3.2 C
Athens
Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου, 2023
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΗ αιώνια λιακάδα μιας στρουθοκάμηλου

Η αιώνια λιακάδα μιας στρουθοκάμηλου


Του Αλέξανδρου Ραπακούσιου,

Οι διμερείς σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας διανύουν τη χειρότερη φάση των τελευταίων 20+ ετών. Σε επίπεδο ρητορικής, η τουρκική ηγεσία έχει ανέλθει σε νέα πεδία λεκτικής αποθράσυνσης, με ευθείες απειλές άσκησης βίας. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, το ερευνητικό σκάφος της γειτονικής χώρας διέρχεται και ερευνά τμήμα της εξ αρχής και αυτής καθεαυτήν ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Στην ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζεται εμφανής δυσκοιλιότητα παραδοχής πως ερευνητικό σκάφος άλλου κράτους ασκεί έρευνες επί γεωγραφικής περιοχής, όπου μονάχα η Ελλάδα δύναται να το πράξει. Η καρατόμηση του κ. Διακόπουλου από τη θέση του Συμβούλου Ασφαλείας (μία εκ των πολλών και άνευ περιεχομένου διακοσμητικών πινελιών στο επικοινωνιακό μοντέλο του «επιτελικού κράτους»), επειδή παραδέχτηκε δημοσίως τις έρευνες, ήταν μονάχα μια σταγόνα υποκρισίας στα νερά της σκληρής πραγματικότητας της Ανατολικής Μεσογείου.

Την ίδια στιγμή, στις εκτός εθνικών τειχών συζητήσεις, η ελληνική ηγεσία δεν έχει το περιθώριο να στρουθοκαμηλίζει, όπως κάνει δηλαδή στο εσωτερικό, καθώς διαφορετικά δεν θα ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει την νομική και πολιτική βάση των «σκληρών» ευρωπαϊκών κυρώσεων (*ήχος από τζιτζίκια*) που επιζητεί κατά της Τουρκίας. Κι αυτό, διότι η διεθνώς νόμιμη αντίδραση ενός κράτους σε ότι αφορά περιπτώσεις διέλευσης ξένων (έστω και πολεμικών) πλοίων από την υφαλοκρηπίδα του, έχει περιορισμένο –αν όχι ανύπαρκτο– χαρακτήρα και εμφανώς δεν αιτιολογεί ιδιαίτερα υψηλής διαβάθμισης διπλωματικές πρωτοβουλίες. Οι έρευνες, όμως, είναι κάτι το διαφορετικό.

Επομένως, πρώτο βήμα για την ελληνική ηγεσία είναι να παύσει να παίζει τον κωφάλαλο στο εσωτερικό της χώρας, δήθεν αδυνατώντας να παραδεχτεί την παραβίαση (όχι απλή αμφισβήτηση) των κυριαρχικών δικαιωμάτων της, ψευδόμενη περί … «ηχορύπανσης» που δεν αφήνει τα απλωμένα καλώδια του τουρκικού ερευνητικού σκάφους να «κοιμηθούν». Σ’ έναν ουτοπικά πλασμένο κόσμο, οι κυβερνητικές μπαρούφες θα ήταν σε θέση να αντιστρέψουν το γεγονός πως η ελληνική υφαλοκρηπίδα έχει καταστεί πεδίο εκτόνωσης του έντονου τουρκικού οργασμού. Στην πραγματικότητα, οι μπαρούφες ενθαρρύνουν την κανονικοποίηση των ερευνών και του γκριζαρίσματος της εν λόγω περιοχής, με ταυτόχρονο ξεθώριασμα των «κόκκινων γραμμών».

