκλησίας, κυρίως στα όρια της ενοριακής δικαιοδοσίας τους, όχι μόνο δεν ενισχύουν τον εμβολιαστικό αγώνα, αλλά τον αποδοκιμάζουν εντόνως. Γενική, άλλωστε, φαίνεται να είναι η αρνητική στάση των «ανθρώπων της Εκκλησίας», από τους ιεραρχικά ανώτερους μέχρι και τους μη έχοντες κάποιο αξίωμα, ως προς την χορήγηση εμβολίου για την προστασία από τον κορωνοϊό, αλλά ακόμη και στην ίδια την ύπαρξη του ιού, αν και αυτή είναι μια ακραία αντίληψη που λίγοι πλέον συμμερίζονται.

Φωτογράφος: Χρήστος Μπόνης/Εκκλησία Ελλάδος

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του πνευματικού ο οποίος συμβούλευσε, ελαφρά τη καρδία και με ελάχιστες αν όχι μηδενικές ιατρικές γνώσεις, μία ολόκληρη οικογένεια να μην εμβολιστεί, με αποτέλεσμα η γυναίκα να αποβιώσει λίγο αφότου φέρει στον κόσμο το πρώτο τους παιδί, λόγω προσβολής της από τον κορωνοϊό. Επομένως, είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος και επικεφαλής της Ελληνικής Εκκλησίας δεν τάσσεται με αυτήν την διαστρεβλωμένη άποψη, αλλά αντιπροσωπεύει το τμήμα εκείνο των ιερέων και πνευματικών ανθρώπων που ενθαρρύνουν τον εμβολιασμό ως μέσο προστασίας από τις μοιραίες συνέπειες της πανδημίας.

Όσον αφορά τις οικονομικές σχέσεις Εκκλησίας-Κράτους, χρήσιμη θα ήταν μία ιστορική αναδρομή. Στη χώρα μας, όπως προαναφέραμε, τελούν υπό μία ιδιαίτερη σχέση έντονης αλληλεπίδρασης. Όμως, η σχέση αυτή βρίσκει την αφετηρία της σε μία απόπειρα και τελικά πράξη απομύζησης εκ μέρους του κράτους των οικονομικών πόρων της Εκκλησίας και καπήλευσης της διαχείρισης της περιουσίας της για το γενικό καλό, πράγμα που πυροδότησε τις συνεχείς, που φτάνουν μέχρι σήμερα, συζητήσεις και προσπάθειες εξισορρόπησης της «αδικίας» αυτής που διαπράχθηκε. Στο πλαίσιο αυτών των προσπαθειών, διαμορφώθηκε και η σχέση που συνδέει πλέον τους δύο αυτούς παράγοντες.

Πιο συγκεκριμένα, οι μισθοί των κληρικών, καθώς και τα έξοδα για την εκκλησιαστική εκπαίδευση καλύπτονται εξ ολοκλήρου από το κράτος. Βέβαια, η ελληνική πολιτεία, όπως είναι φυσιολογικό, αφού είναι αδύνατον οποιοδήποτε κράτος για πολιτισμικούς κυρίως λόγους να διατηρηθεί αμιγώς αντικειμενικό, ενισχύει με τη χρηματοδότησή του την κρατούσα θρησκεία, δηλαδή την Ορθόδοξη Χριστιανική Θρησκεία, αλλά και την ελληνική μειονότητα των Μουσουλμάνων της Θράκης για ιστορικούς λόγους και προς τήρηση των συμφωνιών που έχουν συναφθεί στο παρελθόν. Ωστόσο, τυχόν ειδικό φορολογικό καθεστώς, όπως λόγου χάρη, απαλλαγή από τον φόρο μεγάλης ακίνητης περιουσίας, τον φόρο ακίνητης περιουσίας και τον ΕΝΦΙΑ για ακίνητα που χρησιμοποιούνται ως χώροι λατρείας, απολαμβάνουν όλες οι θρησκευτικές ομάδες που δραστηριοποιούνται επίσημα στη χώρα μας, στο πλαίσιο εξασφάλισης της ανεξιθρησκείας, η οποία προβλέπεται συνταγματικά.

