32.1 C
Athens
Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου, 2021
ΑρχικήΙστορίαΟι εθνικές μειονότητες στη Ρουμανία και οι πολιτικές εκρουμανισμού της χώρας τον...

Οι εθνικές μειονότητες στη Ρουμανία και οι πολιτικές εκρουμανισμού της χώρας τον 20ο αιώνα


Της Παναγιώτας Λούπα,

Η Ρουμανία ήταν ανάμεσα στις νικήτριες χώρες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1918). Με την προσάρτηση της Τρανσυλβανίας, της Μπουκοβίνας, του Βανάτου και της Βεσσαραβίας, δημιουργήθηκε η «Μεγάλη Ρουμανία». Η σημαντική αύξηση του πληθυσμού, ωστόσο, έφερε μεταβολές στο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα. Μάλιστα, το 30% του πληθυσμού αποτελούνταν από «ανεπιθύμητες μειονότητες».

Διοικητικός χάρτης της Ρουμανίας το 1930. Πηγή εικόνας: en.wikipedia.org

Τη δεκαετία του ’20, αρκετά κόμματα τάχθηκαν εναντίον των διαφορετικών εθνικών ομάδων και υπέρ της ξενοφοβίας. Μόνο το κομμουνιστικό κόμμα απαρτίζονταν κυρίως από εκπροσώπους μειονοτήτων (Ούγγρους, Βούλγαρους, Εβραίους), αλλά σύντομα, το 1924, κηρύχθηκε παράνομο. Παράλληλα, οι Ούγγροι της Τρανσυλβανίας δεν αποδέχθηκαν τη ρουμανική κυριαρχία. Η ρουμανική κυβέρνηση απαγόρευσε τη λειτουργία των ουγγρικών σχολείων εκτός των ιδιωτικών, ενώ η αγροτική μεταρρύθμιση του 1920-22 έφερε δυσμενείς συνέπειες για τους Ούγγρους. Θύματα της αγροτικής μεταρρύθμισης ήταν και οι Μολδαβοί της Βεσσαραβίας, οι οποίοι, πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν είχαν καμία επαφή με τους Ρουμάνους και δεν αναγνώριζαν επίσης τη ρουμανική κυριαρχία. Στη Βόρεια Δοβρουτσά, για την ενίσχυση του ρουμανικού στοιχείου, εγκαταστάθηκαν Κουτσόβλαχοι της Μακεδονίας από τις ρουμανικές αρχές, ενώ η παρουσία της βουλγαρικής μειονότητας δεν αναγνωρίστηκε.

Οι σχέσεις της γερμανικής μειονότητας με τους Ρουμάνους ήταν φυσιολογικές και πολύ καλύτερες από εκείνες μεταξύ των Ρουμάνων και της ουγγρικής μειονότητας. Στις 9 Δεκεμβρίου 1919, σύμφωνα με μια σύμβαση για την προστασία των μειονοτήτων που υπογράφηκε στο Παρίσι με τους Συμμάχους, η Ρουμανία εξασφάλισε βασικές ελευθερίες για τους Γερμανούς υπηκόους της, όπως και για άλλες εθνικές ομάδες. Το σύνταγμα του 1923 αναγνώρισε την ισοτιμία όλων των πολιτών οποιασδήποτε εθνικότητας, γλώσσας και θρησκείας. Το σύνταγμα νομιμοποίησε τις ελευθερίες της γερμανικής μειονότητας που αναφέρθηκαν στη σύμβαση με τους Συμμάχους και παρείχε κάποια αστικά και πολιτικά δικαιώματα στην, ανεπιθύμητη τον 19ο αιώνα, εβραϊκή μειονότητα.

Η βασιλεία του Καρόλου Β’ (1930-1940) ακολούθησε πολιτικές εναντίον των Εβραίων και άλλων εθνικών μειονοτήτων. Ωστόσο, οι Ρομά της Ρουμανίας δεν θεωρήθηκαν εθνική μειονότητα και, καθώς ο ρουμανικός εθνικισμός δεν υιοθέτησε αντι-ρομά πολιτικές κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, οι Ρομά δεν βίωσαν κάποια εκδίωξη. Πρακτικές εκρουμανισμού και εθνικισμού δεν εντοπίζονται στην πολιτική, αλλά στην επιστήμη. Ο επιστημονικός κλάδος της περιόδου 1918-1940 κατακρίνει τόσο τους Ρομά όσο και τους Εβραίους. Οι επιστήμονες της εποχής θεώρησαν τους Εβραίους και τους Ρομά εθνικό κίνδυνο για το ρουμανικό έθνος.