Έχει λεχθεί πως το Διεθνές Δίκαιο αποτελεί «κρυψώνα» των αδύναμων κρατών, ενώ το ύφος που συνοδεύει την άποψη είναι συνήθως υποτιμητικό. Στην Ελλάδα, έχει παρατηρηθεί πως η θέση εκφράζεται από δύο ειδών πολιτικά όντα: Εκείνους που διατυπώνουν μεγαλόστομους λεονταρισμούς περί ισχύος και εκείνους που διοχέτευαν επί δεκαετίες την κοινή γνώμη με εθνικιστικό σανό περί του πιο δίκαιου κράτους του κόσμου. Οι πρώτοι είναι συνήθως αφελείς μιλιταριστές, από καιρό έτοιμοι να πάρουν πίσω την Πόλη (σύμπτωση που η στρατιωτική τους θητεία εξαντλήθηκε στο να πηγαινοφέρνουν καφέδες στους ανωτέρους τους), ενώ οι δεύτεροι, συνήθως πολιτικοί ή ακαδημαϊκοί «υψηλών» βλέψεων, οι οποίοι επί της ουσίας έχτισαν την καριέρα τους, πασάροντας γαλανόλευκες ονειρώξεις στο πάντα ευήκοο ελληνικό κοινό. Στο ερώτημά τους για το εάν δηλαδή η Ελλάδα θα αρκεστεί μονάχα σε αυτά που της απονέμει το Διεθνές Δίκαιο; Αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν πως διακυβεύονται ακόμη κι εκείνα που νόμιμα της αναλογούν.

Στα της ουσίας, το επίκεντρο της διπλωματικής αντιπαράθεσης θα αποτυπωθεί και επιχειρησιακά στο σύμπλεγμα «Ρω-Καστελόριζο-Στρογγυλή». Το μεγάλο «κενό» στην πρόσφατη μερική οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με την Αίγυπτο ήταν η μη συμπερίληψη του παραπάνω νησιωτικού συμπλέγματος στην εν λόγω συμφωνία. Επιπρόσθετα, τα μόλις 40 ναυτικά μίλια που χώριζαν το ερευνητικό σκάφος της Τουρκίας και το Καστελόριζο την 8η Σεπτεμβρίου, αποτελεί προάγγελο της διαβαθμισμένης παραβίασης της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, που θα εξελίσσεται ολοένα και πλησιέστερα του νησιού. Το αν το σχέδιο θα προχωρήσει, καθώς και το ποια εντολή θα δοθεί από την ελληνική πολιτική ηγεσία, θα καθορίσουν εν τέλει και εάν η αισθητή υποχωρητικότητα της κυβέρνησης σε ότι αφορά το Καστελόριζο πραγματωθεί. Σε κάθε περίπτωση, οφείλει να ενημερώσει για το αν θεωρεί «χαμένη» υπόθεση την απόδοση κυριαρχικών δικαιωμάτων στο εν λόγω σύμπλεγμα, επομένως και το αν προτίθεται να τα προασπίσει.

Οι όποιες διεθνείς παρεμβάσεις και εκκλήσεις για διάλογο συναντούν δομικά εμπόδια. Η Τουρκία επιθυμεί διμερή διαπραγμάτευση θέτοντας δικά της θέματα επί του τραπεζιού (μουσουλμανική μειονότητα Θράκης, κυριαρχία επί βραχονησίδων και νησιών, εναέριος χώρος, αποστρατικοποίηση ελληνικών νησιών κ.λπ.), ενώ η Ελλάδα αναγνωρίζει μονάχα τη νομική διαφορά της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Η στάση αυτή οφείλει να διατηρηθεί· ειδάλλως, οι προ πολλού διευθετημένες τουρκικές αξιώσεις θα τύχουν αναγνώρισης ως πολιτικά νομιμοποιημένες διμερείς διαφορές. Η Χάγη δεν χρειάζεται καν να αναλυθεί. Ορθώς η Ελλάδα επιμένει, αν και η όλη συζήτηση φαντάζει ως ένας ατελείωτος μονόλογος που διεξάγεται αποκλειστικά στην Αθήνα· όχι στην Άγκυρα.

