29.5 C
Athens
Σάββατο, 31 Ιουλίου, 2021
ΑρχικήΙστορίαΕπιχείρηση Αττίλας Ι: Το προσωρινό τέλος του κυπριακού δράματος

Επιχείρηση Αττίλας Ι: Το προσωρινό τέλος του κυπριακού δράματος


Του Κωνσταντίνου Δήμου,

Η έναρξη της επιχείρησης «Αττίλας Ι» συντελέστηκε στις 20 Ιουλίου 1974, στις 5 το πρωί, από τον τουρκικό παράγοντα. Αφορμή στάθηκε το δικαίωμα προστασίας της τουρκικής πληθυσμιακής μειονότητας στο νησί, βάσει της Συνθήκης Εγγυήσεως του 1960. Αυτή η αναπάντεχη κίνηση του Τούρκου πρωθυπουργού, Mustafa Bulent Ecevit, έπιασε εξαπίνης τόσο τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο όσο και τον Αμερικανό υφυπουργό εξωτερικών, Joseph Sisco.

Οι κυπριακές δυνάμεις αιφνιδιάστηκαν. Δεν διέθεταν τον εξοπλισμό και το ανθρώπινο δυναμικό για να εναντιωθούν στην -προετοιμασμένη από πριν- τουρκική πολεμική μηχανή. Η τελευταία διατηρούσε τη δυνατότητα επίθεσης αέρος-εδάφους (120 τουρκικά αεροσκάφη), θαλάσσης-αέρος (8 με 9 αντιτορπιλικά, 5 με 7 υποβρύχια και άλλου υποστηρικτικού τύπου πλοιάρια), αλλά και δυνάμεις πεζικού στο νησί [45 αποβατικά σκάφη, 40.000 άνδρες, 650 άνδρες των τουρκικών δυνάμεων καταδρομής (ΤΟΥΡΔΥΚ) και 8.000 με 9.000 Τουρκοκύπριους].

οι θέσεις των τουρκικών δυνάμεων στις 20 Ιουλίου 1974. Πηγή εικόνας: wikiwand.com

Το τουρκικό σχέδιο αποτελούνταν από μια συγχρονισμένη επίθεση, κατά την οποία οι τουρκικές δυνάμεις, στα νότια της Τουρκίας από τις στρατιωτικές βάσεις Μερσίνας, Αλεξανδρέτας και Αδανών, θα αποβιβάζονταν και θα καταλάμβαναν το βόρειο μέρος του νησιού. Σκοπός ήταν η δημιουργία προγεφυρωμάτων–βάσεων ανεφοδιασμού, οι οποίες θα λειτουργούσαν ως ερείσματα για την απόβαση περαιτέρω ενισχύσεων για την εδαφική διχοτόμηση του νησιού, αποσπώντας έως και την κυπριακή πρωτεύουσα. Οι κυπριακές ένοπλες δυνάμεις διέπραξαν το στρατηγικό λάθος να μη θέσουν ως προτεραιότητα την καταστροφή τους, ώστε να αποκόψουν την υποστήριξη τους προς τους τουρκοκυπριακούς θύλακες.

Αντίθετα, όμως, οι τουρκικές δυνάμεις στην περιοχή Πλατανιά της Κυρήνειας συνέχισαν να ενισχύονται με πολεμικό εξοπλισμό κι ανθρώπινο δυναμικό. Ένα ακόμα λάθος που διέπραξε η κυπριακή στρατιωτική ηγεσία ήταν η καθυστέρηση του ταξίαρχου Μιχαήλ Γεωργίτση να κηρύξει την κυπριακή αντεπίθεση και την ενεργοποίηση των ασύρματων επικοινωνιών για την άμυνα του νησιού.