Λόγω της διατήρησης των καλών ελληνορουμανικών σχέσεων από τους Βαλκανικούς Πολέμους, η ελληνική μειονότητα είχε διαφορετική αντιμετώπιση από τις υπόλοιπες εθνικές ομάδες. Η ελληνική κυβέρνηση έθεσε το ζήτημα της ελληνικής μειονότητας και, με τη διαμεσολάβηση της κυβέρνησης του φιλέλληνα Ρουμάνου ιστορικού Nicolae Iorga, οι Έλληνες εξαιρέθηκαν από νόμους που θεσπίστηκαν για τους μειονοτικούς πληθυσμούς (για παράδειγμα, την απαγόρευση άσκησης ορισμένων επαγγελμάτων). Το 1931 υπογράφηκε σύμφωνο με το οποίο λύθηκαν οριστικά τα ζητήματα εγκατάστασης, άσκησης επαγγέλματος της ελληνικής μειονότητας, λειτουργίας των ελληνικών εκκλησιών και σχολείων.

Η Ρουμανία μετά τις εδαφικές απώλειες του 1940. Πηγή εικόνας: en.wikipedia.org

Μετά την εγκατάλειψη του θρόνου από τον Κάρολο Β’, την εξουσία ανέλαβε ο έως τότε αξιωματικός Ion Antonescu (1940-1944) και επέβαλε διδακτορικό καθεστώς. Το καθεστώς του ήταν φιλογερμανικό, αντισημιτικό και πήρε μέτρα κατά της εβραϊκής μειονότητας, που αφορούσαν την απαγόρευση μεικτών γάμων με Ρουμάνους, την καθιέρωση νόμων με αυστηρότερες ποινές για τους Εβραίους σε σύγκριση με τους Ρουμάνους, την επιβολή φόρων και υψηλότερων τιμών στα τρόφιμα αποκλειστικά για τους Εβραίους. Πολλοί Εβραίοι, «λαθρομετανάστες» των προηγούμενων δεκαετιών, υποχρεώθηκαν σε αναγκαστική μετανάστευση. Με την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη συνεργασία του Antonescu με τον Χίτλερ, το 1941, η ρουμανική κυβέρνηση, με τη βοήθεια των γερμανικών στρατευμάτων, εξόντωσε τους Εβραίους του Ιασίου, της Βεσσαραβίας και της Βόρειας Μπουκοβίνας και όσοι επιβίωσαν, αργότερα εκτοπίστηκαν στην Υπερδνειστερία, όπου εκτελέστηκαν ή πέθαναν εξαιτίας κακουχιών. Περίπου 280.000 Εβραίοι εξοντώθηκαν από την αντισημιτική πολιτική του Antonescu.

Μετά την ανατροπή της δικτατορίας Antonescu, την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στη Ρουμανία και την επιβολή ρουμανοσοβιετικού συμφώνου, που ισοδυναμούσε με την παραχώρηση της Βόρειας Μπουκοβίνας και της Βεσσαραβίας στην ΕΣΣΔ, οι Σοβιετικοί υποσχέθηκαν την προσχώρηση της Βόρειας Τρανσυλβανίας, μόνο ύστερα από την πλήρη κομμουνιστικοποίηση της χώρας. Το γεγονός αυτό οδήγησε μακροπρόθεσμα σε δυσμενείς πολιτικές εις βάρος του ουγγρικού πληθυσμού της Τρανσυλβανίας, καθώς για τους Ρουμάνους η σημαντική αυτή περιοχή θεωρείται κοιτίδα του πολιτισμού τους, ενώ αποτελεί πεδίο τριβής στις ρουμανοουγγρικές σχέσεις για το εάν πράγματι οι Ρουμάνοι ήταν οι ιστορικά αυτόχθονες κάτοικοι. Ωστόσο, την πρώτη δεκαετία της κομμουνιστικοποίησης, λόγω της αδυναμίας της μεταπολεμικής κυβέρνησης του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρουμανίας και της σχετικής προστασίας των εθνικών μειονοτήτων που επέβαλε η Σοβιετική Ένωση, η ουγγρική μειονότητα δεν αντιμετώπιζε προβλήματα. Η κυβέρνηση του Πέτρου Γκρόζα, που δημιουργήθηκε από τα σοβιετικά στρατεύματα, υιοθέτησε προσωρινά πρακτικές συμφιλίωσης με τον ουγγρικό πληθυσμό στην Τρανσυλβανία και ίδρυσε το ουγγρικό πανεπιστήμιο Babeș-Bolyai στην Κλουζ. Κάτω από τις σοβιετικές πιέσεις, εφαρμόστηκε το 1952 σύνταγμα, που εξασφάλισε σε όλες τις εθνικές μειονότητες το δικαίωμα της διδασκαλίας και χρήσης της μητρικής τους γλώσσας. Η περιοχή της Βόρειας Τρανσυλβανίας αναγνωρίστηκε, τουλάχιστον πολιτισμικά, ως μία αυτόνομη περιοχή.

