16.4 C
Athens
Τρίτη, 19 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΜελαγχολία: Η προσωπογραφία της Αριστεράς

Μελαγχολία: Η προσωπογραφία της Αριστεράς


Του Κυριάκου Ζαχαράκη, 

Ο διαδεδομένος μύθος του Ορφέα και της Ευρυδίκης, ο λυρισμός του οποίου αποτυπώνεται αριστοτεχνικά στο «Τραγούδι της Ευρυδίκης» του Μάνου Χατζιδάκι, μπορεί να αποτελέσει μια ευρηματική παρομοίωση για το πεδίο της μνήμης στην αριστερή κουλτούρα. Τον ρόλο του Ορφέα υποδύονται οι επαναστάτες του 20ού αιώνα που, παρά τις προσπάθειές τους, δεν κατόρθωσαν να εκπληρώσουν τους ποικιλόμορφους στόχους τους. Κατά αντιστοιχία, η Ευρυδίκη παραλληλίζεται με τους λυσσαλέους αγώνες της Αριστεράς, οι οποίοι, παρά τη δυναμική τους, άφησαν τους επαναστάτες μόνους. Η ενδιαφέρουσα προσέγγιση, που αρδεύεται από έργο του Έρι Ντε Λούκα,[1] δείχνει την αμφίδρομη σχέση της μνήμης με το αίσθημα της μελαγχολίας και της αποξένωσης.

Στον πίνακα «Μανιφέστο» του Κοσολάποφ, το βάθρο που στήριζε την κεφαλή του Λένιν έχει καταρρεύσει. Πρόκειται για μια αλληγορική αναπαράσταση, που προαναγγέλλει τόσο την κατάρρευση του σοσιαλισμού όσο και την καταβαράθρωση των ηγετικών του μορφών. Το διερευνητικό βλέμμα των μορφών του πίνακα καθιστά έκδηλες τις αμφιβολίες που διαπερνούν το σώμα της αριστεράς. Πηγή εικόνας: sotsart.com

Ο Γερμανοεβραίος φιλόσοφος Βάλτερ Μπένγιαμιν ασχολήθηκε διεξοδικά με την αριστερή όψη της μελαγχολίας και θεωρείται εισηγητής του όρου.[2] Πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο όρος εμπερικλείει μια σημαντική αντίφαση, δεδομένου ότι η αριστερά ενδυόταν πάντα το φόρεμα της προοδευτικότητας και της ρήξης με το κατεστημένο. Στον αντίποδα, η μελαγχολία αναγόταν στο πνεύμα μιας ξεπεσμένης αριστοκρατίας και ενός άδολου ρομαντισμού.[3]

Στον Μπένγιαμιν, η μελαγχολία της Αριστεράς προσλαμβάνει πολλές σημασίες, ποτέ όμως δεν διαφαίνεται ένας κρυσταλλικός ορισμός της. Η ύπαρξη μιας ευρύτερης απεύθυνσης, που ξεπερνά τον συμβατικό δεσμό με το προλεταριάτο και αγγίζει περισσότερα στρώματα κι, έπειτα, η αποσκίρτηση από την ενεργό πολιτική δράση αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της μελαγχολίας.[4] Πρόκειται για έναν διαρκή «ψόγο προς τον επαναστάτη ψευτο-διανοούμενο, ο οποίος, τελικά, είναι πιο προσηλωμένος σε μια συγκεκριμένη πολιτική ανάλυση ή ιδανικό -ακόμα και στην αποτυχία αυτού του ιδανικού- παρά στο να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες για ριζική αλλαγή στο παρόν». Αιτίες είναι ο φετιχισμός με τον κόσμο των πραγμάτων και η άκρατη έμφαση σε μια γνωσιοκεντρική προσέγγιση.[5] Οι πνευματικοί καρποί συνιστούν επαρκή λόγο κομπασμού, κατ’ αντιστοιχία προς «τα υλικά πράγματα που θαυμάζει ο μπουρζουάς».[6] Μάλιστα, ο όρος φαίνεται να βρίσκεται σε παραλληλία με τη «δυστυχισμένη συνείδηση» του Χέγκελ, που προκύπτει από την απόσπαση της θεωρίας από τον αντικειμενικό κόσμο. Ως αποτέλεσμα, η σκέψη «εισέρχεται στον εαυτό της» και γίνεται αυτοαναφορική.[7]

Βέβαια, δεν αποκλείεται να συμβαίνει και το αντίστροφο, δηλαδή η μελαγχολία να συνιστά το προκάλυμμα ενός άσβεστου πόθου για ενασχόληση με την ενεργό πολιτική δράση, που, όμως, προσκρούει σε διαρκείς απογοητεύσεις. Ιστορικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιδέα που φαίνεται να επικρατούσε στην Ελισαβετιανή Αγγλία, όπου ο μελαγχολικός εκλαμβανόταν ως στασιαστής, έτοιμος να αντιταχθεί και να ανατρέψει το πολιτικό καθεστώς. Το συγκεκριμένο ιστορικό παράδειγμα φανερώνει πως η μελαγχολία καλλιεργεί το έδαφος για την αντίσταση στην αδικία και συνιστά διαβρωτική δύναμη στην επέκταση της εξουσίας.[8] Άλλωστε, ο Μπένγιαμιν δεν αντιτίθεται στην αξία της λύπης ούτε παραβλέπει την ευκαιρία που δίνεται για κριτική ματιά πάνω στις απώλειες και τις ήττες που σημειώθηκαν. Πράγματι, μπορεί να υποστηριχθεί ότι επικεντρώνεται στο «δημιουργικό» και «παραγωγικό» πένθος, που αποτελεί εφαλτήριο για περαιτέρω πολιτικές και πνευματικές ανασκαφές.[9]

