3.8 C
Athens
Σάββατο, 22 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΜπανάλ εθνικισμός

Μπανάλ εθνικισμός


Του Κυριάκου Ζαχαράκη,

Οι εκδηλώσεις για τον πρόσφατο εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου συνιστούν πρόσφορο έδαφος για την επισκόπηση του λεγόμενου «κοινότοπου εθνικισμού», ενός όρου που ανάγεται στον ακαδημαϊκό Μάικλ Μπίλιγκ. Η επέτειος είναι η κατάλληλη αφορμή για να αναδειχθεί ο ρόλος των καθημερινών επιτελέσεων του έθνους στην αυτο-αναπαραγωγή της εθνικότητας μέσα από το επίπεδο της ασυνείδητης καθημερινότητας (Χατζόπουλος 2002).

Ο επιθετικός προσδιορισμός που περιέχει ο αγγλικός όρος (banal nationalism) δεν αντηχεί τον «άκακο» ή «αβλαβή» εθνικισμό, αφού «μόνο αθώος δεν είναι: αναπαράγει θεσμούς που κατέχουν βαρύ πολεμικό εξοπλισμό» (Billig 1995). Και αυτό συμβαίνει, γιατί ο εθνικισμός που επιτελείται στην καθημερινή ζωή, υφέρπει σε ανυποψίαστα ρητορικά σχήματα και υλικοποιείται σε απροσδόκητους χώρους: «κρυσταλλώνεται στα εθνικά και τα φυλετικά στερεότυπα ­ σε εκείνες, δηλαδή, τις παραστάσεις που, παρά τη ρευστότητά τους, συνθέτουν την καθημερινή, τη σχεδόν απτή παρουσία του εθνικισμού μέσα μας» (Λέκκας 2008). Και είναι αυτές οι καθημερινές αναπαραγωγές του έθνους που «επιτρέπουν τη διέγερση των εθνικών συναισθημάτων σε στιγμές κρίσης και που ενθαρρύνουν την υποστήριξη κυβερνητικών παρεμβάσεων, τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική σφαίρα» (Vico 2008).

Τραπεζογραμμάτιο των 1000 δραχμών, που απεικονίζει τον θεό Απόλλωνα. Ένα από τα επίδικα του εθνικισμού είναι να σφυρηλατήσει το εθνικό αίσθημα ανατρέχοντας στο αρχαίο παρελθόν. Η καθημερινή κυκλοφορία του χρήματος και η έκδοσή του από την κρατική αρχή νομιμοποιεί την παραπάνω σύνδεση και προσδίδει το απαραίτητο κύρος, ώστε η αδιάκοπη επαφή την κλασική εποχή να θεωρηθεί αυτονόητη. Πηγή εικόνας: mixanitouxronou.gr

Ο κοινότοπος εθνικισμός δίνει έκφραση σε πράξεις που, λόγω του περιεχομένου τους, καταφάσκουν την εθνικότητα. Τα σύμβολα που παραπέμπουν στην ιερή φύση του έθνους, όπως οι σημαίες και τα εθνόσημα έξω από κυβερνητικά κτίρια, «εξυμνούν το έθνος χωρίς ύμνους, το “κυματίζουν” χωρίς να υπάρχει κυματισμός […], δηλαδή το χαιρετίζουν μέσω μιας ήπιας, αλλά συνεχούς και απαρατήρητης δραστηριότητας» (Ψαρρού 2005). Μάλιστα, σταχυολογώντας ένα διαφωτιστικό παράδειγμα από τις «Φαντασιακές Κοινότητες» του Μπένεντικτ Άντερσον, «δεν θα βρει κανείς πιο παραστατικά εμβλήματα της σύγχρονης κουλτούρας του εθνικισμού από τα κενοτάφια και τα μνημεία του Άγνωστου Στρατιώτη. Το δημόσιο τελετουργικό δέος που συνοδεύει αυτά τα μνημεία, ακριβώς επειδή είναι είτε σκόπιμα κενά είτε κανείς δεν γνωρίζει ποιος κείτεται μέσα, δεν συναντάται στο παρελθόν. […] Αν και οι τάφοι αυτοί δεν περιέχουν λείψανα θνητών ή αθάνατες ψυχές, που μπορούν να ταυτιστούν με συγκεκριμένα πρόσωπα, είναι παρ’ όλα αυτά διαποτισμένοι από εθνικές φαντασιώσεις» (Anderson 1997).

