35.8 C
Athens
Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου, 2021
ΑρχικήΕυρώπηΕλληνική Εξωτερική ΠολιτικήΕλληνοτουρκικές διενέξεις: Υφαλοκρηπίδες, «γκρίζες ζώνες» και άλλα ζητήματα διεθνούς δικαίου

Ελληνοτουρκικές διενέξεις: Υφαλοκρηπίδες, «γκρίζες ζώνες» και άλλα ζητήματα διεθνούς δικαίου


Της Ιωάννας Χατζηαντωνίου,

Στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, μεγάλο μέρος της ενημέρωσης πραγματεύεται τα διεθνή ζητήματα και δη τα ελληνοτουρκικά. Οι σχέσεις μας με τη γείτονα είναι τεταμένες για ποικίλα θέματα, είτε αυτά χαρακτηρίζονται διμερή, είτε εμπίπτουν σε κάποιο διεθνές καθεστώς. Πιο συγκεκριμένα, στα διμερή κατατάσσονται κατά κύριο λόγο τα ζητήματα κυριαρχίας στο Αιγαίο, όπως αυτά προέκυψαν από την πορεία των ιστορικών γεγονότων.

Ένα από αυτά, αφορά την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και βρίσκει την αφετηρία του το 1973, εν μέσω της πετρελαϊκής κρίσης. Η χώρα μας, σε μια προσπάθεια να βγει από την οικονομική κρίση, εξέδωσε άδειες εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων εντός των ορίων της εθνικής της κυριαρχίας σε κάποιες εταιρείες. Η Τουρκία σε απάντηση αυτής της κίνησης, παραχώρησε αντίστοιχες άδειες σε περιοχές, όμως, «εκτός της κυριαρχίας της», δυτικά νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, ενώ παράλληλα αμφισβήτησε και το ελληνικό δικαίωμα στις περιοχές αυτές. Αυτό αποτέλεσε το «εναρκτήριο λάκτισμα» ενός αγώνα διεκδικήσεων και αμφισβητήσεων των διεθνών νομικών κεκτημένων, αλλά και των ελληνικών κυριαρχιών.

Η Ελλάδα έσπευσε να απορρίψει τα λεγόμενα της γείτονος, καθώς -βάσει της τότε εν ισχύ για τη χώρα Σύμβασης του 1958 για την Υφαλοκρηπίδα- οριοθετούσε μονομερώς την υφαλοκρηπίδα με τη μέθοδο της ίσης απόστασης/μέσης γραμμής. Ως σημεία βάσης λάμβανε, από τη μια πλευρά, τις πιο ανατολικές ακτές των ελληνικών νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου και της Δωδεκανήσου και, από την άλλη πλευρά, τις αντικείμενες τουρκικές ηπειρωτικές ακτές. Σε αυτό το σημείο, η Τουρκία εξέφρασε ακόμα μια αμφιβολία της για το καθεστώς, υποστηρίζοντας πως το Αιγαίο -με ό,τι αυτό περιλαμβάνει- παρουσιάζει ειδικές συνθήκες, οι οποίες οφείλουν να ληφθούν υπόψη πριν τη μονομερή οριοθέτηση, και τα νησιά κατά συνέπεια προσλαμβάνουν μερική ή και καθόλου επήρεια στην τελική οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Έτσι, πρότεινε να θεωρηθούν θέσεις βάσεις οι αντικείμενες ηπειρωτικές ακτές των δύο κρατών και υποστήριξε την οριοθέτηση με το πρότυπο της ευθυδικίας – ίσης/μέσης γραμμής, λαμβάνοντας υπόψη την επήρεια του αναπτύγματος της ακτής σε αναλογία με τα νερά που δίνονται.