Από την άλλη πλευρά, τα χρήματα για την κάλυψη των φιλανθρωπικών, εκπαιδευτικών και νοσοκομειακών σκοπών της προέρχονται από τα έσοδα της ίδιας της Εκκλησίας που λαμβάνουν τη μορφή δωρεών και τη διαχείριση των πολλών περιουσιακών της στοιχείων. Στο ίδιο μήκος κύματος, δηλαδή στην οικονομική ενίσχυση της Εκκλησίας από το κράτος, κινείται και ο Νόμος 536 του 1945, που επιτάσσει την άμεση κρατική χρηματοδότηση 6.000 θέσεων κληρικών, με βάση τον πληθυσμό του ίδιου έτους. Εδώ εδράζεται και ένα από τα ζητήματα που εκτέθηκαν στο πλαίσιο της Ιεράς Συνόδου. Το επιχείρημα που εκφράστηκε είναι το εξής: Κατά πρώτον, το ίδιο το νομοθέτημα από μόνο του δεν είναι αρκετό να λογιστεί ως ικανοποιητική αποζημίωση για την κρατική εκμετάλλευση της περιουσίας της Εκκλησίας στο παρελθόν, καθότι, με βάση το ίδιο νομοθέτημα, το 25% και αργότερα (1968) το 35% των ακαθάριστων εσόδων τον ενοριών δεσμεύονται από το κράτος.

Φωτογράφος: Χρήστος Μπόνης/Εκκλησία Ελλάδος

Δεύτερον, ανακύπτει ζήτημα αναχρονισμού της συγκεκριμένης διάταξης, δεδομένου ότι χρονολογείται από το 1945, ενώ τώρα στην εκπνοή του 2021, και όπως είναι φυσιολογικό πολλά πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά, συμπεριλαμβανομένου και του πιο σημαντικού παράγοντα, του πληθυσμού της χώρας. Επομένως, αίτημα του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου αποτέλεσε η επικαιροποίηση του νόμου αυτού, με βάση τα σημερινά δεδομένα και όχι, όπως πολλοί έσπευσαν να κατηγορήσουν, η χρηματοδότηση νέων θέσεων κληρικών. Τέλος, έγινε νύξη και στο ζήτημα της διαχείρισης της εκκλησιαστικής περιουσίας, αφήνοντας περιθώρια για περαιτέρω διαπραγμάτευση. Η τάση, βέβαια, φαίνεται να είναι η ενίσχυση και η, όλο εκτενέστερη, ανεξάρτητη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας από την ίδια, χωρίς την ουσιαστική παρέμβαση του κράτους. Η πιστή εφαρμογή αυτής της τακτικής επιφυλάσσει μία θετική έκβαση, καθώς επιτρέπει στην Εκκλησία την απρόσκοπτη συνέχιση του φιλανθρωπικού και κοινωνικού της έργου, ενώ, παράλληλα, η φορολόγηση των οικονομικών δραστηριοτήτων της Εκκλησίας θα συμβάλλει σημαντικά στον εθνικό προϋπολογισμό.

Σημαντικό είναι να συγκρατήσουμε ότι οι συζητήσεις πάνω στα καίρια αυτά ζητήματα, που απασχολούν διαχρονικά την ελληνική πραγματικότητα, πραγματοποιούνται με άξονες την κοινωνική συνοχή, τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη διαφάνεια, με στόχο την ενοποίηση και όχι τον διαχωρισμό. Γι’ αυτόν τον λόγο, δημιουργούνται προσδοκίες ικανοποιητικής και για τις δύο πλευρές διευθέτησης των ζητημάτων, που είναι άλλωστε και το ζητούμενο.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Εκκλησιαστική περιουσία και νομοθετικό πλαίσιο για τους κληρικούς έθεσε ο Αρχιεπίσκοπος στον Πρωθυπουργό, orthodoxtimes.gr, διαθέσιμο εδώ
  • Στη συνεδρίαση της ΔΙΣ ο κ. Μητσοτάκης, Δώρα Αντωνίου, kathimerini.gr, διαθέσιμο εδώ
  • Σωτήρης Μητραλέξης (Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018), Σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, Η Καθημερινή Ειδική Έκδοση, διαθέσιμο εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Νάσια Τριάντη
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι δευτεροετής φοιτήτρια της Νομικής Σχολής Αθηνών και τόσο στο πλαίσιο της σχολής όσο και γενικότερα ενδιαφέρεται για ζητήματα διεθνούς δικαίου και διεθνούς πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, αντιστοίχως. Γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά. Λατρεύει τη μουσική, παίζει πιάνο και ασχολείται ερασιτεχνικά με το χορό. Θεωρεί πολύ σημαντικό τον εθελοντισμό και δεν χάνει ευκαιρία να συμμετάσχει και η ίδια σε ποικίλες εθελοντικές δράσεις.