Όσο η τουρκική εισβολή συνεχιζόταν, η Αθήνα παρέμεινε αμέτοχη στις εξελίξεις: η ελληνική κυβέρνηση, υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Φαίδωνα Γκιζίκη και τον ταξίαρχο Δημήτρη Ιωαννίδη, δεν ανέμενε μια τέτοια εξέλιξη. Σύμφωνα με τις εκθέσεις του αντιπτέραρχου Παπανικολάου και του αντιναύαρχου Αραπάκη, η Ελλάδα ήταν απροετοίμαστη και οι κινήσεις του Πολεμικού Συμβουλίου σπασμωδικές και πρόχειρες: η κήρυξη γενικής επιστράτευσης έγινε «απλά για να γίνει», ενώ δεν έγινε ποτέ κήρυξη πολέμου προς την Τουρκία για την παραβίαση των διεθνών συνθηκών. Οι λόγοι μη εμπλοκής ήταν ποικίλοι: η απόσταση Ελλάδας-Κύπρου καθιστούσε απαγορευτικό το οικονομικό κόστος, ενώ μια επέμβαση της Ελλάδας στην Κύπρο θα επέφερε μάλλον ένα γενικευμένο ελληνοτουρκικό πόλεμο, με τεράστιο πολιτικό και στρατιωτικό κόστος για τη χούντα Ιωαννίδη σε περίπτωση ήττας. Οι Αμερικανοί, άλλωστε, συνιστούσαν η Ελλάδα να παραμείνει αμέτοχη. Μάλιστα, ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Γρηγόριος Μπονάνος και ο πρόεδρος Γκιζίκης, με την ιδιότητα του στρατηγού, διέταξαν την απομάκρυνση των υποβρύχιων και των μαχητικών αεροσκαφών που θα μπορούσαν να επέμβουν, αφού βρίσκονταν κοντά στην Κρήτη. Ενδεικτικά, 18 αεροπλάνα F-84F βρίσκονταν σε ετοιμότητα στο Καστέλλι της Κρήτης.

Οι κινήσεις των τουρκικών και ελληνοκυπριακών δυνάμεων στις 21 Ιουλίου. Πηγή εικόνας: wikipedia.org

Τις επόμενες δύο ημέρες ωστόσο, μέχρι και την εκεχειρία στις 16.00 η ώρα την 22η Ιουλίου, σημειώθηκαν κάποιες συμπλοκές μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, όπως η αερομαχία πάνω από τη Σκύρο μεταξύ τριών ελληνικών αεροπλάνων F-5 με δύο τουρκικά F-102, εκ των οποίων το ένα τελικά καταρρίφθηκε. Αξιοσημείωτα είναι επίσης και κάποια λάθη ή τεχνικές αστοχίες που παρατηρήθηκαν και από τις δύο πλευρές: μεγάλο μέρος του ελληνικού πολεμικού εξοπλισμού παρουσίασε βλάβες, δείχνοντας το πόσο απροετοίμαστη ήταν η Ελλάδα στο ενδεχόμενο μιας ελληνοτουρκικής σύρραξης. Από την άλλη, οι τουρκικές δυνάμεις δεν ήταν εμπειροπόλεμες, καθώς είχαν να εμπλακούν σε μάχη από το 1922. Συνεπώς, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το μεσημέρι της 21ης Ιουλίου τουρκικά αεροπλάνα επιτέθηκαν σε φίλια αντιτορπιλικά σκάφη στην Πάφο, καθώς τα πέρασαν για ελληνικά. Ένα από αυτά, το «Κοτζατεπέ» χτυπήθηκε και τελικά βούλιαξε 4 ώρες μετά, αφότου το πλήρωμα το είχε ήδη εγκαταλείψει.

Παραδόξως, μέχρι τις 22 Ιουλίου, οι Τούρκοι είχαν καταφέρει να καταλάβουν μόλις μια λεπτή γραμμή 15 μιλίων μεταξύ της Κυρήνειας και της Λευκωσίας, ενώ ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής Olver φέρεται να είπε πως: «προς έκπληξη μας, οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις έχουν κρατήσει τις θέσεις τους, συνεχίζοντας τις επιθέσεις. Απεναντίας, οι Τούρκοι εμφανίζονται σε σύγχυση, χωρίς πραγματικό αντικειμενικό σκοπό. Δεν εκμεταλλεύτηκαν όσο θα έπρεπε τις ευκαιρίες που παρουσιάστηκαν και, μέχρι σήμερα το πρωί, δεν εμφανίζουν υψηλό ηθικό». Σύμφωνα με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, οι απώλειες των Τούρκων ήταν πολύ περισσότερες από αυτές που ανέφερε ο πρωθυπουργός Ecevit στο Κοινοβούλιο. Συγκεκριμένα, πάνω από 1000 στρατιώτες είχαν πεθάνει στη μάχη. Ωστόσο, αναμενόταν -αργά ή γρήγορα- κάμψη της κυπριακής αντίστασης.

