19 C
Athens
Κυριακή, 28 Νοεμβρίου, 2021
ΑρχικήΙστορία1821-2021: 200 Χρόνια Ανεξαρτησίας και ΜνήμηςΟι σχέσεις του Ελληνικού Κράτους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο: Το εκκλησιαστικό ζήτημα

Οι σχέσεις του Ελληνικού Κράτους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο: Το εκκλησιαστικό ζήτημα


Του Βασίλη Δημόπουλου,

Η ιδέα της ανεξαρτησίας της Εκκλησίας δεν ήταν καινούρια για το νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος. Το αίτημα για ανεξαρτητοποίηση της ελλαδικής Εκκλησίας είχε ήδη διαμορφωθεί με την έκρηξη της Επανάστασης, καθώς η εν δυνάμει εκκλησιαστική απεξάρτηση της Ελλάδας από ένα Πατριαρχείο που βρισκόταν τότε κάτω από την οθωμανική εξουσία, μπορούσε να βλάψει τον Αγώνα. Το εκκλησιαστικό ζήτημα έμελλε να απασχολήσει ολοκληρωτικά την ελληνική κοινωνία, ειδικότερα κατά την περίοδο του Όθωνα και εν συνεχεία του Ιωάννη Κωλέττη, με τις αντίστοιχες ενέργειες που διαδραματίστηκαν.

Κατά την πολύκροτη περίοδο της Αντιβασιλείας, η αντιμετώπιση των εκκλησιαστικών ζητημάτων ήταν συνεχώς παρούσα στις πρώτες ενέργειες των Βαυαρών Αντιβασιλέων. Εν ολίγοις και περιληπτικά, κατά την προαναφερθείσα περίοδο, ανακηρύσσεται το Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας, διατάζεται το μόνιμο κλείσιμο πολλών μοναστηριών και πληθώρα μελών του Κλήρου υποτάσσεται στην κοσμική εξουσία. Η ενδελεχής διερεύνηση και λεπτομερής εξέταση του Εκκλησιαστικού Ζητήματος ξεκίνησε, λοιπόν, στις 23 Ιουλίου του 1833, όταν η Αντιβασιλεία προώθησε μέσω νομοθετικής Διακήρυξης την ανεξαρτητοποίηση της Ελληνικής Εκκλησίας. Αυτό, ουσιαστικά, σήμαινε πως το νεοσύστατο, τότε, ελληνικό βασίλειο έπαυε να ορίζεται αποκλειστικά μέσω της θρησκείας, αλλά εξ ολοκλήρου μέσω πολιτικών αποφάσεων.

Παράλληλα, το Αυτοκέφαλο συνιστούσε μια κίνηση που εγγράφεται στη γενικευμένη προσπάθεια της πάταξης των αυθαίρετων ενεργειών από παρακρατικές ομάδες και αποσκοπεί στην υπαγωγή της θρησκευτικής εξουσίας στην πολιτική. Η ελλαδική Εκκλησία γίνεται πλέον κρατικός θεσμός, απόλυτα ελεγχόμενος από την κρατική εξουσία, αποκτά καταστατικό λειτουργίας και αναγνωρίζει ως κεφαλή της το βασιλιά, ο οποίος, ως εντολοδόχος και απεσταλμένος του Θεού, όπως άλλωστε τιτλοφορούταν από τα μέσα και τους Αντιβασιλείς τότε, επιλέγει τους Επισκόπους της αρεσκείας του.

Απεικόνιση του απαγχονισμού του πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ και εκτέλεση κληρικών. Πηγή εικόνας: pentapostagma.gr

Δεν υπήρξαν, ωστόσο, όλα τα κοινωνικά στρώματα ικανοποιημένα από αυτή την εξέλιξη των γεγονότων. Κάτι που οδήγησε σταδιακά και εξελικτικά στην εκ νέου ρύθμιση του Εκκλησιαστικού Ζητήματος, από τον Πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλέττη, δώδεκα χρόνια αργότερα. Το Αυτοκέφαλο, λοιπόν, εκλαμβάνεται από ορισμένα κοινωνικά στρώματα και δημοσίους φορείς, ως απειλή και συνωμοσία κατά της Ορθοδοξίας. Μολονότι η ίδια η Εκκλησία ως θεσμός φαίνεται να προσαρμόζεται γρήγορα στο νέο πλαίσιο, το Αυτοκέφαλο αντιμετωπίζεται από μια μερίδα της κοινωνίας ως μια απειλή, που δύναται να κατακερματίσει την υφιστάμενη κοινωνική και πολιτική τάξη.