Διαμεσολαβητικές προτάσεις θα τύχουν ανάλογης υποδοχής. Παράδειγμα, η πρόταση του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για διάσκεψη των χωρών που εμπλέκονται στην υπόθεση της χάραξης θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο. Εμπόδιο σ’ αυτήν την περίπτωση, η συμμετοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας· η Τουρκία δεν θα καθίσει στο ίδιο τραπέζι με μία χώρα που αρνείται να αναγνωρίσει, ενώ η Ελλάδα θέτει ως απαρέγκλιτη προϋπόθεση την συμμετοχή της. Ακόμη κι αν ο σκόπελος υπερκεραστεί, η συμμετοχή των αιρετών εκπροσώπων της τουρκοκυπριακής κοινότητας θα «ρίξει» το γάντι στην Αθήνα, η οποία δύσκολα θα το «σηκώσει».

Σε κάθε περίπτωση, τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ, όσο και μεμονωμένες δυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, επιχειρούν να διαμορφώσουν τις συνθήκες, υπό τις οποίες οι δύο πλευρές του Αιγαίου θα εκκινήσουν τον διάλογο. Δεν χωρά αμφιβολία, πως στο ενδεχόμενο καταστρατήγησης της τελευταίας «κόκκινης γραμμής» (εκκίνηση διαλόγου με την ελληνική υφαλοκρηπίδα «σουρωτήρι» από ερευνητικά σκάφη και πολεμικά πλοία), ο loser της υπόθεσης θα έχει ήδη ανακηρυχθεί. Όσο loser, τέλος πάντων, απομένει να αναδειχθεί ένα κυρίαρχο κράτος, το οποίο αγνοεί πως επί έναν μήνα ασκούνται κυριαρχικά δικαιώματα επί περιοχής αποκλειστικής δικαιοδοσίας του σε ότι αφορά την έρευνα και την εκμετάλλευση. Ίσως το τέλος των ερευνών και οι αναμνηστικές φωτογραφίες των επιβατών στο Ορούτς Ρέις σημάνουν τη λήξη του συναγερμού. Έως ότου έρθει η ώρα που θα εμφανιστούν τα γεωτρύπανα. Μια ματιά στα τεκταινόμενα της Κύπρου δεν βλάπτει.

Έστω κι αν ο χρόνος που κερδίζει αυτή τη στιγμή η Ελλάδα λειτουργεί ως de facto σμίκρυνση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, οι ενέργειες από την πολιτική και διπλωματική ηγεσία οφείλουν να εντατικοποιηθούν, με απώτερο στόχο να αποφευχθεί η ολική φινλανδοποίηση.

Πρώτον, ο συσχετισμός δυνάμεων σε αέρα και θάλασσα πρέπει να μετριαστεί. Το χαμηλής ποιότητας πολιτικό προσωπικό επί δεκαετίες αμελούσε την αποτρεπτική ισχύ του κράτους, όταν εν πάση περιπτώσει δεν θησαύριζε εις βάρος της εθνικής ασφάλειας από τις μίζες των εξοπλιστικών προγραμμάτων. Η δαπάνη δισεκατομμυρίων εν μέσω τερατώδους οικονομικής ύφεσης φαντάζει προκλητική. Γι’ αυτό και κάθε πόρος πρέπει να αξιοποιηθεί σε απόλυτο βαθμό, μέσω αυστηρού και θεσμικού ελέγχου, εκτός των άλλων και μέσω μιας διακομματικής επιτροπής. Το έκτακτο ταμείο για την Άμυνα δεν μπορεί να αφεθεί μονάχα στα χέρια εκπροσώπων οικονομικά χρεοκοπημένων κομμάτων.

Δεύτερον, η ευόδωση αποτελεσμάτων επί του πρακτέου σε ότι αφορά την στρατηγική συνεργασία με τη Γαλλία. Εάν κοιτάξει κανείς τα δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου, παράλληλα με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου διάφοροι ξετίναζαν προσφάτως το κουμπί της κοινοποίησης στα μηνύματα του Μακρόν προς την Ελλάδα, πιθανόν να πιστέψει πως την Ελληνική Δημοκρατία διαδέχθηκε κάποιο κράτος-απόγονος, μια ιδιάζουσα μορφή ενός γαλλικού προτεκτοράτου. Ο αυτοεξευτελισμός σίγουρα δεν θα βοηθήσει σε ενδεχόμενη κρίση στο μέλλον. Αντιθέτως, η ορθή εκμετάλλευση της παρούσας συγκυρίας, όπου τα γαλλικά συμφέροντα συμπλέουν με τα ελληνικά, ίσως προσθέσει αρκετούς πόντους στη ζυγαριά της ελληνικής πλευράς.