Οι θαλάσσιες ζώνες βάσει της UNCLOS. Η Υφαλοκρηπίδα (Continental Shelf) Πηγή εικόνας: Geoscience, Australia μέσω Research Gate

Με αφορμή την προαναλυθείσα διαφορά για το καθεστώς της υφαλοκρηπίδας, εκκινήθηκε και ένα φάσμα από τουρκικές αμφισβητήσεις σχετικά με άλλα καθεστώτα στο Αιγαίο (π.χ. διεύρυνσης της αιγιαλίτιδας ζώνης, εθνικής νομοθεσίας καθορισμού του εύρους του εθνικού εναέριου χώρου, FIR). Όπως και στην περίπτωση της υφαλοκρηπίδας, ο κεντρικός άξονας των διαφορών που εγείρει η Τουρκία έγκειται στα δικαιώματα και τις συνθήκες που παράγουν τα νησιά βάσει του διεθνούς δικαίου. Από αυτές τις διμερείς διαφορές (καθώς αφορούν ζητήματα κυριαρχίας), η Ελλάδα αναγνωρίζει ως νομική μόνο την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και έχει εκφράσει και πρόταση παραπομπής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (εφεξής ΔΔΧ). Σε αυτό έχουν προσφύγει πλήθος χωρών με αντίστοιχα ζητήματα, μερικά μάλιστα πραγματευόμενα ακριβώς το ίδιο ζήτημα -τις ειδικές συνθήκες και τα απότοκα των νήσων όσον αφορά τη συμπερίληψή τους για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας[1]. Βέβαια, η Ελλάδα με την πρόταση της αυτή λαμβάνει και ένα ρίσκο όσον αφορά την απόφαση του ΔΔΧ -η οποία κρίνεται πάντα καταληκτική- καθώς αυτό πειραματίζεται με τα ισχύοντα εφαρμοσμένα καθεστώτα και συνθήκες και συχνά οι θέσεις που λαμβάνει και επιβάλλει δεν θα ευνοούσαν πιθανώς την ελληνική πλευρά.

Πέρα από την προσφυγή στη Χάγη, η Ελλάδα έχει χρησιμοποιήσει και άλλες ειρηνικές μεθόδους για την αντιμετώπιση κρίσεων, όπως η υιοθέτηση κοινού ανακοινωθέντος των Βρυξελλών το 1975, αλλά και η προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας το 1976 όταν τουρκικό σεισμογραφικό σκάφος εισήλθε σε ύδατα διεκδικούμενα από την ελληνική πλευρά για τους υδρογονάνθρακες.

Στα ζητήματα αυτά, οι δύο χώρες εκφράζουν τελείως αντίθετες απόψεις, κυρίως όσον αφορά τον ρόλο των νησιών του Αιγαίου κι αν εντάσσονται στις ειδικές συνθήκες ή όχι. Βέβαια, αξιοσημείωτο είναι πως η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην προαναφερθείσα Σύμβαση του 1958 -αλλά ούτε και στην UNCLOS[2]. Πάραυτα, η πλειονότητα των διατάξεων και νομικών ρυθμίσεων που βρίσκονται σε συνθήκες, συμφωνίες, συμβάσεις και πρωτόκολλα και τηρούνται συμβατικά από τα συμβαλλόμενα κράτη, αποτελούν κατά κύριο λόγο κωδικοποιήσεις εθιμικού δικαίου, αποδίδοντάς τους έναν πιο «οικουμενικό» χαρακτήρα. Αυτό ισχύει εν πολλώ και στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, και ειδικότερα στα ζητήματα που ανακύπτουν λόγω των τουρκικών αμφισβητήσεων. Για παράδειγμα, το ζήτημα της αιγιαλίτιδας ζώνης και το δικαίωμα της μονομερούς διεύρυνσης στα 12 ναυτικά μίλια χωρίς την ύπαρξη περιορισμών ή επιβλέψεων από άλλες οντότητες, αποτελεί έναν κανόνα εθιμικού δικαίου τον οποίο έχει χρησιμοποιήσει και η ίδια η Τουρκία! Συνεπώς, αυτό σημαίνει πως δεν είναι απαραίτητη η συμβολή της στη Συνθήκη για να ισχύει ο νόμος για αυτή, καθώς αποτελεί εθιμικό δίκαιο, ισχύον για όλες τις χώρες.