Συν τοις άλλοις, οι γενικότερες πολιτικές αποφάσεις των Βαυαρών ερμηνεύονταν από τους υποστηρικτές της ελλαδικής Ορθόδοξης Εκκλησίας πως αντιτίθενται στη θρησκευτικότητα που οφείλει να παρουσιάζει μια χώρα όπως η Ελλάδα. Τέτοιες αντιδράσεις επιμήκυναν χρονικά τη ξεκάθαρη και ολοκληρωτική επίλυση του Εκκλησιαστικού Ζητήματος, έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1840, όταν Πρωθυπουργός της χώρας υπήρξε ο αμφιλεγόμενος πολιτικός και ήρωας της Επανάστασης, Ιωάννης Κωλέττης.

Η μετωπική αντιμετώπιση του Εκκλησιαστικού Ζητήματος αποσιωπούνταν συνεχώς από τους πολιτικούς ηγέτες της απελεύθερης Ελλάδας, κατά τα πρώτα χρόνια σύστασης τους Έθνους. Η κυβέρνηση του Κωλέττη δε θα αποτελούσε εξαίρεση στο παραπάνω. Ειδικότερα, ο τότε Πρωθυπουργός δεν παρουσιαζόταν διατεθειμένος να ασχοληθεί με θέματα που πιθανώς να οδηγήσουν σε προστριβές και πολιτικές αψιμαχίες.

Δραματική απεικόνιση του απαγχονισμού του πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄. Πηγή εικόνας: oodegr.com

Ήδη, ωστόσο, από τον Ιανουάριο του 1845, είχε προσπαθήσει να επιφέρει κάποια λύση στο επίμαχο θέμα, διορίζοντας μια επιτροπή από κληρικούς και κοσμικούς για τη διευθέτησή του. Η εν λόγω επιτροπή είχε αναλάβει να εκπονήσει δύο σχέδια. Το ένα ταυτιζόταν με την ιδιότητα του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας ή όχι και τη διοίκησή της από όργανα και μέλη της ήδη υπάρχουσας κυβέρνησης και το άλλο αφορούσε τον αριθμό των επισκόπων και τον τρόπο που εκείνοι εισέπρατταν χρήματα από το κράτος.

Οι χρόνιες καιροσκοπικές αντιμετωπίσεις του ζητήματος είχαν δυναμιτίσει αρκετά την περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα, ειδικότερα από τους υποστηρικτές των κομμάτων που τάσσονταν υπέρ της Εκκλησίας. Έπειτα από έναν μήνα συνεχών διαβουλεύσεων της επιτροπής, αποφασίσθηκε να δοθεί στην Εκκλησία μεγαλύτερη αυτονομία. Παράλληλα, η Σύνοδος θα μετονομαζόταν σε «Σύνοδος της Εκκλησίας του Βασιλείου της Ελλάδας», ώστε να τονισθεί ακόμα περισσότερο η αυτονομία και ανεξαρτησία της Εκκλησίας από το κράτος. Το εν λόγω νομοσχέδιο προωθήθηκε στη Βουλή των Ελλήνων, λίγους μήνες αργότερα, τον Μάιο του 1845. Εν ολίγοις, οι νομοθετικές ρυθμίσεις του που παρουσιάζονταν τότε, ήταν συνυφασμένες, αν όχι ενισχυμένες, με τις αντίστοιχες των νομοσχεδίων του 1833 από τους Βαυαρούς. Η δικαιοδοσία της Εκκλησίας της χώρας περιοριζόταν σε υποθέσεις που δεν ενέπιπταν στη δικαιοδοσία της πολιτικής εξουσίας, ενώ ταυτόχρονα ο πρόεδρος της Συνόδου θα διοριζόταν από την ίδια την Κυβέρνηση. Σημαντική διαφοροποίηση με τις προηγούμενες ρυθμίσεις ήταν πως οι κληρικοί υποχρεούνταν, πλέον, να καταθέτουν, όταν και αν κλητεύονταν σε δικαστήρια, ως μάρτυρες.