Εξαιτίας της ως άνω σύμπλευσης, η Γαλλία δε δύναται να παίξει τον ρόλο του διαμεσολαβητή και του «κράτους αναφοράς» για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Γι’ αυτό και η επεξήγηση των ελληνικών θέσεων, στην αμερικανική και γερμανική πολιτική ελίτ, πρέπει να προσλάβει δυναμικό χαρακτήρα. Το ίδιο οφείλει να γίνει και με έτερα ευρωπαϊκά κράτη (με έμφαση στα ευρωπαϊκά κράτη της Μεσογείου και συγκεκριμένα την Ιταλία και την Μάλτα), μερικά εκ των οποίων δεν προτίθενται να θυσιάσουν τις διμερείς σχέσεις τους με την Τουρκία για να συνταχθούν έστω και λεκτικά με την Ελλάδα. Πρέπει να καταστεί σαφές, πως κανείς δεν θα κερδίσει από την μετατροπή της περιοχής σε φρενοκομείο.

Τρίτον, οι αναθεωρητικές τάσεις και πράξεις του Τούρκου προέδρου έχουν δημιουργήσει ένα εκμεταλλεύσιμο πεδίο ζυμώσεων με χώρες του Αραβικού κόσμου. Η συνεργασία μαζί τους –θεσμική και πολυεπίπεδη– δύναται να δημιουργήσει έναν πολυποίκιλο (αν και με συγκεκριμένο «ταβάνι») εξισορροπητικό μηχανισμό απέναντι σε μεγαλοϊδεατισμούς. Εκτός της Αιγύπτου και του Ισραήλ, σε ότι αφορά τα όμορα κράτη της Μεσογείου, η Ελλάδα πρέπει να σταθεί με απτή αλληλεγγύη στον Λίβανο, έπειτα από την πολύνεκρη καταστροφή που υπέστη, μέσω αποστολής υλικών (φαγητό, ρουχισμός κ.λπ.) και ενός βιώσιμου –για τα ελληνικά δεδομένα– οικονομικού πακέτου. Η ελληνική παρουσία εξαντλήθηκε βλακωδώς στην αποστολή 12μελούς ομάδας της ΕΜΑΚ που προφανώς, δεν αρκεί.

Τέταρτον, στα βόρειά μας, η Τουρκία αρχίζει να κάνει αισθητή την επιχειρηματική επιρροή της στην Αλβανία. Η διευθέτηση των διμερών διαφορών μας με το γειτονικό κράτος πρέπει να προχωρήσει γοργά, μέσω επωφελών συμβιβασμών στο πνεύμα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η αναχαίτιση της επιρροής αναθεωρητικών δυνάμεων στα Βαλκάνια, όπως και σταδιακά εμπεδώνεται με την περίπτωση της Βόρειας Μακεδονίας, κρίνεται ως ζήτημα υψίστης σημασίας. Η σύσφιξη των διμερών σχέσεων και η συνειδητοποίηση πως η Ελλάδα μπορεί να δώσει το πράσινο φως στην Αλβανία σε σημαντικότερα ζητήματα απ’ ότι η Τουρκία, καθώς και η εντατικοποίηση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας θα ανακόψουν τις δυνητικά επικίνδυνες «διαθέσεις» για σταδιακή στρατιωτική παρουσία άλλων δυνάμεων στην χερσόνησο.

Πέμπτο, ο επικοινωνιακός λήθαργος της ελληνικής ηγεσίας στο εξωτερικό να τεθεί στο περιθώριο. Αν και θα βόλευε μία «λίστα Πέτσα» για τα ΜΜΕ του εξωτερικού, δυστυχώς τα κασέ είναι πολύ πιο υψηλά και οι ίδιοι οι φορείς του διεθνούς Τύπου δεν έχουν καμία διάθεση να γίνουν jukebox του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος, όπως συμβαίνει στο εσωτερικό. Η αποσαφήνιση του τι συμβαίνει στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, η επεξήγηση των ελληνικών θέσεων, καθώς και η ξεκάθαρη παρουσίαση του ποιος είναι ο αμυνόμενος και ποιος ο επιτιθέμενος (άρα και ποιος δεν απεμπολεί την άσκηση του δικαιώματος της νόμιμης άμυνας), θα γνωστοποιήσουν την ελληνική στάση τόσο στις πολιτικές ηγεσίες, όσο και στις κοινωνίες του εξωτερικού.

Έκτο, αναδιαμόρφωση του λειτουργικού μοντέλου Εξωτερικής πολιτικής και Άμυνας. Η επιλογή της κ. Σακελλαροπούλου ως μιας ανίσχυρης προσωπικότητας, που τελεί υπό την σκιά του Πρωθυπουργού, παρέμενε έως σήμερα αδιάφορη προς σχολιασμό. Η ασθενής παρουσία της, όμως, από τον δημόσιο διάλογο στην παρούσα φάση των ελληνοτουρκικών σχέσεων υπερβαίνει την όποια ασκούμενη κριτική, καθιστώντας την ίδια άεργη και την θέση της άχρηστη στις απόπειρες διαρκούς αποτύπωσης των ελληνικών θέσεων στο εξωτερικό. Επιπλέον, η ουσιαστική πλήρωση κρίσιμων θέσεων, όπως του Συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας, εξαρτάται από το εάν ο Πρωθυπουργός επιμένει να θεσμοθετεί κρίσιμα πόστα δίχως αντίκρισμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο κ. Διακόπουλος, τα καθήκοντα του οποίου περιορίζονταν στο να βγαίνει καθημερινά στα κανάλια. Τέλος, καλό θα ήταν ο βυσματίας ακαμάτης διοικητής της ΕΥΠ να παυτεί και η Υπηρεσία να σταματήσει να αντιμετωπίζεται με ρουσφετολογικά κριτήρια.

Έβδομο, είναι καιρός το μετριότατο πολιτικό προσωπικό να ξεφύγει από τις βαθυστόχαστες μπαρούφες περί «απομονωμένου» Ερντογάν, ο οποίος «απειλεί» τον Ελληνισμό προς επίρρωση των σχέσεων με το εσωτερικό του ακροατήριο. Οι στρατηγικοί στόχοι της Τουρκίας για την απόκτηση ζωτικού χώρου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο περιγράφονται σε βιβλία πολιτικών και ακαδημαϊκών της γειτονικής χώρας, εδώ και αρκετές δεκαετίες.

Όγδοο, η επέκταση των χωρικών υδάτων από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο Πέλαγος, αλλά και νοτίως της Κρήτης, μπορεί να αξιοποιηθεί στον κατάλληλο χρόνο. Κατάλληλος, εννοώντας δύο χρονικά σημεία· είτε εκείνο όπου η άμεση απειλή έχει διπλωματικά (κατά πάσα πιθανότητα από άλλους) εξουδετερωθεί και η κρίση έχει πλήρως αμβλυνθεί, είτε εκείνο όπου η πορεία έχει προδιαγραφεί (θερμό επεισόδιο ή εξαναγκασμός σε διάλογο) κι επομένως το διακρατικό θερμόμετρο δεν δύναται επί της ουσίας να χτυπήσει χαμηλότερες τιμές.

