17.5 C
Athens
Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου, 2020
Αρχική Πολιτική Γνώμη Επιστήμη και Δημοκρατία

Επιστήμη και Δημοκρατία


Του Γιώργου Κοσματόπουλου, 

Την ίδια στιγμή που ο αριθμοί  των κρουσμάτων κορωνοϊού και των διασωληνωμένων στις ΜΕΘ ασθενών αυξάνονται, ανάλογη πορεία ακολουθεί και η τάση αμφισβήτησης της αναγκαιότητας και της αυστηρότητας των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας. Μία, διόλου αμελητέα, μερίδα συμπολιτών μας αντιτίθεται κυρίως στη χρήση μάσκας στα σχολεία και σε άλλα μέρη. Τα αίτια του φαινομένου μπορούν να εντοπισθούν στην κόπωση της κοινωνίας από την πολύμηνη αυτή υγειονομική κρίση, στην χαλάρωση των μέτρων κατά τη διάρκεια του θέρους, στην τάση υιοθέτησης θεωριών συνωμοσίας από σημαντική μερίδα της κοινής γνώμης αλλά και σε ορισμένες επικοινωνιακά άστοχες δηλώσεις και πράξεις των αρμοδίων.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι πολλοί εκ των αρνητών της ανάγκης τήρησης των υφιστάμενων μέτρων θέτουν ζητήματα πολυφωνίας και Δημοκρατίας στην προβολή των επιστημονικών απόψεων : “Μα, υπάρχουν κι επιστήμονες οι οποίοι είναι κατά της μάσκας, γιατί δεν δίνονται ανάλογες ευκαιρίες και σ’ αυτούς να εκφράσουν τις απόψεις τους και να ενημερώσουν τον κόσμο για τα δικά τους επιχειρήματα;”

Πηγή εικόνας: ellinikahoaxes.gr

Το ζήτημα της σχέσης της Επιστήμης με τη Δημοκρατίας δεν ανέκυψε σήμερα. Υπάρχει μια διαρκής συζήτηση γύρω από αυτό και οι προσεγγίσεις ποικίλουν. Θα πρέπει καταρχήν να διευκρινιστεί ότι όταν μιλούμε για δημοκρατική λειτουργία της επιστημονικής διαδικασίας, αυτή αφορά τη δυνατότητα να διατυπώνονται ελεύθερα οι διάφορες επιστημονικές απόψεις. Μια ευνομούμενη πολιτεία οφείλει να κατοχυρώνει το δικαίωμα του κάθε επιστήμονα να εκφράσει τις απόψεις του ελεύθερα. Τυπικά, αυτό ισχύει στη χώρα μας. Εν τοις πράγμασι, πολλοί επιστήμονες αποστερούνται αυτό το δικαίωμα εντός του ευρύτερου ακαδημαϊκού κατεστημένου κι έχουμε γίνει μάρτυρες ακόμα και βίαιων ενεργειών που στόχο έχουν τη φίμωση μία άποψης. Από εκεί κι έπειτα όμως, η Επιστήμη δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με προεκλογικούς όρους πολλώ δε μάλλον με τακτικές τηλεπαραθύρων. Σίγουρα εδώ γεννάται ζήτημα αναφορικά με τη λειτουργία των ΜΜΕ. Όταν η γενικότερη κατεύθυνση ενός Μέσου είναι η πρόκληση ακραίων συναισθημάτων στο κοινό, προκειμένου να κερδίσει την προτίμησή του, τότε σαφώς και βρισκόμαστε εκτός των ορίων της πληροφόρησης των πολιτών, ειδικά για τόσο σημαντικά ζητήματα. Όταν καθημερινώς η καταστροφολογία κυριαρχεί είναι λογικό σημαντικό μερίδιο των πολιτών να ζητεί να ακουσθεί και η αντίθετη άποψη, η οποία ενδεχομένως ηχεί πιο ευχάριστα, διότι προσφέρει εύκολη διέξοδο από τη μίζερη προβολή της πραγματικότητας. Τόσο για να καλυφτούν οι επιθυμίες αυτού του τμήματος του κοινού όσο και για να εξιταριστεί το σύνολό του από μία σφοδρή αντιπαράθεση ξεκινά και η προβολή μειοψηφικών στον επιστημονικό κλάδο απόψεων, που όμως αμφισβητούν την κρατούσα σε σημείο να οδηγούν στη ανυπακοή με πιθανότατα ολέθριες συνέπειες. Είναι προφανές δε ότι, εν προκειμένω, τα ΜΜΕ εκτρέπονται της αποστολής ενημέρωσης των πολιτών για την πανδημία, μιας αποστολής πλουσιοπάροχα αμειβομένης εκ μέρους του κράτους.

Δεν είναι δυνατόν όμως οι πολίτες να παρακολουθήσουν ένα ντιμπέιτ επιστημόνων κι ακολούθως, να επιλέξουν ποια στρατηγική θα εφαρμόσουν επί ενός ζητήματος που αφορά το σύνολο της κοινωνίας. Εδώ δεν ισχύει το “να πάρω και μια δεύτερη γνώμη για ένα πρόβλημα υγείας που έχω”. Ούτε φυσικά μπορούν κάποιοι να επιλέξουν να συμμορφωθούν με τα μέτρα και κάποιοι όχι, χωρίς η συμπεριφορά των δεύτερων να αποτελέσει αντικείμενο κολασμού. Ο μέσος πολίτης δεν διαθέτει τις αναγκαίες ιατρικές γνώσεις προκειμένου ν’ ακούσει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις και να κρίνει ποια είναι η σωστή. Στο ζήτημα της δημόσιας υγείας, οι αρμόδιοι επιστήμονες εισηγούνται στην κυβέρνηση, η οποία αποφασίζει να θεσπίσει συγκεκριμένα μέτρα, καθώς και να ορίσει τον μηχανισμού ελέγχου της τήρησής τους, εξετάζοντας παράλληλα και τις ευρύτερες επιπτώσεις της κάθε επιλογής, επί παραδείγματι στην οικονομία. Ο καθένας μπορεί να έχει την άποψή του, αλλά η χάραξη κρατικής πολιτικής, η οποία μάλιστα έχει άμεση συνέπεια στην υγεία και στη ζωή του κοινωνικού συνόλου δεν οφείλει να συμπεριλαμβάνει όλες τις απόψεις. Οφείλει να εξετάζει όλες τις παραμέτρους, αλλά εν τέλει αποφασίζει να ακολουθήσει τον ένα δρόμο κι όχι τον άλλον. Οι ανθρώπινες ζωές δεν προστατεύονται με δημόσιες σχέσεις ή με ατέρμονες συζητήσεις.

Φυσικά, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε και τις ευθύνες κυβερνητικών στελεχών κι επιστημόνων που έχουν σημαίνοντα ρόλο στη μάχη κατά της νόσου στην “τηλεοπτικοποίηση” της  Επιστήμης. Βλέπουμε ορισμένους εκ των πρώτων να προσπαθούν να χτίσουν καριέρες πάνω στην πανδημία, απευθυνόμενοι πολλές φορές με ιταμό τρόπο στους πολίτες. Παρατηρούμε επίσης κορυφαίους κατά τ’ άλλα στον τομέα τους ακαδημαϊκούς αντί να καταθέσουν τις απόψεις τους στις κλειστές συσκέψεις με τους αρμόδιους πολιτικούς και υπηρεσιακούς παράγοντες να κάνουν αναφορές από του δημοσίου βήματος, που προκαλούν ως και ανατριχίλα σε μεγάλη μερίδα συμπολιτών μας. Αναφορές άκομψες που μπορεί να παρεξηγηθούν εύκολα και να χρησιμοποιηθούν ορισμένους για την παρουσίαση ενός σκηνικού βγαλμένου από δυστοπική ταινία.

Όταν ένα κράτος βρίσκεται αντιμέτωπο με μία τόσο σοβαρή κρίση είναι λογικό να δοκιμάζονται βασικές αρχές της οργάνωσης, αν όχι της ίδιας της υπόστασής του. Σε μία μακρόχρονη κατάσταση στρέβλωσης, το οικοδόμημα θα τρανταχτεί, αλλά με γερά θεμέλια και με την ψύχραιμη λειτουργία των ενοίκων του δεν θα καταρρεύσει. Τα θεμέλια αντέχουν μέχρι στιγμής, αρκεί οι ένοικοι να μην τα υποσκάψουν, έστω και ακούσια…


Γιώργος Κοσματόπουλος

Γεννήθηκε το 1989 στη Λαμία και έζησε μέχρι τα 18 μου χρόνια στον Άγιο Κωνσταντίνο Φθιώτιδας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Νομικά στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, εργαζόμενος παράλληλα τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, πάνω στα αντικείμενα των σπουδών του. Αρθρογραφεί για θέματα πολιτικής επικαιρότητας.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Η ανάπτυξη των σινοελληνικών σχέσεων υπό το ανήσυχο βλέμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Της Δανάης Λυπιρίδη, Με τον όρο «σινοελληνικές σχέσεις» χαρακτηρίζονται οι διμερείς σχέσεις μεταξύ της Κίνας και της Ελλάδας σε διπλωματικό, γεωπολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο....

Ενδοοικογενειακή βία: Ένα «αόρατο» έγκλημα

Του Κωνσταντίνου Σούζα, Τον τελευταίο καιρό, τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας στη χώρα μας σημειώνουν σταθερή ανοδική τροχιά. Κι ενώ η πανδημία του κορωνοϊού αναγκάζει την...

Το «ΟΧΙ» του Μεταξά ως έκφραση της θέλησης του ελληνικού λαού

Της Μαρίας Φράγκου, Στην Ευρώπη του μεσοπολέμου, επικρατεί αναβρασμός. Οι πληγές και οι καταστροφές που έφερε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχουν χαραχθεί στις μνήμες των...

Πολιτική ορθότητα και πολιτική αχρωμία

Της Ειρήνης Κοτρούτσου,  Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν πως σήμερα ό,τι απέχει από το μέσο δαιμονοποιείται. Πράγματι, στις σύγχρονες κοινωνίες συχνά ασφυκτιείς και φοβάσαι...
Γιώργος Κοσματόπουλος
Γεννήθηκε το 1989 στη Λαμία και έζησε μέχρι τα 18 μου χρόνια στον Άγιο Κωνσταντίνο Φθιώτιδας. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Νομικά στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, εργαζόμενος παράλληλα τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, πάνω στα αντικείμενα των σπουδών του. Αρθρογραφεί για θέματα πολιτικής επικαιρότητας.