Με τα προαναφερθέντα ζητήματα (οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας, διεύρυνση αιγιαλίτιδας και κατ’ επέκτασιν εθνικού εναέριου χώρου) που η Τουρκία δημιουργεί, παρουσιάζει και μια ιδιαίτερα επεκτατική στάση, καθώς προσπαθεί μέσω των αμφισβητήσεων της και των διαφορών της να αναβαθμίσει τη θέση της, να διεκδικήσει την κυριαρχία της στο Αιγαίο και να διαμορφώσει κάποιου είδους κεκτημένο. Με μεγαλεπήβολα σχέδια, όπως το όραμα της Γαλάζιας Πατρίδας (Mavi Vatan) και, εν ανάγκη, τη «δημιουργία» πλασματικών χαρτών για να επιρρώσει τα επιχειρήματα της, η γείτονά μας επιχειρεί να αφαιρέσει τα κυριαρχικά μας δικαιώματα από αρκετά σημεία επί του Αιγαίου.

Πηγή εικόνας: French Institute of International Relations

Ιστορικά καίριο συμβάν, στα πλαίσια των επεκτατικών τουρκικών τάσεων, αποτελεί η κρίση των Ιμίων (1996) η οποία έφερε στο προσκήνιο τον όρο «γκρίζες ζώνες». Αυτός (σύμφωνα με την Τουρκία) αναφέρεται σε νησίδες (μικρά νησιά ή και βράχους/βραχονησίδες) οι οποίες δεν αναφέρονται/καταγράφονται ρητά στη λίστα των εκχωρήσεων από διεθνείς συνθήκες στην Ελλάδα, και συνεπώς το πολιτικό καθεστώς αυτών παραμένει ακαθόριστο. Αντίστοιχη ήταν και η αντίληψη των Τούρκων για τα Ίμια, καθώς δεν αναγνώριζαν την εκχώρηση τους στην Ελλάδα από τους Ιταλούς (1947), ενώ, όμως, αναγνώριζαν ιστορικά την ιταλική κυριαρχία από το 1912. Συγκεκριμένα για τα Ίμια, η ελληνική πλευρά φρόντιζε στις διακοινώσεις της την περίοδο της κρίσης να αναιρεί όλα τα επιχειρήματα των Τούρκων παραθέτοντας και τα αντίστοιχα ιστορικά στοιχεία, σε μια προσπάθεια να «αναιρέσει» την έννοια των γκρίζων ζωνών. Αποτελεί γεγονός πως τα κυριαρχικά δικαιώματα των βράχων και βραχονησίδων αποτελούν ιδιαίτερα πολύπλοκο θέμα του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας, όμως η αναγνώριση τους, όταν βασίζονται σε ιστορικά στοιχεία και το διεθνές δίκαιο, είναι απαραίτητη. Πιο συγκεκριμένα, ως βράχους ορίζουμε τις νησίδες οι οποίες δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή την ανάπτυξη οικονομικής δραστηριότητας (UNCLOS 121§3). Έμμεσος στόχος του όρου, λοιπόν, των «γκρίζων ζωνών» είναι και η αναθεώρηση του status quo στις εδαφικές κυριαρχίες όπως διαμορφώνεται από τις διμερείς συνθήκες και κυρίως αυτή της Λωζάνης του 1923.

Τέλος, όσον αφορά τα στρατιωτικά θέματα (όπως η διαχείριση της απαίτησης της Τουρκίας να αποστρατικοποιηθούν ορισμένοι νήσοι) η Ελλάδα έχει εκφράσει μια επιφύλαξη στην αναθεωρημένη της δήλωση (2015) περί επιφυλάξεων για την υποχρεωτική δικαιοδοσία του ΔΔΧ. Σύμφωνα με αυτή, τα θέματα αποστρατικοποίησης εξαιρούνται από την αρμοδιότητα του ΔΔΧ, καθώς είναι θέματα άμεσα συνδεδεμένα με την ασφάλεια και την προστασία της κυριαρχίας της ως κράτος. Αξίζει να υπογραμμιστεί πως τα δύο τελευταία αυτά ζητήματα (των γκρίζων ζωνών και του καθεστώτος αποστρατικοποίησης) προβάλλονται ως εκκρεμή «νομικά ζητήματα» μόνο από την Τουρκία, ενώ η Ελλάδα αναγνωρίζει αποκλειστικά το ζήτημα της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας.

