19.5 C
Athens
Τρίτη, 13 Απριλίου, 2021
Αρχική Ιστορία 1821-2021: 200 Χρόνια Ανεξαρτησίας και Μνήμης Η Σφαγή της Κάσου: Το προπύργιο της Κρήτης πέφτει αβοήθητο

Η Σφαγή της Κάσου: Το προπύργιο της Κρήτης πέφτει αβοήθητο


Της Μαριάς – Ελένης Κασαπάκη,

Το 1824 η Επανάσταση είχε πλέον απλωθεί από άκρη σε άκρη της Ελλάδας. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ συνειδητοποιούσε ότι, μολονότι περνούσε ο καιρός, δε μπορούσε να την καταπνίξει. Έτσι κατέφυγε για βοήθεια στον κυβερνήτη της Αιγύπτου, το Μεχμέτ Αλή, ο οποίος είχε κατορθώσει να επιβάλει από το 1811 την απόλυτη εξουσία του στην περιοχή, οραματιζόμενος για τον εαυτό του μια μεγάλη, παντοδύναμη μουσουλμανική αυτοκρατορία. Ωστόσο, φρόντιζε να ενεργεί αργά και συστηματικά, προκειμένου να μην εγείρει υποψίες στο Σουλτάνο, υποκρινόμενος απόλυτη αφοσίωση και υποτέλεια στην Πύλη. Όταν ο Μαχμούτ τού πρόσφερε την ηγεσία του πολέμου εναντίον των Ελλήνων με αντάλλαγμα την Κρήτη, εκείνος ανταποκρίθηκε με μεγάλη προθυμία, θεωρώντας ότι αυτή ήταν η ευκαιρία για το πέρασμά του στην Ευρώπη.

Το σχέδιο μεταξύ Αιγύπτου και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε ως εξής: οι Αιγύπτιοι θα κινούνταν προς την Πελοπόννησο, ενώ οι Τούρκοι θα κατευθύνονταν αφενός από την Ασία προς το Αιγαίο, αφετέρου από την ευρωπαϊκή Τουρκία προς τη Στερεά Ελλάδα. Όλοι μαζί θα πραγματοποιούσαν ταυτόχρονη επίθεση εναντίον των Ελλήνων. Ήδη από το 1823 παρατηρήθηκε ενεργητικότερη συμμετοχή των Αιγυπτίων στον αγώνα εναντίον της επαναστατημένης Ελλάδας, με αποκορύφωμα την απόβαση στην Κρήτη από τον Κιουτσούκ Χουσεΐν Μπέη, γαμπρού και διαδόχου του Μεχμέτ Αλή. Ο Χουσεΐν έδρασε με απίστευτη σκληρότητα σε βάρος της Μεγαλονήσου και τελικά κατάφερε να την υποτάξει στα μέσα του 1824. Ωστόσο, για να παραμείνει εξασφαλισμένη η υποταγή της, έπρεπε να χτυπηθεί μια από τις σημαντικότερες βάσεις των Κρητικών, η Κάσος. Πρόκειται για ένα μικρό νησί του Νοτιοανατολικού Αιγαίου, ανάμεσα στην Κρήτη και την Κάρπαθο, με στρατηγική θέση και δυναμική ναυτική παρουσία. Οι Κασιώτες όχι μόνο ενίσχυσαν τον κρητικό αγώνα, αλλά διενήργησαν από την έναρξη της Επανάστασης και μια σειρά από επιθέσεις σε βάρος αιγυπτιακών, τουρκικών και ευρωπαϊκών πλοίων, που μετέφεραν εφόδια και όπλα στις οθωμανικές επαρχίες. Μάλιστα δε δίσταζαν να κινούνται απειλητικά με τα καράβια τους προς τα παράλια της Τουρκίας, ακόμη και της Αιγύπτου. Οι ενέργειες αυτές είχαν ως αποτέλεσμα να μπουν στο στόχαστρο της Πύλης.