Ο Φρόυντ εικονογραφεί ένα ενδιαφέρον πορτρέτο της μελαγχολίας που συμπληρώνει εμφατικά την παραπάνω ανάλυση. Ο μελαγχολικός αντί να κατευθύνει τον θυμό του στο αντικείμενο που του προξενεί αφόρητη θλίψη, λόγω της διάψευσης της εξιδανίκευσης που είχε πλάσει γι’ αυτό, στρέφει τα βέλη προς τον εαυτό του. Τέτοια αντιμετώπιση καταλήγει σε μεγαλύτερη εξάρτηση από το αντικείμενο, με αποτέλεσμα η μελαγχολία να γίνεται συγκολλητική ύλη της ψυχοσύνθεσης του ατόμου. Μάλιστα, οι όροι «Αριστερά», «Σοσιαλισμός», «Κίνημα» πολύ συχνά αποτελούν περαιτέρω όψεις και εξειδικεύσεις της μελαγχολίας και δηλώνουν εύγλωττα το ιδανικό που κατέρρευσε.[10] Το (συν)αίσθημα της μελαγχολίας διαφωτίζεται ακόμα καλύτερα, αν επιστρατεύσουμε τον ψυχαναλυτικό όρο του φαντάσματος, που ξεπροβάλλει από «αρχειοθετημένα» εμπειρικά γεγονότα.[11] Πρόκειται για ένα φάντασμα που στοιχειώνει τον ρου της ιστορίας και επιζητά δικαίωση για τη θυσία του.

Το έργο του Μπένγιαμιν αναπτύσσει ενδιαφέροντα διάλογο με τον Έντσο Τραβέρσο, πράγμα που επιτρέπει ενδιαφέρουσες αντιστίξεις. Η «αριστερή κουλτούρα» διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο του και επιδέχεται πλήθος διαφορετικών αναγνώσεων. Κατά βάση, η κουλτούρα της Αριστεράς σύγκειται από ένα κράμα «θεωριών, εμπειριών, ιδεών και αισθημάτων, παθών και ουτοπιών». Ο Τραβέρσο συγκεκριμενοποιεί τους ισχυρισμούς του χαράσσοντας έναν ιδεολογικό ορίζοντα που συμπυκνώνει την οντολογική, όπως αποκαλεί, προσέγγιση του Νομπέρτο Μπόμπιο για την Αριστερά.[12] Σύμφωνα με αυτή, η Αριστερά είναι ταυτόσημη με τους αγώνες για ισότητα και ελευθερία.[13] Και ακριβώς λόγω της ενδιάθετης φύσης ενός αγώνα, δεν παύουν να υπάρχουν ήττες, συμφορές και αλλεπάλληλες διαψεύσεις. «Η Αριστερά είναι μια ιστορία ηττών. Ακόμα και όταν οι επαναστάτες κατόρθωναν να ανατρέψουν την εξουσία, τα πράγματα πολύ γρήγορα έπαιρναν πάντα άσχημη τροπή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η μελαγχολία είναι μια θεμελιώδης διάσταση της κουλτούρας της Αριστεράς».[14]

Στη «Γη και ελευθερία», ο Κεν Λόουτς αποτίει φόρος τιμής στην ισπανική επανάσταση. Η επανάσταση εκτιλύσσεται μπροστά στα μάτια του θεατή, ξεπερνά τα ισπανικά σύνορα και διαποτίζεται από έντονες νότες νοσταλγίας και πένθους.
Πηγή εικόνας: inexarchia.gr

Εντούτοις, η μελαγχολία που σκιαγραφεί ο Τραβέρσο δεν εξαντλείται σε μια τελεσίδικη αγκύρωση σε έναν κόσμο θλίψης, κατήφειας και πόνου, αλλά, αντίθετα, συμπυκνώνεται σε μια αναζωογονητική υπόμνηση των συγκινήσεων, των επιτευγμάτων και των ένδοξων θυσιών. Η μελαγχολία γίνεται μια μορφή πάλης, ένα σημάδι άρνησης αποδοχής της ήττας.[15] Παρότι το φορτίο της ήττας είναι βαρύ, δεν παύει να είναι ο σπόρος για αναστοχασμό και για γόνιμη κριτική στα πεπραγμένα. Ανεξάρτητα από την έκβαση των επαναστάσεων, οι ελπίδες, τα οράματα και οι φιλοδοξίες που αυτές ενσάρκωσαν, δεν μπορούν να ξεχαστούν. Το παρελθόν ερμηνεύεται ως μια ακένωτη πηγή από εμπειρίες, που μπορούν να μεταμορφωθούν σε υψηλά ιδανικά του μέλλοντος.

