15.3 C
Athens
Πέμπτη, 29 Φεβρουαρίου, 2024
ΑρχικήΙστορίαΗ εκτελεστική εξουσία από το 1952: Οι παρεμβάσεις του Στέμματος στην πολιτική...

Η εκτελεστική εξουσία από το 1952: Οι παρεμβάσεις του Στέμματος στην πολιτική ζωή της χώρας


Του Άγγελου Μεταλλίδη,

Το Σύνταγμα του 1952 κατοχύρωνε, όπως και τα προηγούμενα, ως πολίτευμα της Ελλάδας τη Βασιλευομένη Δημοκρατία. Δηλαδή, ο βασιλιάς ήταν ο αρχηγός του κράτους, που ναι μεν βασίλευε, αλλά δεν κυβερνούσε στην πράξη, καθώς τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία την είχε το Κοινοβούλιο με τον Πρωθυπουργό και τους Υπουργούς του. Όμως, από το 1952 και έπειτα, οι παρεμβάσεις του Στέμματος στην πολιτική ζωή θα είναι όλο και πιο συχνές, με τον βασιλιά να επιβάλλει τη δική του άποψη σε πολλές περιπτώσεις. Υπάρχουν δυο ειδών παρεμβάσεις του βασιλιά στην πολιτική ζωή. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι παρεμβάσεις που τήρησαν κάποιους τύπους και εκμεταλλεύτηκαν απλώς ασάφειες νόμων και η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει αυτές που δεν ανήκαν στο ισχύον νομικό πλαίσιο και φανέρωναν μια αντίληψη για τις αρμοδιότητες του βασιλιά που βρισκόταν εκτός των συνταγματικών διατάξεων

Η πρώτη περίπτωση αφορά τη «μοναρχική» ερμηνεία των συνταγματικών εξουσιών του βασιλιά. Με βάση το Σύνταγμα του 1952, η εκτελεστική εξουσία βρισκόταν μεν στα χέρια του βασιλιά, όμως υπεύθυνοι για την εκτέλεσή της ήταν οι υπουργοί, στους οποίους, ωστόσο, ο βασιλιάς διατηρούσε το δικαίωμα να διορίζει ή να παύει. Ο βασιλιάς ήταν ένα πρόσωπο ανεύθυνο και απαραβίαστο. Καμία από τις πράξεις του δεν είχε ισχύ χωρίς την υπογραφή του αρμοδίου υπουργού. Οι υπουργοί, όταν υπέγραφαν, αυτόματα αναλάμβαναν και την ευθύνη, σε αντίθεση με τον βασιλιά που, επειδή δεν είχε ευθύνη, δε μπορούσε να επικυρώσει τους νόμους μόνος του.

Οι περισσότερες διατάξεις του 1952 εδράζονται στο Σύνταγμα του 1864, που είχε ιδιαίτερα μοναρχικό προσανατολισμό, ο οποίος παρέμεινε και στο Σύνταγμα του 1952. Έτσι, λοιπόν, ενώ το Σύνταγμα κρατούσε αυτές τις διατάξεις, κατοχύρωνε ταυτόχρονα την Αρχή της Λαϊκής Κυριαρχίας. Το ερώτημα που δημιουργήθηκε εδώ ήταν για το εάν η δέσμευση του βασιλιά να λειτουργεί έχοντας πάρει τη γνώμη της Κυβέρνησης και του αρμοδίου υπουργού ήταν απλώς μια πολιτική δέσμευση κυρίως με ηθικό χαρακτήρα ή εάν υπήρχε ιδιαίτερη νομική δέσμευση από την πλευρά του βασιλιά. Εάν υπήρχε, τότε κάποιες από τις παρεμβάσεις του βασιλιά θα έπρεπε να θεωρηθούν παραβίαση του Συντάγματος.

