Της Έφης Βούζιου,

Το 2014, οι Σκωτσέζοι καταψήφισαν την ανεξαρτητοποίηση της χώρας τους από το Ηνωμένο Βασίλειο, με την παράλληλη παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση να αποτελεί καταλυτικό παράγοντα στο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, οι ψηφοφόροι κλονίστηκαν να ψηφίσουν «Όχι» στην ανεξαρτησία βάσει της οικονομικής υπόθεσης για τη διατήρηση της Ένωσης, η οποία περιελάμβανε τη δέσμευση για διατήρηση της θέσης της Σκωτίας στην Ευρώπη. Στα έξι χρόνια από το δημοψήφισμα της ανεξαρτησίας της Σκωτίας, στις 18 Σεπτεμβρίου του 2014, το Ηνωμένο Βασίλειο πήγε σε εκλογές για δύο συνταγματικά δημοψηφίσματα, τρεις γενικές εκλογές και εκλογές του κοινοβουλίου.

Στη μέση αυτής της πολιτικής αναταραχής, ένα συγκεκριμένο γεγονός είχε περισσότερο αντίκτυπο από τα υπόλοιπα: το δημοψήφισμα της ΕΕ. Οι πολιτικοί του Σκωτσέζικου Εθνικού Κόμματος (SNP), συγκεκριμένα, θεωρούν ότι η Σκωτία απομακρύνεται από την Ε.Ε ενάντια στις δημοκρατικές επιθυμίες του λαού της (ο οποίος ψήφισε εναντίον του Brexit σε ποσοστό 62%), οι οποίες έχουν αγνοηθεί από τις διαδοχικές συντηρητικές κυβερνήσεις με επικεφαλής την Theresa May και τον Boris Johnson. Για πολλούς δεν τίθεται το πρόβλημα στο γεγονός ότι η Σκωτία έχει πλέον αποχωρήσει από την ΕΕ, παρά την αντίθεσή της, λόγω της απόφασης σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου χειρίστηκε το Brexit και τον αντίκτυπο του Brexit στις εξουσίες των πολιτικών θεσμών της Σκωτίας.

Με τα θεμέλια του επισφαλούς Ηνωμένου Βασιλείου να αλλάζουν και πάλι κάτω από το βάρος της δημόσιας και πολιτικής πίεσης, οι δημοσκοπήσεις στη Σκωτία δείχνουν τώρα, με συνέπεια, την πλειοψηφία υπέρ της απόσχισης από το υπόλοιπο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Anthony Salamone, διευθύνων σύμβουλος και αναλυτής των Ευρωπαίων εμπόρων στο Εδιμβούργο δήλωσε στο Euronews «Ο κύριος λόγος για τον οποίο βλέπουμε τώρα πλειοψηφίες για ανεξαρτησία στις δημοσκοπήσεις είναι ότι οι φιλοευρωπαίοι που αντιτάχθηκαν στην ανεξαρτησία έχουν στραφεί να το υποστηρίξουν» «Υπό αυτήν την έννοια, υπάρχει ήδη σύγκλιση μεταξύ της υποστήριξης της ανεξαρτησίας της Σκωτίας και της υποστήριξης για την Ε.Ε.» «Η οικονομία και το νόμισμα ήταν αναμφισβήτητα τα καθοριστικά ζητήματα του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία του 2014. Ενώ εξακολουθούν να είναι σημαντικά για τη συζήτηση για την ανεξαρτησία, το Brexit είναι ίσως το μόνο μεγαλύτερο ζήτημα τώρα».

Αναμφίβολα, η καταστροφική αντιμετώπιση της πανδημίας από τον Johnson αποτελεί έναν επιπρόσθετο παράγοντα, καθώς η σκωτσέζικη κυβέρνηση, με πρώτη υπουργό την Nicola Sturgeon, λειτούργησε πολύ πιο αποφασιστικά και αποτελεσματικά από την κεντρική. Επιπλέον, η τελευταία ανησυχία για το νομοσχέδιο για την εσωτερική αγορά (IMB) της βρετανικής κυβέρνησης, το οποίο επιδιώκει να παρακάμψει στοιχεία της συμφωνίας Brexit, που υπεγράφη με την Ε.Ε για το εμπόριο της Βόρειας Ιρλανδίας και – όπως πιστεύουν ορισμένοι κριτικοί – αμβλύνουν αυθαίρετα τις εξουσίες των αποκεντρωμένων κυβερνήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου, θα μπορούσε να είναι η τελευταία σταγόνα στο ποτήρι για τους Σκωτσέζους. «Η Σκωτία αισθάνεται ολοένα και πιο ξεχωριστή – ως αποτέλεσμα του Brexit και του αγγλικού εθνικισμού, και ενώπιον μιας Tory κυβέρνησης υπό τον Boris Johnson, απορρίπτει τώρα τα εγχώρια και διεθνή πρότυπα πολιτικής συμπεριφοράς και κακοδιαχειρίζεται την κρίση Covid σε θανατηφόρο βαθμό», λέει ο Σκωτσέζος πολιτικός σχολιαστής Kirsty Hughes, πρώην διευθυντής του Σκωτσέζικου Κέντρου Ευρωπαϊκών Σχέσεων (SCER).

Ο Hughes υποστηρίζει ότι : «Η Σκωτία είναι, στην ουσία, μια μικρή χώρα της Βόρειας Ευρώπης με μια γενικά σοσιαλδημοκρατική πολιτική πλειοψηφία. Η χονδρική επίθεση του Johnson στο σύστημα διακυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου και στις συνταγματικές του δομές είναι όλα καύσιμα για την πλευρά της ανεξαρτησίας στη Σκωτία.» «Δεν είναι άγνωστο το πώς θα διαπραγματευόταν μια κυβέρνησή του για ανεξαρτησία. Θα ήταν προς το εθνικό συμφέρον του Ηνωμένου Βασιλείου να διαπραγματευτεί μια λογική συμφωνία και να διατηρήσει καλές σχέσεις με μια νέα ανεξάρτητη Σκωτία, αλλά αν αυτό δεν συμβεί με τη συμφωνία Ηνωμένου Βασιλείου-ΕΕ, τότε μπορεί να μην είναι με μια σκωτσέζικη συμφωνία.» Σημειώνει μεταξύ των άλλων, πως «Στη Σκωτία, είναι απολύτως σαφές στους περισσότερους που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία ότι πρέπει να είναι μια νομικά και συνταγματικά ορθή διαδικασία. Αλλά εάν η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν καταρρεύσει ή χάσει την υποστήριξη δεδομένης της περιφρόνησής της για τη βρετανική δημοκρατία, τότε η Σκωτία – εάν μεγαλώσει η πλειοψηφία της ανεξαρτησίας – μπορεί να χρειαστεί να εξετάσει άλλους δρόμους για την ανεξαρτησία ενόψει ενός αναρχικού, μακερικού και απρόβλεπτου ΗΒ

Από το δημοψήφισμα του Brexit το 2016 και μετά, η πρωθυπουργός της Σκωτίας, Nicola Sturgeon, ζητά τη διεξαγωγή ενός δεύτερου δημοψηφίσματος για τη σκωτσέζικη ανεξαρτησία. Το κύριο επιχείρημα της είναι πως η Σκωτία επέλεξε μαζικά την παραμονή της στην Ε.Ε, από την οποία όμως θα αποχωρούσε χωρίς τη θέλησή της. Ο πολιτικός χρόνος έχει αλλάξει ραγδαία, αναιρώντας για ένα μεγάλο ποσοστό των ψηφοφόρων, πλήρως, την ερμηνεία του αποτελέσματος του 2014. Η πρωθυπουργός της τοπικής κυβέρνησης της Σκωτίας προανήγγειλε την κατάρτιση νομοσχεδίου που θα περιλαμβάνει τους όρους ενός πιθανού δεύτερου δημοψηφίσματος. Στο νομοσχέδιο αυτό, θα αναφέρονται οι όροι, ο χρόνος διεξαγωγής και το ερώτημα του δημοψηφίσματος αυτού. Το νομοσχέδιο είναι προγραμματισμένο να παρουσιαστεί πριν από τις εκλογές του προσεχούς Μαΐου για την ανάδειξη της νέας τοπικής κυβέρνησης. Το πιθανό δημοψήφισμα, πάντως, θα λάβει σίγουρα χώρα μετά τις εκλογές του Μαΐου του 2021. Η ηγέτιδα του κυβερνώντος Εθνικού Κόμματος Σκωτίας (SNP) είχε παγώσει τα σχέδια για το νομοσχέδιο τον Μάρτιο, λόγω της πανδημίας του κοροναϊού, ξεκαθαρίζοντας πως η αντιμετώπισή του αποτελεί προτεραιότητά της, προσθέτοντας, όμως, ότι οι συνθήκες δικαιολογούν την αναβίωση των σχεδίων για το δημοψήφισμα ανεξαρτησίας.

Μετά την εκλογή του στην πρωθυπουργία, ο Johnson είπε πως το προηγούμενο σκωτσέζικο δημοψήφισμα πραγματοποιήθηκε «μία φορά τη γενιά», δηλώνοντας ξεκάθαρα πως θα αρνηθεί την επανάληψή του. Η ιστορικά άβολη πρώτη συνάντησή του με τη Sturgeon στη Σκωτία, μέσα σε μαζικές αποδοκιμασίες για τον Johnson, αποτυπώνει πλήρως το χάσμα ανάμεσά τους.

Το Ηνωμένο Βασίλειο πλήττεται συνεχώς το τελευταίο διάστημα, σε πολιτικό επίπεδο, και η απόφασή του να βγει από την Ευρώπη αποτέλεσε έναν μεγάλο παράγοντα για να ενισχυθούν οι εντάσεις και οι αντιπαραθέσεις. Πλέον μπορούμε να μιλάμε για ένα διχασμό ανάμεσα σε εκείνους που επικροτούν την αυτονομία του Ηνωμένου Βασιλείου και σε εκείνους που αντιλαμβάνονται την κίνηση αυτή ως καταστροφική. Πάντως το Brexit ήταν η αιτία για πολιτικές διαμάχες άνευ προηγουμένου, με πολλά προβλήματα διακυβέρνησης να ξεπροβάλουν τώρα πιο πολύ από ποτέ. Το μόνο ερώτημα που μένει, είναι αν αυτή η ένταση είναι αρκετή για να οδηγήσει σε μια διάλυση του πάντοτε ισχυρού  Ηνωμένου Βασιλείου.


Έφη Βούζιου

Γεννήθηκε το 1997 και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Είναι φοιτήτρια του τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει αρκετές ομιλίες και ημερίδες σχετικές με το αντικείμενο των σπουδών της καθώς και με τον ευρύτερο τομέα της εκπαίδευσης. Ιδιαίτερη είναι η συμμετοχή της σε εθελοντικές δράσεις τις οποίες θεωρεί καίριες για τη διάπλαση του χαρακτήρα των ατόμων και τη διάρθρωση της κοινωνίας. Την απασχολούν τομείς σχετικοί με τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ισότητα των κοινωνικών ομάδων.