Αυτές που τυγχάνουν λιγότερης προσοχής, χωρίς όμως να αναιρείται η σπουδαιότητά τους στην εμπέδωση του εθνικού αισθήματος, είναι οι γλωσσικές συμβάσεις, ιδιαίτερα οι επικλήσεις στα «καθ’ ημάς», στον «δικό μας τρόπο ζωής», στις «δικές μας παραδεδεγμένες αξίες και συνήθειες». Οι συγκεκριμένες λεκτικές επιλογές, που συνοψίζονται στην επίκληση κοινών σημαινόντων, παγιώνουν το έθνος ως μια φυσική κατηγορία, μολονότι είναι στην πραγματικότητα συγκροτημένη κοινωνικά (Βανδώρος 2015). Κατά συνέπεια, δεν απαιτείται τα έθνη να κινητοποιηθούν οργανώνοντας μαζικές εκστρατείες. Αρκεί «μια καθημερινή εκστρατεία αφοσίωσης και συσπείρωσης γύρω από το έθνος και τα συμφέροντά του» (Ψαρρού 2005).

Στιγμιότυπο από την περφόρμανς συμμετεχουσών σε παρέλαση της Νέας Φιλαδέλφειας, το 2018. Όταν μέσω μιας επιτέλεσης, υπό την ανάκρουση στρατιωτικών εμβατηρίων, πλήττεται ο καθωσπρεπισμός και την ίδια στιγμή εμπεδώνεται η δημοκρατία. «Τι άλλο είναι η δημοκρατία, παρά η τόλμη να πας κόντρα στην εδραιωμένη γνώμη και συνήθεια, η παρρησία να υπάρξεις στον δημόσιο χώρο ακολουθώντας μια διαδρομή και μια στάση διαφορετική από αυτήν που επιτάσσει η αυθόρμητη –ή όχι και τόσο αυθόρμητη- αστυνομία των σωμάτων και του βλέμματος»; (βλ. Άκης Γαβριηλίδης, Το ωραιότερο ΟΧΙ το είπε η Νέα Φιλαδέλφεια, nomadicuniversality.com). Πηγή εικόνας: in.gr

Η διαφορετική οπτική περί εθνικισμού, που εισηγείται ο Μπίλιγκ, δεν τον περιορίζει στις ακραίες του εκφάνσεις. Αντίθετα, τον προσδιορίζει ως ένα σύνηθες φαινόμενο της καθημερινότητας· μιας καθημερινότητας που βιώνεται και γίνεται κατανοητή σε σχέση με έναν κόσμο εθνών και, αναπότρεπτα, εκκολάπτει πολλές μορφές του εθνικισμού (Skey 2009). Και αν ισχύει ότι «η καθημερινότητα είναι το υπόβαθρο της κοινωνικής πραγματικότητας, αυτό που μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο» (Chaney 2002), τότε σε αυτό το επίπεδο πρέπει να διερευνήσουμε πώς οικοδομούνται και πώς νοηματοδοτούνται οι εθνικές ταυτότητες. Ιδιαίτερα, τη στιγμή που πολλοί σημειώνουν ότι η αποδοχή των εθνών, ως φυσικών διαιρέσεων του παγκόσμιο χώρου, είναι κομβικής σημασίας για τη συντήρηση της υπάρχουσας γεωπολιτικής τάξης (Penrose 1994).


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ 
  • Anderson, Benedict. Φαντασιακές κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού. Νεφέλη, 1997.
  •  Billig, Michael. Banal Nationalism. Sage, 1995.
  • Chaney, David. Cultural Change and Everyday Life. Palgrave, 2002.
  • Penrose, Jan. Mon pays ce n’est pas un pays: The concept of the nation as a challenge to the nationalist aspirations of the Parti Quebecois. Political Geography, 1994.
  • Skey, Michael. The national in everyday life: A critical engagement with Michael Billig’s thesis of Banal Nationalism. The Sociological Review, Μάιος 2009.
  • Vico, Sanja. Book Review: Everyday Nationhood: Theorising Culture, Identity and Belonging after Banal Nationalism. LSE Review of Books, 30 Απριλίου 2018.
  • Βανδώρος, Σωτήρης. Εισαγωγή στις πολιτικές ιδεολογίες. Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, 2015.
  • Λέκκας, Παντελής. Ζώντας με τον εθνικισμό. Το ΒΗΜΑ, 24 Νοεμβρίου 2008.
  • Χατζόπουλος, Μάριος. Έθνος και Εθνικισμός. Συνοπτική επισκόπηση ενός σύγχρονου επιστημονικού διαλόγου. Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, 2002.
  • Ψαρρού, Νέλλη. Εθνική Ταυτότητα στην Εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Gutenberg, 2005.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κυριάκος Ζαχαράκης
Γεννήθηκε το 2002 και είναι φοιτητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συμμετέχει συστηματικά σε σεμινάρια κοινωνικών και πολιτικών επιστημών. Κατέχει την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα.