13.8 C
Athens
Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΟικονομίαΓιατί μία κυβέρνηση δεν μπορεί να τυπώνει άπειρα χρήματα;

Γιατί μία κυβέρνηση δεν μπορεί να τυπώνει άπειρα χρήματα;


Της Γωγώς Θεοδωρακοπούλου,

Ίσως κάποια στιγμή στη ζωή σας να έχετε διερωτηθεί για ποιο λόγο οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να τυπώσουν παραπάνω χρήματα, ώστε να δοθούν λύσεις σε ποικίλα θέματα που ταλανίζουν την οικονομία, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Αυτή φαντάζει μια εύλογη απορία, μιας και με αυτόν τον τρόπο θα ήμασταν σε θέση να μειώσουμε τα επίπεδα φτώχειας και να αυξήσουμε την ευημερία των κρατών ακολουθώντας απλά ένα βήμα: την εκτύπωση παραπάνω χρημάτων. Ανά τα χρόνια, η ιστορία μάς έχει επανειλημμένα αποδείξει πως το σενάριο αυτό είναι πολύ καλό για να είναι αληθινό, και στην πράξη καθίσταται εξαιρετικά αναποτελεσματικό. Ας δούμε όμως γιατί.

Είναι ευρέως διαδεδομένο πως η αυτούσια διαδικασία παραγωγής και εκτύπωσης χρημάτων δεν χαρακτηρίζεται από την υψηλή ένταση κόστους που απαιτείται, οπότε δεν είναι το κόστος το μελανό σημείο το συγκεκριμένου σεναρίου. Τα χρήματα δεν έχουν εγγενή αξία. Αυτό υπονοεί ότι από μόνα τους δεν κατέχουν πραγματική αξία – θεωρούνται πολύτιμα απλά και μόνο επειδή εμείς τους έχουμε προσδώσει αυτή την ιδιότητα. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται Tinkerbell Effect, και χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια κατάσταση που οφείλει την ύπαρξή της στην πεποίθηση που έχουμε δημιουργήσει για εκείνη. Συνεπώς, ο πλούτος δεν δημιουργείται με την απλή κατοχή «χάρτινων νομισμάτων», με σχεδόν μηδενικό κόστος παραγωγής — απλά αντιπροσωπεύεται με αυτά.

Ο βασικότερος λόγος που η εκτύπωση χρήματος αποτελεί μία αναποτελεσματική λύση ονομάζεται πληθωρισμός. Ο πληθωρισμός αποτελεί την ουσιαστική αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών μίας οικονομίας, σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, που προκαλεί πτώση στην αγοραστική δύναμη, καθώς κάθε μονάδα χρήματος αγοράζει λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες. Ο πληθωρισμός ισχύει για όλα τα προϊόντα και επηρεάζεται από την ποσότητα χρήματος που υπάρχει σε κοινωνικές και οικονομικές επιρροές.

Έτσι, αν τυπωθούν, λόγου χάριν, δύο φορές περισσότερα χρήματα, τότε οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών θα διπλασιαστούν ως απότοκο του γεγονότος ότι τα διπλάσια προκείμενα χρήματα χρησιμοποιούνται πλέον για την ίδια ποσότητα αγαθών μέσα σε μία οικονομία. Συνεπώς, αυξάνοντας την διαθέσιμη ποσότητα χρημάτων, οι άνθρωποι τα ξοδεύουν για να καταναλώσουν αγαθά, με φυσικό επακόλουθο να αποτελεί η αύξηση της ζήτησης των προϊόντων αυτών. Κατά αυτόν τον τρόπο, οι επιχειρήσεις έχουν την δυνατότητα να αυξήσουν τα επίπεδα των τιμών τους για να καλύψουν την ζήτηση που προέκυψε.

Στην ουσία, ο πληθωρισμός (ή ακόμη καλύτερα ο υπερπληθωρισμός) συμβαίνει όταν όλοι οι αγοραστές προσπαθούν να αγοράσουν τα ήδη υπάρχοντα αγαθά. Το ίδιο συνέβη και στην Αυστραλία το 2020, όταν η RBA (Reserve Bank of Australia) μείωσε το επιτόκιο μετρητών ενθαρρύνοντας το καταναλωτικό κοινό να πάρει δάνεια (κυρίως στεγαστικά). Έτσι, μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων στράφηκε σε αναζήτηση κατοικίας. Όμως, με την ίδια προσφερόμενη ποσότητα κατοικιών, ο πλέον μεγάλος αριθμός υποψήφιων αγοραστών δεν ανταποκρινόταν στα διαθέσιμα σπίτια. Καταλήγουμε, δηλαδή, ξανά στο συμπέρασμα ότι τα χαμηλότερα αυτά επιτόκια, τα οποία λειτουργούν παρόμοια με την εκτύπωση χρημάτων, επιφέρουν υπερπληθωρισμό.