Προσωπογραφία του Αρχιναυάρχου Κιουτσούκ Χουσεΐν με επίσημη ενδυμασία. (1803) Έργο του William Wittman. Ανήκει στη συλλογή της Ελληνικής Βιβλιοθήκης, του Κοινωφελούς Ιδρύματος Αλέξανδρου Σ. Ωνάση. Πηγή εικόνας: el.travelogues.gr

Στην Αίγυπτο είχαν αρχίσει πυρετώδεις προετοιμασίες για την οργάνωση του στρατού και του στόλου, με τους Έλληνες που κατοικούσαν στην Αλεξάνδρεια ή σε άλλες περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να προειδοποιούν την πατρίδα τους, μέσα από αγωνιώδεις επιστολές, για τη μεγάλη κινητικότητα στα λιμάνια, τις ναυλώσεις ευρωπαϊκών καραβιών και τις πιθανές τοποθεσίες της επερχόμενης επίθεσης. Μολαταύτα εκείνη την περίοδο η Ελλάδα ταλανιζόταν από την πολιτική κρίση ανάμεσα στον κύκλο του Μαυροκορδάτου και την ομάδα των στρατηγών της Πελοποννήσου με επικεφαλής το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Η κόντρα αυτή είχε εξελιχθεί σε εμφύλια διαμάχη, αποδυναμώνοντας έτσι το συνολικό εγχείρημα της Εθνεγερσίας. Παράλληλα, το νησί της Κάσου αντιμετώπιζε μια διαρκή οικονομική δυσπραγία, χωρίς να λαμβάνει στήριξη από κανέναν. Για πολλούς μήνες οι Κασιώτες εκστράτευαν με σκοπό την ενίσχυση του Αγώνα αποκλειστικά με δικά τους έξοδα. Όμως, καθώς το νησί είναι άγονο και είχε μικρό πληθυσμό (περίπου 3.500 κατοίκους), η απουσία εσόδων καθιστούσε αδύνατη την κινητοποίηση του στόλου τους. Όταν οι πρόκριτοι της Κάσου έστειλαν στις 12 Μαΐου επιστολή προς την επαναστατική κυβέρνηση, ζητώντας χρήματα και πυρομαχικά για την αντιμετώπιση της επερχόμενης απειλής, δεν έλαβαν καμία απάντηση.

Στις 16 Μαΐου 1824 πραγματοποιήθηκε η πρώτη επίθεση του Χουσεΐν Μπέη με 25 πλοία, η οποία όμως αποκρούστηκε πριν επιτευχθεί απόβαση στο νησί. Στις επιθέσεις συμμετείχε και ο Ισμαήλ Γιβραλτάρ, αρχηγός του αιγυπτιακού στόλου. Για ακόμη μία φορά οι κάτοικοι απηύθυναν αγωνιώδεις εκκλήσεις προς τις Σπέτσες και την Ύδρα, εκθέτοντας τον τεράστιο κίνδυνο στον οποίο βρίσκονταν εκτεθειμένοι. Στις 27 Μαΐου έλαβε χώρα νέα επιχείρηση με μεγαλύτερες δυνάμεις και, έπειτα από 2 μέρες δυναμικής άμυνας των Κασιωτών, τα χαράματα της 29ης Μαΐου ο Χουσεΐν κατάφερε να αποβιβάσει τα στρατεύματά του στο βορειοδυτικό τμήμα του νησιού, στην Αντιπέρατο. Η τοποθεσία αυτή, όντας εξαιρετικά απόκρημνη, δεν κρίθηκε αναγκαίο να επανδρωθεί. Οι μόλις 6 φρουροί ενός μυστικού περάσματος της περιοχής, το οποίο ίσως προδόθηκε στους επιτιθέμενους, το εγκατέλειψαν, με τους 3 να σκοτώνονται αμέσως. Τόσο οι 600 ένοπλοι της Κάσου όσο και οι 600 Κρητικοί πρόσφυγες, που είχαν καταφύγει στο νησί και συνέδραμαν στην άμυνα, προσπάθησαν να αποκρούσουν την εισβολή, αλλά ο αγώνας ήταν άνισος. Κάποιοι κατόρθωσαν να διαφύγουν στην Πελοπόννησο ή σε κοντινά νησιά, όπως η Κάρπαθος, η Ίος και η Αστυπάλαια. Οι 15 πρόκριτοι της Κάσου οδηγήθηκαν αλυσοδεμένοι στην Κωνσταντινούπολη για αποκεφαλισμό. Ο Χουσεΐν, αφού όρισε νέο Τούρκο διοικητή, αναχώρησε για την Αίγυπτο με πλούσια λάφυρα. Ο απολογισμός, στο σύνολο των 3.500 κατοίκων του νησιού, είναι περίπου 2.000 περίπου νεκροί και αρκετοί αιχμάλωτοι. Ο ελληνικός στόλος με αρχηγό το Μιαούλη, λόγω έλλειψης χρημάτων, ξεκίνησε ένα μήνα μετά να συντρέξει το νησί και έφτασε στην Κάσο στις 21 Ιουνίου, όπου συνάντησε ελάχιστους κατοίκους οι οποίοι είχαν υποταχθεί στη ξένη εξουσία.