Ο βασιλιάς Παύλος και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συνομιλούν. Ανάμεσά τους διακρίνεται ο διάδοχος Κωνσταντίνος. Πηγή εικόνας: kathimerini.gr

Σχετικό με τα παραπάνω είναι και το ανεξέλεγκτο δικαίωμα του βασιλιά να διορίζει και να παύει υπουργούς όποτε το επιθυμεί. Γύρω από αυτό το θέμα, είχε γίνει ιδιαίτερη συζήτηση με αφορμή τρεις πολύ χαρακτηριστικές παρεμβάσεις του Στέμματος. Το θέμα αυτό τέθηκε για πρώτη φορά το 1955, όταν, μετά τον θάνατο του Παπάγου, ο βασιλιάς, αντί να περιμένει τον Ελληνικό Συναγερμό να εκλέξει τον αρχηγό του, επέλεξε για τη θέση αυτή έναν νέο τότε πολιτικό, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, παρακάμπτοντας την ίδια την Κοινοβουλευτική Ομάδα, που θα ήταν πιθανό να όριζε διαφορετικό αρχηγό, για παράδειγμα τον Στέφανο Στεφανόπουλο. Το ίδιο πρόβλημα τέθηκε και πάλι το 1963, όταν η συστηματική αδυναμία του βασιλιά να έρθει σε συνεννόηση με τον Καραμανλή, οδήγησε τον τελευταίο στην παραίτησή του από την Πρωθυπουργία. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, αντί να περιμένει να προέλθει αρχηγός ύστερα από απόφαση του κόμματος, αποφάσισε ο ίδιος, σε συνεννόηση με τον Καραμανλή, ότι ο επόμενος πρωθυπουργός θα ήταν ο Παναγιώτης Πιπινέλης. Η τελευταία φορά που τέθηκε αυτό το ζήτημα ήταν το 1965 και ήταν και η πιο σημαντική. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, έπειτα από διαφωνία του με τον βασιλιά για το ποιος έπρεπε να αναλάβει το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, παραιτήθηκε. Τότε, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, χωρίς να συμβουλευτεί κάποιον, διόρισε ως νέο πρωθυπουργό τον Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα, παράγοντα της Ένωσης Κέντρου. Όλες αυτές οι παρεμβάσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν παραβίαση του Συντάγματος, ωστόσο υπάρχει ένα βασικό ζήτημα. Για να υπάρχει ουσιαστικά παραβίαση, θα πρέπει να υπάρχει και τιμωρία. Αν και το Σύνταγμα προέβλεπε ότι ο βασιλιάς είναι ο αρχηγός του κράτους, αλλά δεν κυβερνά, δεν υπήρχε κάποια ποινή σε περίπτωση που ο βασιλιάς έπραττε το αντίθετο.

Ο Παναγιώτης Πιπινέλης (1899-1970). Πηγή εικόνας: el.wikipedia.org

Η δεύτερη περίπτωση που υπάρχει αμφισβήτηση για το εάν οι πράξεις του βασιλιά είναι νόμιμες σχετίζεται με το γεγονός ότι ο βασιλιάς ασκούσε τη δική του προσωπική πολιτική. Πολλές φορές, η πολιτική που ήθελε να ακολουθήσει ο βασιλιάς ήταν αντίθετη από αυτή που είχε η εκλεγμένη κυβέρνηση. Όμως, σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο βασιλιάς, εκτός από απαραβίαστο πρόσωπο, ήταν και ανεύθυνος, δηλαδή δεν είναι υπόλογος πράξεων. Αυτό, όμως, σημαίνει ότι στην πραγματικότητα δε μπορεί να ακολουθεί τη δική του πολιτική. Αντίθετα, οι υπουργοί και η Κυβέρνηση, επειδή έχουν ευθύνη των αποφάσεών τους, μπορούν να κριθούν από τους πολίτες, γι’ αυτό και ήταν εκείνοι που αποφάσιζαν ποια πολιτική θα ασκηθεί. Σε αντίθεση με τον βασιλιά, που ήταν ισόβιος, οι πολιτικοί κρίνονταν μέσω των εκλογών και οι πράξεις τους επιδοκιμάζονταν ή όχι.

Στη δεύτερη κατηγορία, δηλαδή στις περιπτώσεις που η δράση του βασιλιά φαινόταν καθαρά εξωσυνταγματική, εντάσσεται το Συμβούλιο του Στέμματος και η ιδιαίτερη σχέση του με τις ένοπλες δυνάμεις.

