21.6 C
Athens
Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2021
ΑρχικήΝομικά ΘέματαΑσυνόδευτοι ανήλικοι αιτούντες άσυλο: Ομάδα με υψηλό δείκτη ευαλωτότητας

Ασυνόδευτοι ανήλικοι αιτούντες άσυλο: Ομάδα με υψηλό δείκτη ευαλωτότητας


Της Ελένης-Μαρίας Παναγή,

Προσφυγικό! Ένα πρόβλημα πολύ οικείο στη χώρας μας μετά τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους και τη Μικρασιατική Καταστροφή, το οποίο εξακολουθεί να την ταλανίζει μέχρι και σήμερα. Αιτία αυτού είναι η από το 2015 αυξημένη ροή των μεταναστών και των προσφύγων που καταφτάνουν στα ελληνικά νησιά δημιουργώντας, έτσι, μια αφόρητη πίεση στις αρμόδιες Αρχές, όσον αφορά την εξέταση των εκατοντάδων αιτήσεων ασύλου, αλλά και την εξασφάλιση των αναγκαίων υλικών συνθηκών για τους αιτούντες άσυλο. Δυστυχώς, οι χώρες της Ευρώπης, διαπιστώνοντας την αδυναμία της χώρας μας να ανταπεξέλθει σε αυτές τις ροές, έκαναν χρήση της δυνατότητας περί προσωρινού κλεισίματος των συνόρων, που προβλέπει ο χώρος Σένγκεν, επικαλούμενες θέματα εσωτερικής τάξης και ασφάλειας. Έτσι, πολλοί αιτούντες άσυλο έμειναν εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα μην έχοντας άλλη οδό διαφυγής.

Μεταξύ των χιλιάδων προσφύγων που φτάνουν στην Ελλάδα κάποιοι ανήκουν σε κατηγορίες που θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες, όπως είναι χαρακτηριστικά οι εγκυμονούσες γυναίκες, οι μονογονεϊκές οικογένειες, οι υπερήλικες, τα θύματα εμπορίας ανθρώπων ή σεξουαλικής κακοποίησης και οι ασυνόδευτοι ανήλικοι. Η βέλτιστη ικανοποίηση του συμφέροντος των ευάλωτων αποτελεί πρώτιστο μέλημα των τριών Οδηγιών που ενσωματώνονται στο Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου (Οδηγία 2011/95/ΕΕ για την αναγνώριση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, Οδηγία για τις συνθήκες υποδοχής 2013/33/ΕΕ και Οδηγία για τις διαδικασίες χορηγήσεως του καθεστώτος διεθνούς προστασίας 2013/32/ΕΕ). Απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση είναι να διαπιστωθεί η ευαλωτότητά τους, γεγονός που επιτυγχάνεται ύστερα από εξατομικευμένη έρευνα και αξιολόγηση διαφόρων ατομικών δεικτών ευαλωτότητας, όπως η ηλικία, η υγεία και τα  τυχόν ψυχικά νοσήματα του αιτούντος αλλά και συλλογικών δεικτών, όπως ο κοινωνικός στιγματισμός, η αρνητική στάση της κοινωνίας και τα εμπόδια στην πρόσβαση σε βασικά αγαθά. Κατά το ελληνικό σύστημα ασύλου, όταν προκύπτουν ενδείξεις αναφορικά με το ότι ένα πρόσωπο έχει υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη, τότε, κατά το άρ.72 παρ.3 του ν.4636/2019, οι αρμόδιες αρχές τον παραπέμπουν σε εκτίμηση της ευαλωτότητάς του από ειδικά υγειονομικά κλιμάκια. Αν διαπιστωθεί η ευαλωτότητα των αιτούντων άσυλο, τότε παραπέμπονται στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ) και παρακολουθούν ειδικά θεραπευτικά προγράμματα.