Χάρτης της Κάσου. Πηγή εικόνας: kasosnews.wordpress.com

Μετά το ολοκαύτωμα της Κάσου ακολούθησε η καταστροφή των Ψαρών, η υποταγή της Καρπάθου, της Λέρου, της Καλύμνου και άλλων γειτονικών νησιών, ενώ οι επαναστάτες ανέμεναν το επόμενο μεγάλο χτύπημα στην Πελοπόννησο. Για κάποια χρόνια η Κάσος παρέμεινε έρημη, μέχρι την ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα με το Πρωτόκολλο του 1829, οπότε και άρχισε σταδιακά ο επαναπατρισμός των ντόπιων. Ωστόσο, το επόμενο κιόλας έτος επεστράφη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία με αντάλλαγμα την Εύβοια, όπως όριζε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1830). Ο αγώνας των Κασιωτών για την ένωσή τους με την απελευθερωμένη Ελλάδα συνεχίστηκε για πολλά χρόνια μέσω της αποστολής αντιπροσώπων στις Εθνικές Συνελεύσεις. Το 1912 το νησί πέρασε από οθωμανική σε ιταλική κυριαρχία και τελικά πέτυχε την ενσωμάτωσή του στην Ελλάδα μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1947.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Δ. Α. Κόκκινος (1974), Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ Τόμος 4ος , Αθήνα:Εκδόσεις Μέλισσα.
  • Συλλογικό Έργο (1975), Ιστορία του Ελληνικού Εθνους Τόμος ΙΒ’, Αθήνα:Εκδοτική Αθηνών.
  • Α. Ε. Βακαλόπουλος (1982) ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ (1821 – 1829) – Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΚΡΙΣΗ (1822 – 1825) Τόμος ΣΤ᾿. Θεσσαλονίκη:ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΝΤ. ΣΤΑΜΟΥΛΗ.
  • Δ. Κουκίου – Μητροπούλου (2007) Adam Friedel Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης. Αθήνα: Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.

 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Τα προσφυγικά ρεύματα στην Ελλάδα κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα και η αποκατάστασή τους

Της Τζένης Βέργη, Με το προσωνύμιο ως «Χώρα υποδοχής προσφύγων» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η Ελλάδα του 19ου και 20ου αιώνα. Τόσο οι πολεμικές συγκρούσεις,...

Europa Conference League: Στον δρόμο για τα Τίρανα 

Της Ελευθερίας Κωνστάντιου,  Η Άνοιξη μπήκε, η κανονική διάρκεια της Super League 1 τελείωσε και τα play off βρίσκονται ήδη στην 3η τους αγωνιστική. Μια...

«Αγγίζοντας» το αλφάβητο Braille

Της Κωνσταντίνας Αυγερινού, Η επικοινωνία αποτελεί ένα αναπόσπαστο κομμάτι ολόκληρης της ύπαρξης του ανθρώπινου είδους και διακρίνεται σε λεκτική και μη λεκτική. Κατά τον Πετρόφσκι,...

Τέχνη ή μη τέχνη;

Της Φαίης Φωτιάδου, Είναι τέχνη αυτό; Είναι πολλές οι φορές που κάποιος πιάνει τον εαυτό του να αναρωτιέται, αν κάτι μπορεί να θεωρηθεί τέχνη ή όχι....
Μαρία Ελένη Κασαπάκη
Γεννήθηκε το 1997. Απoφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας Α.Π.Θ. Ζει και εργάζεται ως καθηγήτρια στη Θεσσαλονίκη. Έχει ενεργή συμμετοχή σε εθελοντικά προγράμματα, επιμορφώσεις και συνέδρια. Αγαπάει τη λογοτεχνία, την ιστορία της τέχνης και καθετί που συνδέεται με τον πολιτισμό και αντικατοπτρίζει το ανθρώπινο βίωμα. Την απασχολούν ιδιαίτερα τόσο ζητήματα διακειμενικότητας και πρόσληψης όσο και ο τρόπος που η τεχνολογία επαναπροσδιορίζει τον κλάδο των ανθρωπιστικών επιστημών.