Πηγή εικόνας: snowyduck.com

Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα πώς θα λειτουργούσε η εκτύπωση χρημάτων για μια οικονομία, ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν 100$ σε μία κυβέρνηση. Το καταναλωτικό κοινό έχει προσαρμόσει την οικονομική του δραστηριότητα αναλογικά με τα χρήματα αυτά. Ας υποθέσουμε τώρα ότι η κυβέρνηση αποφασίζει να τυπώσει άλλα 100$ και να τα μοιράσει (όπως και έκανε με επιταγές που εξέδωσε εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού). Έτσι, καταλήγουμε να έχουμε ίδιο αριθμό ατόμων και προϊόντων, αλλά αυτή τη φορά περισσότερα χρήματα. Δεδομένου ότι ο καθένας έχει περισσότερα δωρεάν χρήματα, αγοράζονται περισσότερα αγαθά και δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας. Το ενδεχόμενο αυτό φαντάζει ιδανικό, αλλά στην πραγματικότητα είναι ουτοπικό, διότι τα επιπρόσθετα 100$ που τυπώθηκαν, αποδυναμώνουν την αξία του νομίσματος και προκαλείται πληθωρισμός.

Ένας ακόμα σημαντικός λόγος που υποδεικνύει την αναποτελεσματικότητα του ενδεχομένου εκτύπωσης περισσότερων χρημάτων, αποτελεί την νομισματική διεθνή αστάθεια. Το USD αποτελεί την διεθνή νομισματική μονάδα, καθώς χρησιμοποιείται ως βάση για την μεταφορά χρημάτων σε όλο τον κόσμο. Κάθε φορά που οι Η.Π.Α. εκτυπώνουν μερικά τρισεκατομμύρια δολάρια, δεν υποβιβάζεται το δολάριο μόνο στις Η.Π.Α., αλλά σε ολόκληρο τον πλανήτη, καθιστώντας το ασταθές. Κατά τινά τρόπο, δημιουργείται πρόσφορο έδαφος σε άλλες οικονομίες να «πάρουν το πάνω χέρι» και να υπερισχύσουν, αναδεικνύοντας έτσι το δικό τους νόμισμα (η Κίνα ήδη έχει ασκήσει ικανοποιητικές πιέσεις πάνω σε αυτό το κομμάτι).

Εν κατακλείδι, η απάντηση στην προκείμενη ερώτηση είναι σαφέστατη, και ονομάζεται πληθωρισμός. Διάφορες χώρες ανά τα χρόνια έχουν επιχειρήσει να τυπώσουν χρήματα για να καλύψουν τα χρέη τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ζιμπάμπουε, όταν το 2008 η μεταβολή του επιπέδου των τιμών που αντιμετώπισε διπλασιαζόταν κάθε 24 ώρες και το ποσοστό πληθωρισμού της -επί τοις εκατό- αποτελούσε στο αποκορύφωμά του, τα 6,5 δισεκατομμύρια! Αξίζει να σημειωθεί πως το βιώσιμο ποσοστό πληθωρισμού αποτελεί το επίπεδο 1-3%.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Curious Kids: why don’t poorer countries just print more money?, The Open University, διαθέσιμο εδώ
  • Why don’t we print more money? – YouTube, διαθέσιμο εδώ
  • Why can’t we just print more money, since it really isn’t representative of anything of value? | Department of Economics (iastate.edu), διαθέσιμο εδώ

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Γωγώ Θεοδωρακοπούλου
Γεννηθείσα στην πόλη της Κορίνθου το 2000, σπουδάζει στο τμήμα Οικονομικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Πατρών, διανύοντας το τρίτο έτος φοίτησης ενώ ενδιαφέρεται να ασχοληθεί κυρίως με τα οικονομικά της ενέργειας. Παράλληλα, είναι λάτρης της μάθησης, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα και μαθαίνει μόνη της ισπανικά. Στον ελεύθερο χρόνο της ασχολείται με τον αθλητισμό, ενώ το πάθος της είναι το βόλλεϋ.