Πηγή Εικόνας: newsit.gr

Μία από τις παραπάνω ευάλωτες ομάδες, στην οποία αξίζει να αναφερθούμε εκτενώς ενόψει και της έντονης παρουσίας της στο ελληνικό έδαφος, είναι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι των οποίων το βέλτιστο συμφέρον αποτελεί πρώτιστο μέλημα των κρατών μελών αλλά και βασικό στόχο των παραπάνω Οδηγιών. Όπως ορίζει η Οδηγία 2011/95 ΕΕ για την αναγνώριση στο άρ.2 παρ.ιβ’, ασυνόδευτος είναι ο ανήλικος που φτάνει στο έδαφος των κρατών μελών χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικο υπεύθυνο για αυτόν και εφόσον κανένας ενήλικος δεν ασκεί στην πράξη την επιμέλειά του. Ο όρος καλύπτει, επίσης, και τον ανήλικο που αφέθηκε ασυνόδευτος κατόπιν της εισόδου του στο έδαφος των κρατών μελών. Πρόκειται για ανηλίκους προερχόμενους από εμπόλεμες και φτωχές χώρες -κατά κύριο λόγο από Αφγανιστάν, Συρία και Πακιστάν- οι οποίοι έχουν ένα κοινό όνειρο, να προωθηθούν προς χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, προκειμένου να αναζητήσουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και να επανενωθούν με την οικογένειά τους. Εμπόδια, όμως, στην πραγματοποίηση αυτού του ονείρου στέκονται τα χαρτιά τους πάνω, στα οποία αναγράφεται η φράση «ανήλικος άνευ συνοδού». Όσον αφορά, μάλιστα, συγκεκριμένα την επανένωση, πρόκειται για μια διαδικασία ιδιαίτερα χρονοβόρα, η οποία διεξάγεται υπό τη στενή συνεργασία των αστυνομικών αρχών των διαφόρων κρατών. Τη δυνατότητα επανένωσης προβλέπουν και οι Κανονισμοί Δουβλίνο ΙΙ και Δουβλίνο ΙΙΙ, στους οποίους μάλιστα ορίζεται ότι αρμόδια κράτη για να εξετάσουν τις αιτήσεις ασύλου των ανηλίκων είναι τα κράτη στα οποία είναι εγκατεστημένα νομίμως τα μέλη της οικογένειάς τους.

Όπως γίνεται αντιληπτό, τα παιδιά αυτά είναι ιδιαιτέρως ευάλωτα. Η ταλαιπωρία και οι κακουχίες που έχουν βιώσει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους προς την Ελλάδα αλλά και η έκθεσή τους σε αυξημένους κινδύνους ατυχημάτων, κακοποιήσεων και εκμετάλλευσης από οργανωμένα κυκλώματα διακινητών, τους οποίους πληρώνουν αδρά για να τους προωθήσουν παράνομα στην Ελλάδα, τα ανάγκασαν να μεγαλώσουν γρήγορα και να ζήσουν τραυματικές εμπειρίες που θα τα συνοδεύουν σε ολόκληρη τη ζωή τους. Ακριβώς λόγω αυτών των τραυματικών εμπειριών που έχουν βιώσει, το σύστημα ασύλου τους παρέχει ιδιαίτερα αυξημένη προστασία μέσω των τριών προαναφερόμενων ενωσιακών Οδηγιών, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη με τον ν.4636/2019.

Αρχικά, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να προσδιορίσουν την ηλικία του αιτούντος άσυλο ασυνόδευτου ανηλίκου και σε περίπτωση που διατηρούν επιφυλάξεις για την ηλικία του, οφείλουν κατά το άρ.25 παρ.5 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ για τις διαδικασίες, να τον υποβάλλουν σε ιατρικές εξετάσεις, εφόσον λάβουν τη συναίνεση είτε του ιδίου είτε των εκπροσώπων του. Η εξέταση γίνεται με τον λιγότερο παρεμβατικό τρόπο από ειδικούς στον κλάδο υγείας και με κύριο γνώμονα την αξιοπρέπεια του ανηλίκου, κατόπιν ενημέρωσής του για το είδος των εξετάσεων. Ύστερα, εφόσον τους αναγνωρισθεί το καθεστώς της διεθνούς προστασίας, δηλαδή το καθεστώς του πρόσφυγα ή το καθεστώς επικουρικής προστασίας, οφείλουν να εξασφαλίσουν την εκπροσώπησή τους, η οποία μπορεί να γίνει, κατά το άρ.31 παρ.1 της Οδηγίας 2011/95 ΕΕ, από κηδεμόνα ή κάποια μη κυβερνητική οργάνωση. Όσον αφορά τη διαμονή τους, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι διαμένουν είτε μαζί με συγγενείς τους είτε με κάποια οικογένεια, η οποία αναλαμβάνει προσωρινά την επιμέλειά τους είτε σε ειδικά κέντρα φιλοξενίας. Κατά κανόνα, τα αδέρφια δεν αποχωρίζονται το ένα από το άλλο στο μέτρο πάντοτε του εφικτού (άρ.31 παρ.4 Οδηγία. 2011/95 ΕΕ), ενώ παράλληλα διεξάγονται έρευνες από τις κρατικές αρχές για τον εντοπισμό της οικογένειάς τους με άκρα μυστικότητα. Όσον αφορά τις συνθήκες διαβίωσής τους (Οδηγία 2013/33/ΕΕ), τα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένοι οι αιτούντες άσυλο ανήλικοι, οφείλουν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να διασφαλίσουν στους ίδιους τους ανηλίκους αλλά και στα μέλη της οικογένειάς τους ένα επαρκές βιοτικό επίπεδο, το οποίο συνίσταται στην παροχή της κατάλληλης στέγασης, διατροφής, ενδυμασίας, περίθαλψης και πρόσβαση στην εκπαίδευση. Το ενδεχόμενο της κράτησης ενός ανηλίκου συζητείται μόνο στην περίπτωση που υπάρχει έσχατη ανάγκη και εφόσον έχουν αποκλειστεί άλλα ηπιότερα μέτρα, ενώ αποκλείεται η κράτηση αυτών να γίνει σε σωφρονιστικά καταστήματα.