Ήταν εύλογο να δημιουργηθούν έντονες διαμαρτυρίες για τούτες τις αποφάσεις από τους υποστηρικτές της ελλαδικής Εκκλησίας, με κύριο υποστηρικτή τον πολιτικό Μιχαήλ Σχινά, που θεωρούταν ο ηγέτης των ορθόδοξων δυνάμεων που βρίσκονταν στη Βουλή. Ο Κωλέττης, καθώς παρατηρούσε τις αντιδράσεις να εντείνονται, προσπάθησε να σιγήσει τις αποδοκιμασίες των άλλων κομμάτων, υπερψηφίζοντας το νομοσχέδιο. Κάτι τέτοιο, βέβαια, οδήγησε στο αντίθετο αποτέλεσμα, καθώς οι αντιδράσεις εντάθηκαν. Ο Πρωθυπουργός δεν προώθησε το νομοσχέδιο στη Γερουσία, ώστε από απλή νομοθετική πρόταση να μετατραπεί σε νόμο. Ίσως, μια τέτοια κίνηση να θεωρούταν ασφαλής, ως προς την καταστολή των συνεχόμενων διαμαρτυριών από την κοινωνία.

Πηγή εικόνας: timisto1821.gr

Συνοψίζοντας, η ιστορική ανάλυση του Εκκλησιαστικού Ζητήματος θεωρείται άρρηκτα συνδεδεμένη με την κοινωνική και πολιτική κατάσταση των πρώτων δεκαετιών, μετά την Απελευθέρωση και συνεχίζεται με το πέρασμα των χρόνων, ίσως μέχρι και σήμερα. Οι Βαυαροί επιχείρησαν να αποσπάσουν την Εκκλησία από την κρατική εξουσία, αλλά να παραμείνει ο έλεγχός της στους κρατικούς φορείς. Η κυβέρνηση Κωλέττη, μία δεκαετία αργότερα, θέλησε να συμπεριφερθεί ακόμη πιο ριζοσπαστικά, διαχωρίζοντας συλλήβδην τις δύο έννοιες, απομακρύνοντας τες από ταυτόσημες σημασίες. Δίχως, ωστόσο, να επικυρωθεί η νομοθετική προσπάθεια του πολιτικού, κυρίως ένεκα των πολύμορφων κοινωνικών αντιδράσεων. Το Εκκλησιαστικό Ζήτημα παρέμεινε, καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, μείζονος σημασίας για τα ελληνικά πολιτικά δρώμενα, χωρίς, βέβαια, να αντιμετωπίζεται μετωπικά.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Βασίλειος, Κρεμμυδάς (2016),  Η Επανάσταση του 1821,  Αθήνα: Εκδ. GUTENBERG
  • Συλλογικό Έργο (1976), Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΓ΄, Αθήνα: Εκδ. Αθηνών

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Βασίλης Δημόπουλος
Γεννημένος το 1998, μεγάλωσε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής. Είναι τελειόφοιτος του τμήματος Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, στην πόλη της Καλαμάτας. Από τα σχολικά του χρόνια μέχρι και σήμερα, αφιερώνει σημαντικό κομμάτι του ελεύθερου του χρόνου στην μελέτη της Νεότερης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Ιστορίας και στην συμμετοχή του σε Ιστορικές και Φιλολογικές ημερίδες. Του αρέσει ο αθλητισμός και ιδιαίτερα η καλαθοσφαίριση, η μαγειρική, η παρακολούθηση σειρών και η συναναστροφή με τους κοντινούς του ανθρώπους.