Το 1958 πραγματοποιήθηκε η αποχώρηση των Σοβιετικών στρατευμάτων από τη Ρουμανία, καθώς είχε πλέον παγιωθεί το κομμουνιστικό καθεστώς και από εκείνη τη στιγμή η πολιτισμική αυτονομία της επαρχίας, με την πάροδο των χρόνων, άρχισε έτσι να συρρικνώνεται. Παραβιάστηκε το σύνταγμα του 1952, αφού, μέχρι το τέλος του 1962, το ουγγρικό πανεπιστήμιο της Κλουζ εντάχθηκε στο ρουμανικό. Δεν υπήρχε κανένα ουγγρικό σχολείο και δεν επιτρεπόταν η διδασκαλία της ουγγρικής γλώσσας, η οποία αντικαταστάθηκε από τη ρουμανική. Παρά την πληθυσμιακή υπεροχή των Ούγγρων στη Βόρεια Τρανσυλβανία, η ουγγρική επιρροή αποδυναμώθηκε στον βαθμό που τα μέλη των τοπικών συμβουλίων και των πολιτιστικών ιδρυμάτων ήταν κυρίως Ρουμάνοι. Όλα αυτά τα μέτρα υποδηλώνουν την πολιτική εκρουμανισμού, που ακολούθησε η εθνικιστική κυβέρνηση του Gheorghe Gheorghiu-Dej (Γκεόργκε Γκεοργκίου-Ντεζ).

Την περίοδο 1965-1970, ενισχύθηκαν τα εθνικιστικά αισθήματα τόσο στην Ουγγαρία όσο και στη Ρουμανία. Την περίοδο της ηγεσίας Νicolae Ceaușescu (Νικολάε Τσαουσέσκου, 1965-1989) προπαγανδίστηκε η δακορωμανική ιστορική σημασία της Τρανσυλβανίας. Το γεγονός αυτό προκάλεσε τριβές μεταξύ των Ρουμάνων και Ούγγρων ιστορικών, καθώς οι τελευταίοι αμφισβήτησαν τη ρουμανική καταγωγή της επαρχίας. Ο Τσαουσέσκου επισκεπτόταν συχνά την περιοχή, σχεδιάζοντας την καταστροφή των ουγγρικών χωριών και μνημείων και τη δημιουργία καλλιεργήσιμων εκτάσεων στη θέση τους, αποσκοπώντας έτσι στην αναγκαστική εκτόπιση του ουγγρικού πληθυσμού.

Ο Νicolae Ceaușescu (1918-1989). Πηγή εικόνας: rte.ie

Τα ουσιαστικότερα ζητήματα προς επίλυση αφορούσαν την ουγγρική μειονότητα. Μετά το τέλος της κομμουνιστικής περιόδου, την υπογραφή ρουμανοουγγρικού συμφώνου (1995), που αφορούσε την παραίτηση των ουγγρικών διεκδικήσεων στην Τρανσυλβανία και την ένταξη των δύο χωρών στην Ε.Ε, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών άρχισαν να βελτιώνονται.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Σφέτας, Σ. (2011), Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, τόμος β’, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Βάνιας.
  • Gheorghe, N. (1991), “Roma-Gypsy Ethnicity in Eastern Europe”, από το Social Research, vol. 58, No. 4, The Johns Hopkins University Press, p. 829-844. Διαθέσιμο εδώ.
  • Váli, F. (1966), “Transylvania and the Hungarian minority”, από το Journal of International Affairs, vol. 20, No. 1, Journal of International Affairs Editorial Board, p. 32-44. Διαθέσιμο εδώ.
  • Kopyś, T.,  Stanek, T. (2008), “From the history of Hungarian autonomy in Transylvania in 1952-1968”, από το Politeja, No. 10/1, Księgarnia Akademicka, p. 175-186. Διαθέσιμο εδώ.
  • Castellan, G. (1971), “The Germans of Rumania”,  από το Journal of Contemporary History, vol. 6, No. 1, Sage Publications, Inc., p. 52-61, 63-75. Διαθέσιμο εδώ.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Παναγιώτα Λούπα
Γεννήθηκε το 2000 και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια. Σήμερα ζει και σπουδάζει στην Θεσσαλονίκη, στο τμήμα Βαλκανικών Σλαβικών και Ανατολικών σπουδών. Ενδιαφέρεται για την Ευρωπαϊκή, Ρωσική και Παγκόσμια ιστορία και τον πολιτισμό. Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική και μαθαίνει κι άλλες ξένες γλώσσες στην σχολή. Της αρέσει η άθληση και λατρεύει ταξίδια.