Αναγνωρίζοντας την απελπιστική κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει, ο αρχηγός του Ναυτικού Αραπάκης αποφασίζει να συνεργαστεί με τον Sisco και τον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Henry Kissinger, ώστε να υπάρξει κατάπαυση πυρός. Ο ταξίαρχος Ιωαννίδης, ωστόσο, αρνείται να υπάρξει εκεχειρία, εκτός κι αν οι Τούρκοι σταματήσουν τις εχθροπραξίες και αποσύρουν όλες τις δυνάμεις από το νησί. Αργότερα, θα παραδεχθεί ότι η αναφώνηση «Οι Αμερικανοί μάς εξαπάτησαν» ήταν περισσότερο ένα μέσο πίεσης, παρά μια ειλικρινής δήλωση από μεριάς του. Επιπλέον, ο Sisco είχε απειλήσει ότι μια σύγκρουση με σκοπό την Ένωση Ελλάδας-Κύπρου θα είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση της διεθνούς υποστήριξης. Οι Αμερικανοί, αναγνωρίζοντας ότι δεν μπορούν να ρισκάρουν έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο (η γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου θεωρούνταν μικρότερη της Ελλάδος), μια αναταραχή στην Ανατολική Μεσόγειο κι άρα μια ρήξη στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, που θα μπορούσε δυνητικά να διαλύσει τη Βορειοατλαντική Συμμαχία, έπαιξαν το ρόλο του διαμεσολαβητή μαζί με τη Βρετανία στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Ο Γλαύκος Κληρίδης μαζί με τον Μακάριο. Πηγή εικόνας: wikiwand.com

Η λύση που προτάθηκε ήταν συνταγματική: στην Κύπρο να σχηματιστεί κυβέρνηση υπό το Γλαύκο Κληρίδη, ενώ στην Ελλάδα να πέσει η Ομάδα Ιωαννίδη και να ορκιστεί υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Η Τουρκία, όμως, θα είχε τον τελευταίο λόγο. Το νησί θα διχοτομούνταν οριστικά σε ποσοστό 38% ένα μήνα μετά, με την έναρξη της επιχείρησης «Αττίλας ΙΙ» στις 14 Αυγούστου 1974…


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Γρηγοριάδης, Σόλων (2011), Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974, τ. 12: Πολυτεχνείο – Κύπρος – Μεταπολίτευση, ειδική έκδοση για την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία.
  • Asmussen, Jan (2008), Cyprus At War Diplomacy and Conflict during the 1974 Crisis, London: I.B. Tauris
  • Συλλογικό έργο (s.d.) Χούντα-Αττίλας-Δημοκρατία: Το θερμό καλοκαίρι του 1974, σειρά «Ε» Ιστορικά, Αθήνα: Εκδόσεις Τεγόπουλος Α.Ε., ειδική έκδοση για την εφημερίδα Ελευθεροτυπία

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κωνσταντίνος Δήμου
Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1996. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού στις Διεθνείς Σχέσεις από το Cardiff University της Ουαλίας και απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, με ειδίκευση στην Ιστορία. Ασχολείται με την αναθεωρητική ιστορική έρευνα και τις στρατηγικές σπουδές υπό το πρίσμα της σχολής σκέψης του Ρεαλισμού. Έχει συμμετάσχει σε πλήθος εθελοντικών δράσεων, ενώ τα ενδιαφέροντα του περιλαμβάνουν το τένις, τη δυστοπική λογοτεχνία, τις ταινίες δράσης των 80s και την sci-fi pop κουλτούρα γενικότερα.