31.6 C
Athens
Πέμπτη, 5 Αυγούστου, 2021
ΑρχικήΚοινωνίαΧρονογράφημαΗ κατσίκα του γείτονα

Η κατσίκα του γείτονα


Της Σοφίας Πεχλιβανίδου,

Μου πήρε καιρό να καταλάβω τι σημαίνει η φράση «η κατσίκα του γείτονα». Ήμουν περίπου οκτώ ετών όταν την άκουσα για πρώτη φορά. Εφόσον ζούσα σε πόλη, σίγουρα ο γείτονας δεν θα μπορούσε να έχει κατσίκα, ούτε και στο χωριό μου είχε, ωστόσο η φράση αυτή μου έκανε τόσο εντύπωση που άρχισα να ψάχνω το νόημά της, φτιάχνοντας ιστορίες στο μυαλό μου με κατσίκες που ζουν σε κάποιο γειτονικό σπίτι, ο ιδιοκτήτης του οποίου τις φροντίζει και ενδεχομένως αυτή η μοναδική και ξεχωριστή κατσίκα της φράσης που άκουγα σε συζητήσεις ενηλίκων, να είχε κάποιο ξεχωριστό χάρισμα. Χρειάστηκαν 18 χρόνια, η ενηλικίωση, η απομάκρυνση από την προστασία του οικογενειακού περιβάλλοντος, μια οικονομική κρίση, αρκετές πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές, μια πανδημία και μια νέα οικονομική κρίση, για να γίνει σαφές το περιεχόμενο εκείνης της φράσης που τόσο με είχε εντυπωσιάσει ως παιδί… «Η κατσίκα του γείτονα».

Η αναφορά σε αυτήν την κατσίκα γινόταν πάντα σε ένα πλαίσιο αρκετά λυπητερό, καθώς αναφερόταν ως η κατσίκα που αν πεθάνει δεν μας ενδιαφέρει, διότι μάλλον δεν μας επηρεάζει ο θάνατός της, γεγονός που με στεναχωρούσε ως παιδί, γιατί θα ήταν κρίμα να συζητάμε για το θάνατο μιας κατσίκας με τόση ψυχρότητα. Όσο μεγάλωνα και συνέχιζα να ακούω τη φράση, τόσα περισσότερα νοήματα συμπυκνώνονταν σε αυτήν την κατσίκα, τόσοι περισσότεροι «θάνατοι» που άφηναν τους ανθρώπους παγερά αδιάφορους εμπεριέχονταν σε αυτή τη φράση. Κουβαλώντας, πλέον, τόσους «θανάτους κατσικών» οποιουδήποτε γείτονα, φτάνουμε στο σήμερα. Σε ένα σήμερα που τόσο η κατσίκα όσο και ο γείτονας έπαψαν να είναι ήρωες των ιστοριών της φαντασίας ενός οκτάχρονου κοριτσιού, αλλά αποτελούν πρωταγωνιστές συζητήσεων που οι συνομιλητές, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, «σκοτώνουν» και την κατσίκα και τον γείτονα, καλύπτοντας το έγκλημά τους με φράσεις, όπως «Οι Έλληνες έχουμε φιλότιμο» ή «Σαν την Ελλάδα δεν θα βρεις πουθενά» ή «Όταν οι Έλληνες παρήγαγαν πολιτισμό, ο υπόλοιπος κόσμος έτρωγε βελανίδια» και λοιπές τέτοιες φράσεις που τόσο ματαιόδοξα υποδηλώνουν τη νοοτροπία ανθρώπων, που ανεξαρτήτως καταγωγής, θέτουν εαυτόν σε ανώτερη θέση έναντι κάποιου άλλου, απαξιώνοντας την αξία της ζωής του εκάστοτε «γείτονα» και της εκάστοτε «κατσίκας» επικαλούμενοι, μάλιστα, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και στη διαχείριση των επιλογών της ζωής τους.

Πολλές φορές στο μυαλό μου συνδέω την «κατσίκα του γείτονα» με τους φιλοσόφους του σπηλαίου του Πλάτωνα, που αντικρίζουν το φως και επιστρέφοντας στο σπήλαιο για να αποκαλύψουν την πλάνη στους υπόλοιπους, εκείνοι τους απαξιώνουν ή τους σκοτώνουν, αφού δεν τους πιστεύουν. Έτσι και η κατσίκα του γείτονα γίνεται κάθε φορά μια αλήθεια, ένα φως που «ξεβολεύει» τους εκάστοτε «δεσμώτες» από την πλάνη ότι εκείνοι γνωρίζουν την αλήθεια των πραγμάτων, εκείνοι δικαιούνται μια καλύτερη θέση απέναντι στον ήλιο έναντι άλλων, κι ας είναι ο ήλιος που βλέπουν μια απλή πυρακτωμένη λάμπα. Και όταν τελικά η αλήθεια της κατσίκας «πεθάνει» και το φως «σβήσει», τότε θα ακουστεί κάποιος που θα πει «Εντάξει, δεν πέθανε η δικιά μου» και η πλάνη του θεριεύει με έναν τρόπο πέρα για πέρα τρομακτικό, αν σκεφτεί κανείς πόσες τέτοιες «κατσίκες» έχουμε αφήσει να πεθάνουν, πόσες αλήθειες έχουν θυσιαστεί, επειδή κάποιος βρέθηκε τη δεδομένη στιγμή σε θέση που του επέτρεπε να πει ότι δεν ήταν και τίποτε σημαντικό αυτό που χάθηκε.

Η πανδημία στάθηκε η κυριότερη αφορμή για την αναζήτηση αυτής της νοοτροπίας στους ανθρώπους γύρω μου, αυτής της αδιαφορίας για τον γείτονα και την κατσίκα του εν ονόματι, ενός δικαιώματος που όχι απλά δεν θυμίζει δημοκρατία (Ω περήφανοι πρόγονοι!), αλλά διατρανώνει με ακρίβεια την προβληματική κοινωνία που έχουμε οικοδομήσει και διαιωνίζουμε με επικίνδυνο τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση, λοιπόν, η κατσίκα του γείτονα μεταφράζεται σε ευπαθείς ομάδες, υγειονομικό προσωπικό, επιστήμονες που συμμετέχουν στον αγώνα παρασκευής εμβολίου και εύρεσης αποτελεσματικής θεραπείας και κάθε άνθρωπο που συμμετέχει λίγο ή πολύ σε έναν πόλεμο επιβίωσης, που θεωρούσαμε ότι δεν θα βιώσουμε ποτέ ως γενιά. Συνομιλώντας, λοιπόν, με ανθρώπους διαφόρων ηλικιών αντιλαμβάνεται κανείς πόσο διαφορετικά και πόσο μακριά από τη λογική μπορεί να οδηγηθεί η σκέψη κάποιου, που επιτρέπει στο μυαλό του να βιώσει την προσωπική του πλάνη, θεωρώντας ότι ο ίδιος είναι ο εκλεκτός που βρίσκεται κοντά στην αλήθεια και αυτή του η ιδιότητα, του επιτρέπει να θέτει σε κίνδυνο άλλους ανθρώπους, αγνοώντας επιδεικτικά οποιαδήποτε συνέπεια, εφόσον αυτή δεν τον αγγίζει.

Καθίσταται σαφές, επομένως, πως αν αναλογιστεί κανείς και παρατηρήσει προσεκτικά τη συμπεριφορά των ανθρώπων σε περιόδους κρίσης, θα αντιληφθεί σχετικά εύκολα ότι οι άνθρωποι τείνουν να λειτουργούν με αυτού του είδους την αδιαφορία προς τον συνάνθρωπο, κι αν προχωρήσουμε λίγο πιο μακριά, η αδιαφορία απλώνεται σε κάθε έμβιο ον του πλανήτη και στον ίδιο τον πλανήτη ως σύστημα, σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να προφυλαχθούν και να παραμείνουν ζωντανοί με όποιο κόστος. Το ερώτημα που εγείρεται, λοιπόν, είναι: πόσες ακόμη «κατσίκες του γείτονα» θα χρειαστεί να σκοτώσουμε για να συνειδητοποιήσουμε ότι η ευθραυστότητα του καθενός μας κρίνεται από την αδιαφορία του ανθρώπου που μας θεωρεί «γείτονα» και αξιολογεί τη δική του επιβίωση ως σημαντικότερη από τη δική μας;


 

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Σοφία Πεχλιβανίδου
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτη του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με εξειδίκευση στην Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση, απόφοιτη της Σχολής Ζαχαροπλαστικής La Chef στη Θεσσαλονίκη και φοιτήτρια του Εργαστηρίου Γλυπτικής του Τμήματος Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Γνωρίζει άριστα Αγγλικά και Γερμανικά. Ασχολείται με την καλλιτεχνική ζαχαροπλαστική και ερασιτεχνικά με το θέατρο ως ηθοποιός και ως σκηνογράφος. Αγαπάει τα ταξίδια, τη μουσική, τη λογοτεχνία, ενώ στον ελεύθερο χρόνο της επισκέπτεται μουσεία και χώρους τέχνης και ασχολείται με τη συγγραφή, γεγονός που την ώθησε στην αρθρογραφία.