Οι διενέξεις για ζητήματα θαλασσίων ζωνών, αλλά και της κυριαρχίας κρατών επί αυτών αποτέλεσαν, αποτελούν και θα αποτελούν για πάντα μια πραγματικότητα στο διεθνές σύστημα. Σε κάθε τέτοια περίπτωση, όπως και στη δικιά μας, το διεθνές δίκαιο, το ρυθμιστικό κανονιστικό πλαίσιο που έχει τεθεί για την διατήρηση της τάξης μεταξύ των κρατών έρχεται να δώσει τη λύση λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κομμάτια που παίζουν ρόλο. Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, ότι αυτό -στη συγκεκριμένη περίπτωση μέσω της UNCLOS, αλλά και λοιπών αποφάσεων του ΔΔΧ- έχει διευκρινίσει ξεκάθαρα ζητήματα για τα οποία η Τουρκία αμφιβάλει και «δημιουργεί» εντάσεις. Το γεγονός ότι η γείτονα δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος δεν αναιρεί την υποχρέωση της να αναγνωρίζει τις διατάξεις της ως ισχύουσες -ως μέρη εθιμικού δικαίου.

Πηγή εικόνας: Hanoi Times

Φαίνεται, λοιπόν, ξεκάθαρα πως η Τουρκία, στα πλαίσια της προσπάθειας της να εκπληρώσει διατάξεις και συμφέροντα της πολιτική της ατζέντα, λαμβάνει υπόψη της περισσότερο την ιστορία όπως την πλάθει η ίδια παρά το διεθνές δίκαιο. Από την άλλη, η Ελλάδα προκειμένου να λυθεί η διένεξη αυτή και με απώτερο στόχο τις δυνατότερες ευνοϊκές συνθήκες για την ίδια, δεν πρέπει να σταματήσει τις αντιδράσεις και τη μονομερή διαμαρτυρία της, όπως αυτή προβλέπεται στο διεθνές δίκαιο. Η αδράνεια, άλλωστε, και η σιωπή, θεωρούνται ξεκάθαρες απαντήσεις στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου, «ηχηρές» αποδοχές μιας κατάστασης, στην περίπτωση μας διενέξεων, διαιωνισμένων συγκρούσεων, λανθασμένης ιστορίας και αδικίας…


[1] βλ. Νικαράγουα Κολομβία 2001

[2] United Nations Convention on the Law of the Sea (1982)


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
  • Πέτρος Λιάκουρας, “Δυνατότητες Επίλυσης των Διμερών Διαφορών Ελλάδας – Τουρκίας σχετικά με την Οριοθέτηση της Υφαλοκρηπίδας ή και ΑΟΖ μέσω των Διεθνών Δικαιοδοτικών Μηχανισμών”, Δίκαιο της Θάλασσας και Μεσογειακός Χώρος – Γεωπολιτική Διάσταση και Επιμέρους Νομικές Πτυχές
  • Ευθύμιος Παπασταυρίδης, “Οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο θαλάσσιο χώρο από την οπτική του διεθνούς δικαίου”, Policy Paper#36, ΕΛΙΑΜΕΠ
  • Χρήστος Ροζάκης, “Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις: η νομική διάσταση”, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΟΜΟΣ), Εκδόσεις Σάκκουλας

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ιωάννα Χατζηαντωνίου, Διευθύντρια Επικοινωνίας
Γεννημένη στη συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη το 1999, μετακόμισε στην πρωτεύουσα για σπουδές στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Όνειρο της είναι να αλλάξει κάτι μικρό στον κόσμο δίνοντας το παρόν όπου και όπως μπορεί. Κυνηγάει τα ταξίδια γιατί πιστεύει πως πρέπει να δεις τον κόσμο και μάλιστα με πολλά διαφορετικά μάτια. Λατρεύει την ποίηση, τα βιβλία και έχει πίστη στη δύναμη των λέξεων σε όποια γλώσσα και αν είναι αυτές, εξ ου και η εκμάθηση ξένων γλωσσών ως χόμπι.