Πηγή Εικόνας: newsit.gr

Παρά τις αυξημένες εγγυήσεις προστασίας που παρέχουν οι Οδηγίες για τους ασυνόδευτους ανηλίκους, η χώρα μας καταδικάστηκε από το ΕΔΔΑ για παραβίαση κάποιων θεμελιωδών δικαιωμάτων ανηλίκου στην υπόθεση «Rahimi κατά Ελλάδος» (αρ.8687/08, 05/07/2011). Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, ο Rahimi ήταν ένας ανήλικος Αφγανός, ο οποίος κατέφτασε το 2007 στη Παγανή της Λέσβου, όπου και κρατήθηκε σε ειδικό κέντρο υποδοχής μαζί με άλλους ενήλικες πρόσφυγες σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης, στερούμενος το δικαίωμα επαρκούς σίτισης και πρόσβασης σε δικηγόρο. Αργότερα, οι ελληνικές αρχές τον διέταξαν να αποχωρήσει από την Ελλάδα στο πλαίσιο απέλασής του, αφήνοντάς τον ελεύθερο να περιπλανιέται χωρίς κανένα μέσο βιοπορισμού μέχρι που τον περιμάζεψε μια οργάνωση, η οποία και τον φιλοξένησε. Εν συνεχεία, ο Rahimi υπέβαλε προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ το 2008, το οποίο απεφάνθη ότι η Ελλάδα είχε παραβιάσει το άρ.3 της ΕΣΔΑ περί απαγόρευσης των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης, δεδομένων των κακών συνθηκών φιλοξενίας του Rahimi, ενόψει και της ιδιαιτέρως ευάλωτης κατάστασής του. Παράλληλα, η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση του άρ.5 της ΕΣΔΑ περί προστασίας της προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας, καθώς οι ελληνικές αρχές επέβαλαν απευθείας κράτηση στον ανήλικο δίχως να εξετάσουν το ενδεχόμενο λήψης εναλλακτικών μέτρων, αγνοώντας ότι η κράτηση συνιστά έσχατο μέτρο. Τέλος, η Ελλάδα καταδικάστηκε για παραβίαση του άρ.13 της ΕΣΔΑ περί του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής, διότι δεν του παρασχέθηκαν επαρκείς πληροφορίες για τα δικαιώματά του και το επίπεδο των συνθηκών φιλοξενίας σε γλώσσα που να κατανοεί, προκειμένου να ασκήσει προσφυγή. Οι καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος της Ελλάδας είχαν βέβαια και αποζημιωτικό χαρακτήρα, καθώς η χώρα μας αναγκάστηκε να καταβάλει τα ποσά: 15.000 ευρώ για μη χρηματική ζημία και 1000 ευρώ για δαπάνες και έξοδα.

Από τα παραπάνω, γίνεται αντιληπτό ότι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι ως παιδιά ψυχικά και σωματικά δοκιμασμένα συνιστούν ομάδα με υψηλό δείκτη ευαλωτότητας που επιζητούν την προσοχή όλων μας και γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να τυγχάνουν της βέλτιστης φροντίδας των Αρχών.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Η υπόθεση Rahimi διαθέσιμη εδώ
  • Δίκαιο Αλλοδαπών/Εκδόσεις Σάκκουλα 2015/Ζωή Παπασιώπη – Πασιά με τη συνεργασία του Βασιλείου Κούρτη
  • Έρευνα της ΕΡΤ για ασυνόδευτους ανηλίκους, Α’ Μέρος, Β’ Μέρος και Γ’ Μέρος
  • Η Οδηγία για διαδικασίες χορήγησης και ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας διαθέσιμη εδώ
  • Η Οδηγία για την αναγνώριση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας διαθέσιμη εδώ
  • Ο νόμος 4636/2019 διαθέσιμος εδώ

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ελένη-Μαρία Παναγή
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 2000 και κατοικεί στον Πειραιά. Είναι τριτοετής φοιτήτρια Νομικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μιλά την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα. Την γοητεύουν ιδιαίτερα τα ταξίδια, η ενασχόληση με τον χορό και τον εθελοντισμό και η παρακολούθηση σεμιναρίων συναφών με το αντικείμενο των σπουδών της. Πιστεύει πως κάθε άνθρωπος πρέπει να θέτει υψηλούς στόχους επιστρατεύοντας κάθε θεμιτό μέσο και κάθε ψυχική του δύναμη για την επίτευξή τους.