Σκοπίμως αποφεύγονται από μερίδα του πολιτικού προσωπικού σημαντικές θεμελιώδεις στάσεις που οφείλουν να διέπουν το πνεύμα του ελληνικού κράτους. Η γεωγραφία δεν θα αλλάξει· τα δύο κράτη θα εξακολουθήσουν να διαβιούν το ένα δίπλα στ’ άλλο. Η ειρηνική επίλυση της διμερούς διαφοράς, στο πλαίσιο μιας σχέσης καλής γειτονίας με νομικά προσδιορισμένες θάλασσες, αλλά ενωτικές και όχι διαχωριστικές, αποτελεί το κύριο ζητούμενο. Εκφράσεις στον 21ο αιώνα, όπως «θερμό επεισόδιο», «πολεμική σύρραξη», «εξοπλιστικά προγράμματα» και η επακόλουθη δημιουργία δυσβάστακτων οικονομικών υποχρεώσεων στους δύο λαούς, λόγω της χρηματοδότησης των τελευταίων, χαρακτηρίζονται από μεγάλο βαθμό ματαιότητας.

Παρ’ όλα αυτά, το χιλιοειπωμένο κλισέ για το πόσοι χρειάζονται για να «χορέψουν» το διακρατικό tango, ισχύει μέχρι κεραίας. Οι όροι του παιχνιδιού δεν βρίσκονται αποκλειστικά στη διακριτική μας ευχέρεια. Παρέκκλιση από διεθνείς συνθήκες και δίκαια, στο όνομα του κατευνασμού ενός αναθεωρητικού bully, δε δύναται να υπάρξει. Αν κάποια σύγχρονη εκδοχή του Νοστράδαμου κατέρριπτε την άποψη πως η κατευναστική στρατηγική θα αποβεί μελλοντικά αυτοκτονική, με χαρά να τον/την γνωρίσουμε. Έως τότε, όμως, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πως υποχώρηση δε θα συνοδευτεί από υποχώρηση και ότι ένα κατευναστικό «τυράκι» θα αρκεί για να καλύψει τη λιγούρα. Και το «εμβόλιο», δηλαδή η προοδευτική πολιτική αλλαγή στην γειτονική χώρα, αργεί.

Στη σύγκρουση συμφερόντων (σίγουρα όχι μεταξύ των δύο κοινωνιών), τα ευχάριστα μουσικά διαλείμματα έχουν αναλάβει να διεκπεραιώνουν αμφότερες εθνικιστικές αμοιβάδες, αλληλοβριζόμενες καθημερινά στα κοινωνικά δίκτυα για το ποιος την έχει μεγαλύτερη (την κυριαρχία του). Όσο η κρίση κορυφώνεται, τόσο ο σουργελισμός των υποανάπτυκτων θα γίνεται ολοένα και πιο αισθητός. Η αντίσταση σ’ αυτόν, επιταγή δυσβάστακτη και συνάμα αδήριτη.


Αλέξανδρος Ραπακούσιος

Είναι τεταρτοετής φοιτητής του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Έχει συμμετάσχει σε εγχώρια και ευρωπαϊκά μοντέλα προσομοίωσης, ενώ το ενδιαφέρον του εντοπίζεται, εκτός των διεθνών σχέσεων, στην πολιτική επικοινωνία και τη δημοσιογραφία. Μεγάλο κεφάλαιο αποτέλεσε η διετής συμμετοχή του στο Διοικητικό Συμβούλιο της SAFIA, από όπου και αποκόμισε πολύτιμες εμπειρίες και φιλίες. Μέσω του OffLine Post, αρθρογραφεί κυρίως για την εγχώρια πολιτική σκηνή.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Αλέξανδρος Ραπακούσιος
Είναι τεταρτοετής φοιτητής του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Έχει συμμετάσχει σε εγχώρια και ευρωπαϊκά μοντέλα προσομοίωσης, ενώ το ενδιαφέρον του εντοπίζεται, εκτός των διεθνών σχέσεων, στην πολιτική επικοινωνία και τη δημοσιογραφία. Μεγάλο κεφάλαιο αποτέλεσε η διετής συμμετοχή του στο Διοικητικό Συμβούλιο της SAFIA, από όπου και αποκόμισε πολύτιμες εμπειρίες και φιλίες. Μέσω του OffLine Post, αρθρογραφεί κυρίως για την εγχώρια πολιτική σκηνή.