Σε άλλο βιβλίο του, ο Τραβέρσο κάνει μια ενδιαφέρουσα διαπίστωση. Υποστηρίζει πως «αν η ιστορία είναι μια διαλεκτική ένταση ανάμεσα στο παρελθόν σαν “πεδίο εμπειρίας” και το μέλλον σαν “ορίζοντα προσμονής”, τότε “σήμερα, στην αυγή του 21ου αιώνα, ο ορίζοντας της προσμονής μοιάζει να έχει εξαφανιστεί”».[16] Έχοντας υπόψη το γεγονός ότι οι μεγάλες επαναστάσεις, που σημάδεψαν ανεξίτηλα τους περασμένους αιώνες, απογυμνώνονται από τον υψηλό συμβολισμό και το χειραφετητικό τους πρόταγμα, ο ισχυρισμός του φαίνεται πειστικός. Και πράγματι, η «αρχή της ελπίδας», που υπήρξε ακαταπόνητος αρωγός των επαναστατών, δίνοντας έμπνευση στα κινήματα που ξέσπασαν, πολύ γρήγορα ατρόφησε. Έδωσε τη θέση της στην «αρχή της υπευθυνότητας», που σηματοδοτεί την προσαρμογή στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, με άλλα λόγια στο status quo. Στους κόλπους μιας νεοφιλελεύθερης «δομικής πραγματικότητας», αποτινάσσονται τα «θερμά ρεύματα της απελευθερωτικής μαζικής δράσης» και στη θέση τους μπαίνουν τα «ψυχρά ρεύματα μιας οικονομικής λογικής».[17] Ανατρέχοντας στο γνωστό εννοιολογικό ζεύγος του Κοζέλεκ, η ουτοπία έπαψε να βρίσκεται ανάμεσα στο πεδίο εμπειρίας και στον ορίζοντα προσμονής. Γιατί η μεν προσμονή δεν υπάρχει, η δε εμπειρία έχει παραμορφωθεί.[18]


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ 
  • [1] Erri De luca, “Notizie su Euridice”, Il Manifesto, 2013, όπως παραδίδεται στο Enzo Traverso, Αριστερή μελαγχολία, σελ. 41 (βλ. παρακάτω)
  • [2] βλ. Walter Benjamin, “Left–Wing Melancholy”, αναδημοσιευμένο στο The Weimar Republic Sourcebook, ed. Anton Kaes, Martin Jay, and Edward Dimendberg, Berkeley and Los Angeles: University of California Press, 1994, σελ. 305.
  • [3] David Gross, Αριστερή Μελαγχολία, περ. «Λεβιάθαν», 1988, μτφ. Νίκος Δεμερτζής
  • [4] David Gross, ό.π.
  • [5] Wendy Brown, “Resisting Left Melancholy”, Boundary 2, vol. 26, no. 3, 1999, σελ. 19–27, μετάφραση Άκη Γαβριηλίδη, Θέσεις, τεύχος 106, Ιανουάριος–Μάρτιος 2009
  • [6] Walter Benjamin, Left-Wing Melancholy (On Erich Kästner’ new book of poems), Screen, Volume 15, Issue 2, Summer 1974, Pages 28–32
  • [7] David Gross, ό.π.
  • [8] David Gross, ό.π.
  • [9] Walter Benjamin, ό.π.
  • [10] Wendy Brown, ό.π.
  • [11] Enzo Traverso, Αριστερή Μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2017, σελ. 39
  • [12] Enzo Traverso, ό.π., σελ. 19–20
  • [13] Norberto Bobbio, Left and right: the significance of a political distinction, Polity Press Cambridge, 1996, σελ. 60
  • [14] Θανάσης Γιαλκέτσης, «Μελαγχολική Αριστερά», Εφημερίδα των Συντακτών, 8 Ιουλίου 2017
  • [15] Christos Efstathiou, “Book Review: Left-Wing Melancholia: Marxism, History, and Memory”, Memory Studies 12, no. 2, Απρίλιος 2019, σελ. 230–32
  • [16] Enzo Traverso, Τι απέγιναν οι διανοούμενοι;, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, βλ. επίσης Reinhart Koselleck, “Champ d’expérience” et “horizon d’attente”: deux catégories historiques», στο Le Futur passé: contribution à la sémantique des temps historiques, μετάφραση J. & M.-C. Hooch, Παρίσι, EHESS, σειρά «recherches d’histoire et de sciences sociales», 1990, σελ. 307–329
  • [17] Enzo Traverso, Αριστερή μελαγχολία, σελ. 32–34
  • [18] Enzo Traverso, Η ιστορία ως πεδίο μάχης: ερμηνεύοντας τις βιαιότητες του 20ού αιώνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2016, σελ. 304–308

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κυριάκος Ζαχαράκης
Γεννήθηκε το 2002 και είναι φοιτητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συμμετέχει συστηματικά σε σεμινάρια κοινωνικών και πολιτικών επιστημών. Κατέχει την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα.