Της Μάρθας Λιάκου,

Η τέχνη της μουσικής αποτελεί χωρίς δεύτερη σκέψη το πιο διαδεδομένο μέσο έκφρασης. Και μπορεί τόσο ο ορισμός της όσο και τα σχετικά θέματα, όπως η εκτέλεση και η σύνθεση να διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό και να ταξινομούνται ανάλογα με το κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο, ωστόσο η σπουδαιότητά της είναι αδιαμφισβήτητη σε καθολικό επίπεδο. Συνοδεύει όλες τις δραστηριότητες της κοινωνικής μας ζωής, όπως τα γενέθλια, ο γάμος ή η Πρωτοχρονιά, ενώ ακόμη και οι εκκλησιαστικές λειτουργίες συνοδεύονται συχνά με μουσική. Παράλληλα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις καλές τέχνες, όπως το θέατρο, ο κινηματογράφος, η ποίηση και η λογοτεχνία. Η πραγματικότητα αυτή, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα μουσεία πλέον έχουν αλλάξει ρόλο και από απλοί χώροι έκθεσης έχουν μετατραπεί σε χώρους εκδηλώσεων, συνυφασμένοι με πολιτιστικά δρώμενα, οδήγησε στην υιοθέτηση της μουσικής και από τα μουσεία. 

Ετυμολογικά μιλώντας, μία πρώτη ανάλυση των λέξεων «μουσική» και «μουσείο» φανερώνει ότι και οι δύο προέρχονται από τη ρίζα του ρήματος «μάω», μια από τις σημασίες του οποίου είναι το «επινοώ, ζητώ διανοητικώς». Οι αρχαίοι Έλληνες με τον όρο «μουσική» εννοούσαν το σύνολο των πνευματικών και διανοητικών επιδόσεων σε κάθε τέχνη, η οποίες προστατεύονταν από τις Μούσες, ενώ «μουσείο» ήταν ο ναός, η έδρα των Μουσών και κατ’ επέκταση των Τεχνών. Φαίνεται λοιπόν, ότι οι δύο λέξεις εκτός από κοινή ρίζα διαθέτουν και αλληλοσυνδεόμενη σημασία.

Με το κέντρο βάρους των μουσείων να έχει αλλάξει και από το άψυχο αντικείμενο να έχει μετατοπιστεί στον άνθρωπο, η μουσική αξιοποιείται ως τροχαλία ώστε να ξεπερνά τα όρια της ψυχαγωγίας και να προσφέρει ανεκτίμητο εκπαιδευτικό έργο. Ήδη τα περισσότερα μουσεία είναι εμπλουτισμένα με επιφάνειες προβολής ή δραματοποιήσεις υπό μουσική υπόκρουση με σκοπό να καταστήσουν πιο ευχάριστη την περιήγηση των επισκεπτών, καθώς μέσω αυτής διευκολύνεται η συγκέντρωση τους στα εκθέματα ενώ ταυτόχρονα επιτυγχάνεται η κατανόηση και η απόλαυση της έκθεσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπογραμμίζεται η αξία της μουσικής ως μέσο τόσο πνευματικής όσο και ψυχικής αγωγής.

Εκείνο, εντούτοις, που συντελεί πραγματικά στο να θεωρείται το μουσείο χώρος πολλαπλών πολιτιστικών εκδηλώσεων, είναι η ζωντανή μουσική και πιο συγκεκριμένα η διοργάνωση συναυλιών κλασικής μουσικής, κονσέρτων ή μουσικών συνόλων είτε στους αύλειους είτε σε ειδικά διαμορφωμένους εσωτερικούς χώρους. Η ουσιαστική διαφορά της συνοδευτικής μουσικής στους διάφορους χώρους του μουσείου με τη ζωντανή, είναι ότι η τελευταία επιδρά πιο ουσιαστικά στον άνθρωπο και τον οδηγεί στην εξύψωση των αισθητικών και πνευματικών συναισθημάτων του. Αναμφισβήτητα, οι μουσικές βραδιές κατορθώνουν επιπλέον να συνδυάσουν την πολιτιστική κληρονομιά με μουσικά γεγονότα ή συνθέσεις, ενώ οδηγούν το κοινό στη συμμετοχική δραστηριότητα.

Λαμβάνοντας υπόψιν μας όλα τα παραπάνω προκύπτει επακόλουθα ο παρακάτω συλλογισμός: το μουσικό περιβάλλον αποτελεί ένα ευχάριστο περιβάλλον και ένας χώρος παιδείας όπως είναι ένα μουσείο, οφείλει επί της αρχής να είναι ευχάριστος. Η διοργάνωση των μουσικών εκδηλώσεων, εκτός από την προφανή ψυχαγωγία που προσφέρουν στο κοινό, συνεισφέρει στην υπενθύμιση και τη διαιώνιση του μηνύματος ότι οι τέχνες είναι αλληλοσυμπληρώμενες και πρέπει να εκφράζονται μαζί σε ένα αρμονικό σύνολο. Αυτός είναι και ο βασικότερος λόγος που τα μουσεία πρέπει να αγκαλιάσουν την τέχνη της μουσικής και να την εντάξουν με ισορροπία στις εκάστοτε εκθέσεις τους. Ταυτόχρονα, ο θεσμός των μουσικών εκδηλώσεων πρέπει να διευκολύνεται και να ενισχύεται.

Διαφορετικά, μια επίσκεψη στο μουσείο δεν θα είναι τίποτα περισσότερο παρά ένα βουβό γεγονός του καλοκαιριού κάτω από την αυγουστιάτικη πανσέληνο…


Μάρθα Λιάκου

Γεννήθηκε στις Σέρρες το 1997. Είναι απόφοιτη του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση στην Αρχαιολογία. Το 2019 πραγματοποίησε την πρακτική της άσκηση στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης. Έχει συμμετάσχει ενεργά σε ανασκαφές ενώ αυτή την περίοδο ασχολείται με εθελοντικό πρόγραμμα στο Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού του Δήμου Καλαμαριάς, στη Θεσσαλονίκη. Λατρεύει τα παιδιά, τη μουσική και τον εθελοντισμό.