Το Συμβούλιο του Στέμματος ήταν ένα άτυπο συμβούλιο που συγκαλούσε ο βασιλιάς, όταν το έκρινε αυτός σκόπιμο. Το παράδοξο και μη νόμιμο ήταν ότι η σύνθεσή του ήταν στην αρμοδιότητα του βασιλιά, ο οποίος καλούσε όποιους πολιτικούς ήθελε. Το Συμβούλιο του Στέμματος, όταν συγκαλούταν, συζητούσε θέματα εξαιρετικής σημασίας, όπως ήταν το Κυπριακό. Όμως, αφενός το γεγονός ότι ο βασιλιάς καλούσε όποιον ο ίδιος ήθελε και αφετέρου το γεγονός ότι στο Συμβούλιο ακούγονταν διαφορετικές απόψεις από τους πολιτικούς και από τον βασιλιά, διάβρωναν τον θεσμικό ρόλο του βασιλιά ως εγγυητή της ισότητας και ως αρχηγού του κράτους που έπρεπε να είναι υπεράνω των διαφωνιών και των πολιτικών μαχών. Επίσης, με το Συμβούλιο του Στέμματος, η συζήτηση για πολλά θέματα μεταφερόταν από την αίθουσα της Βουλής στα Ανάκτορα και σε έναν περιορισμένο κύκλο προσώπων, κάτι που, φυσικά, δεν προβλεπόταν.

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β’ (1940-). Πηγή εικόνας: benaki.org

Τέλος, είναι γνωστό ότι οι βασιλείς Παύλος και Κωνσταντίνος προσδοκούσαν να έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με το στράτευμα. Ο βασιλιάς, αν και ήταν αρχηγός του στρατού, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έπαιρνε αυτός τις αποφάσεις, αλλά υπήρχαν ειδικά όργανα που λάμβαναν αποφάσεις για την πολιτική του στρατού. Αντίθετα, όμως, ο βασιλιάς Παύλος και ο γιος του συμπεριφέρθηκαν σαν να ήταν οι πραγματικοί κυβερνήτες του στρατού. Χαρακτηριστική είναι η επιθυμία του βασιλιά Κωνσταντίνου να οριστεί Υπουργός Εθνικής Άμυνας πρόσωπο που θα θεωρούσε αυτός κατάλληλο.

Όλα τα παραπάνω έχουν γίνει αντικείμενο εκτενούς μελέτης και συζήτησης από διάφορους ειδικούς. Ανεξάρτητα από το αν ήταν ή όχι παραβιάσεις του Συντάγματος, οι ενέργειες του Στέμματος δείχνουν ότι υπήρχε στα μάτια του μια μοναρχική ερμηνεία απέναντι στο Σύνταγμα. Για τους βασιλείς, το πολίτευμα φαινόταν να είναι περισσότερο Συνταγματική Μοναρχία παρά Βασιλευομένη Δημοκρατία.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Αλιβιζάτος, Ν. Κ. (1995), Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση (1922-1974): όψεις της ελληνικής εμπειρίας, 3η έκδοση, Αθήνα: Εκδ. Θεμέλιο.
  • Βαβαρέτος, Γ. Α. (1961), Το Σύνταγμα της Ελλάδος (1952): ψήφισμα 31.12.1951, κείμενον Συντάγματος, ερμηνευτικά σχόλια και σημειώσεις υφ’έκαστον άρθρον, 3η έκδοση, Αθήνα: Εκδ. Σάκκουλας.
  • Νικολακόπουλος, Η. (2014), Η καχεκτική δημοκρατία: κόμματα και εκλογές, 1946-1967, 9η έκδοση, Αθήνα: Εκδ. Πατάκη.
  • Σιφναίος, Κ. Α. (1952), Το σύνταγμα του 1952: κείμενον — αιτιολογική έκθεσις — έκθεσις 40μελούς συνταγματικής επιτροπής υπό έκαστον άρθρον — αναλυτικόν αλφαβητικόν ευρετήριον, Αθήναι.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Άγγελος Μεταλλίδης
Άγγελος Μεταλλίδης
Είναι προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Γεννήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1998 και μεγάλωσε στην Καλαμαριά του νομού Θεσσαλονίκης. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα εντάσσονται στο χώρο της πολιτικής ιστορίας του νέου ελληνικού κράτους και στην διαμόρφωση των πολιτικών θεσμών και ιδεολογιών της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας.