13.8 C
Athens
Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΙστορίαΤαξίδι στην παλιά, Χριστουγεννιάτικη Αντίπαρο

Ταξίδι στην παλιά, Χριστουγεννιάτικη Αντίπαρο


Της Ευαγγελίας Παλαιολόγου,

Σε κάθε γωνιά του πλανήτη, οι ημέρες των Χριστουγέννων εορτάζονται διαφορετικά. Χρόνο με το χρόνο, τα ήθη και τα έθιμα κάθε τόπου αλλάζουν. Φυσικά, η Ελλάδα μας διατηρεί σε γενικές γραμμές τις δικές της παραδόσεις, αλλά σε κάποια σημεία έχει δεχτεί επιρροές από το εξωτερικό, κάτι που ίσως τελικά, να ακυρώνει το μοναδικό χαρακτήρα της. Στο παρόν άρθρο, θα ήθελα να ταξιδέψετε μαζί μου στο παρελθόν του νησιού μου. Στην Αντίπαρο. Εκεί που οι γιορτές μυρίζουν καρύδια και μέλι… εκεί που απ’ τα σπίτια ακούγονται ευχές και τραγούδια…

Τις αναμνήσεις της διηγείται η θεία μου κα. Μαρουσώ Φαρούπου, μόνιμη κάτοικος του νησιού. «Για να μαθαίνουν οι νέοι και να θυμούνται οι παλιοί», όπως λέει και η ίδια. Την ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου…

«Νηστεύαμε σαράντα ημέρες, μεγάλοι και παιδιά και το κρέας και το γάλα με τα αβγά. Όμως, ψάρι τρώγαμε. Από τις 14 του Νοέμβρη, έως και του Αγίου Σπυρίδωνα, 12 του Δεκέμβρη, κράταγε η νηστεία. Η ημέρα του Αγίου Νικολάου, 6 Δεκεμβρίου, σήμανε ουσιαστικά και την αρχή των εορτών.

Η λιτανεία του Αγίου Νικολάου

Τα κάλαντα τα ψέλνανε τα μικρά παιδιά το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων. Κάθε παρέα παιδιών κρατούσε από μια μεγάλη Καράβα, φτιαγμένη με τα χεράκια μας, από βαμμένους τενεκέδες. Τη στολίζαμε με χειροποίητα πανιά φτιαγμένα από ύφασμα. Δεν γυρεύαμε χρήματα τότε, πιο καλά ευχαριστιόμασταν, όταν μας έδιναν γλυκά και καλούδια (κεράσματα, ξηροί καρποί). Στις τρείς τα ξημερώματα των Χριστουγέννων, χτύπαγε η καμπάνα και πηγαίναμε στην εκκλησία. Μας έντυναν οι μανάδες μας με τα καλά μας και πηγαίναμε να μεταλάβουμε τη Θεία Κοινωνία. Αφού τελείωνε η εκκλησία, τρώγαμε κεφαλόποδα (τα πόδια και το κεφάλι του κατσικιού) και ζουμί. Το γλυκό των Χριστουγέννων ήταν τα ξεροτήγανα. Ακόμα, θυμάμαι τη μυρωδιά του σπιτιού! Δέντρα τότε δεν στολίζαμε, αυτά είναι έθιμα που ήρθαν από έξω. Εμείς εδώ στολίζαμε Καράβες, όσοι είχαμε βέβαια.

Πριν την Πρωτοχρονιά, ετοίμαζαν οι γυναίκες ζυμάρι για να πλάσουν κουλούρια και σκάρους. Οι σκάροι είχαν το σχήμα της σχάρας. Έπλαθαν δηλαδή, έξι λωρίδες με τη ζύμη και τις ένωναν με τέτοιο τρόπο που δημιουργούσαν το σχήμα της σχάρας του φούρνου. Σε κάθε ένωση του ζυμαριού, εκεί δηλαδή που σχηματίζονταν σταυροί, έβαζαν από ένα αμύγδαλο. Όσα παιδιά είχε το κάθε σπίτι, τόσους σκάρους έπλαθαν. Μοσχοβόλαγε ο τόπος! Η ζύμη όμως, ήταν τόσο σκληρή, που για να μαλακώσει, μαζεύονταν οι άντρες στα σπίτια αποβραδίς για να την τρίψουν και επί τη ευκαιρία έπιναν και την τσικουδιά τους (το παραδοσιακό τσίπουρο του νησιού). Συνήθως, έφτιαχναν και μπουρεκάκια (φύλλο σε σχήμα μισοφέγγαρου, με γέμιση από ξηρούς καρπούς, πασπαλισμένο με άχνη ζάχαρη, την οποία την έφτιαχναν από κρυσταλλική ζάχαρη κοπανισμένη στο μορτάρι), κουραμπιέδες και φοινίκια (μελομακάρονα). Όταν ζύμωναν οι νοικοκυρές, έπλαθαν και μικρά ψωμάκια με έναν σταυρό επάνω, τα άφηναν στην είσοδο της μάντρας των ζώων και αυτά όπως περνούσαν τα πατούσαν. Με μερικά κομμάτια από τα ψωμάκια τάιζαν τα ζωντανά, για να είναι γερά.

Το απόγευμα της παραμονής βγαίναμε πάλι για τα κάλαντα του Άι Βασίλη. Αποβραδίς, φέρνανε στο σπίτι οι γονείς μας μια ατσοχόπετρα (μεγάλη, λευκή πέτρα) και μια ασκέλα (μεγάλη ρίζα που μοιάζει με κρεμμύδι) και τα άφηναν έξω από το σπίτι. Την Πρωτοχρονιά φορούσαμε καινούρια ρούχα και πηγαίναμε στην εκκλησία. Αφού τελείωνε, παίρναμε μια εικόνα της εκκλησίας  ή μια από το σπίτι μας, που είχαμε αφήσει στην εκκλησία για να αγιαστεί από τον παπά και την πηγαίναμε σπίτι. Πρώτα, βάζαμε μέσα την εικόνα και από πίσω της ακολουθούσαν η ασκέλα και η ατσοχόπετρα, για να είναι το σπίτι και η οικογένεια γερή και τυχερή. Οι πόρτες των σπιτιών την Πρωτοχρονιά, έμεναν ανοιχτές και αν ήταν και κανένας γουρλής στο σπίτι, αυτός έμπαινε πρώτος να κάνει το ποδαρικό. Την Πρωτοχρονιά μας δίναν Καλιστρίνες οι δικοί μας (χαρτζιλίκι στα παιδιά της οικογένειας) και αν κάποιος χρώσταγε σε άλλον, δεν έπρεπε να εξοφλήσει τα χρέη του ανήμερα της Πρωτοχρονιάς. Το μεσημέρι τρώγαμε κόκορα με πατίδο και σούπα (παραδοσιακή γέμιση με μπαγιάτικο ψωμί και εντόσθια). Τι χαρές και τι τραγούδια εκείνες τις μέρες!

Την παραμονή των Φώτων ήταν ο μεγάλος Αγιασμός. Παίρναμε αγιασμό από την εκκλησία και αγιάζαμε τα χωράφια μας, για να είναι εύφορα όλο το χρόνο. Ο παπάς ερχόταν στα σπίτια, για να τα φωτίσει με το Άγιο φως και εμείς ανάβαμε το καντήλι μας, το οποίο έπρεπε να μείνει αναμμένο με το αγιασμένο φως για σαράντα μέρες. Ανήμερα των Θεοφανίων, μετά την εκκλησία και τη λιτανεία, πηγαίναμε στο λιμάνι, όπου τα νέα παλληκάρια του νησιού περίμεναν στις βάρκες, για να πιάσουν το Σταυρό, που έριχνε ο παπάς στη θάλασσα. Όποιος τον έπιανε, τον έπαιρνε στο σπίτι του, τον στόλιζε σε ένα δίσκο και γύριζε με την παρέα του τα σπίτια, για να τον φιλήσουν οι πιστοί και να δώσουν στο παλληκάρι που τον έπιασε, χρήματα και κέρασμα. Κάποιο ποσό από τα χρήματα που μάζευε, το παραχωρούσε στην εκκλησία, ενώ με το υπόλοιπο γλένταγε με την παρέα του στο καφενείο.

Τα Θεοφάνια στο λιμάνι της Αντιπάρου

Οι γιορτές τελείωναν την ημέρα του Άι Γιαννιού, όπου στην εκκλησία μοίραζαν βλογιά (γλυκό ψωμί, ευλογημένο) και το βράδυ πηγαίναμε να χαιρετήσουμε όλους τους Γιάννηδες του χωριού, με τσαμπούνες (παραδοσιακό νησιώτικο όργανο από δέρμα ζώου, που μοιάζει με γκάιντα) και ντουμπιά (χειροποίητο τύμπανο με δέρμα από ερίφιο).

Αυτό που θυμάμαι πιο πολύ από όλα είναι το τραγουδάκι, που μου έλεγε η γιαγιά μου στο τραπέζι της Πρωτοχρονιάς. Με κάθιζε στα γόνατά της και τραγούδαγε…

Σύμπασα η φύση, σήμερον γελά

Νέο έτος είναι, τί πολλά καλά!

Άλλος παιχνιδάκια κι άλλος’ πωρικά (οπωρικά)

Κι η μαμά μας πίτα και πολλά γλυκά!


Λίγα λόγια για την αφηγήτρια

Η Μαρουσώ Φαρούπου είναι μόνιμη κάτοικος της Αντιπάρου, γεννηθείσα το 1941. Όταν τελείωσε το Δημοτικό, έμαθε αργαλειό για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά της. Σπούδασε στη Σχολή Οικοκυρικών στη Λέρο για έναν χρόνο και είναι ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου Μητέρων του Δημοτικού Σχολείου Αντιπάρου, (προκάτοχος του σημερινού Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων) αλλά και του Συλλόγου Γυναικών Αντιπάρου. Έχει γράψει τα βιβλία: «Παλιές Τοπολαλιές», «Τα μαεροτσκαλίσματα», «Αντίπαρος…τον παλιό εκείνο τον καιρό» και τα «Λαϊκά Παραμύθια της Αντιπάρου»


 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ευαγγελία Παλαιολόγου
Έχει μεγαλώσει στο νησί της Αντιπάρου και είναι απόφοιτη του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Έχει συμμετάσχει σε διάφορες εθελοντικές δράσεις και προσομοιώσεις και έχει κάνει διαλέξεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση σε σχολεία. Παραδίδει εθελοντικά μαθήματα χορωδίας σε παιδιά και ασχολείται με τα ιδιαίτερα μαθήματα. Αγαπάει τα βιβλία, την ιστορία, τον εθελοντισμό και την μουσική.