Του Γιώργου Μοσχόπουλου,

Η σχολαστική φιλοσοφία που ακολούθησε μετά τον Μεσαίωνα, είχε ένα αρκετά δύσκολο έργο να επιτελέσει, που δεν ήταν άλλο από το να δώσει νόημα και ροή στην οικονομική σκέψη, αλλά παράλληλα να μην αντιταχθεί στην εκκλησία, της οποίας η δύναμη ολοένα και αυξανόταν. Όπως θα παρατηρήσουμε αργότερα, πολλά από τη φιλοσοφία των σχολαστικών είχαν τις βάσεις τους τόσο σε αριστοτελικές αντιλήψεις, όσο και σε διδαχές της εκκλησίας, επιδιώκοντας να βρουν τη χρυσή τομή, που θα έβρισκε ανταπόκριση σε μια κοινωνία βαθιά δέσμια στο παρελθόν και χωρίς ιδιαίτερη διάθεση για αποδοχή οτιδήποτε καινούριου.

Σύμφωνα με τη σχολαστική φιλοσοφία, με κύριο εκπρόσωπο της τον Θωμά Ακινάτη, θεωρείται ότι ο ανθρώπινος νους μπορεί να φτάσει στην αλήθεια μέσω της θεωρητικής οδού. Υπάρχουν τρεις τάξεις αλήθειας, στις οποίες πρέπει να στραφεί η θεωρία: το θείο δίκαιο όπως αυτό εκδηλωνόταν από τις γραφές, το φυσικό δίκαιο και το θετικό δίκαιο. Οι περισσότερες ιδέες των σχολαστικών ανήκουν στο θετικό δίκαιο και ελάχιστες μόνο στο φυσικό.

Πιο συγκεκριμένα, για τη θεωρία της δίκαιης τιμής, οι σχολαστικοί ακολούθησαν τη σκέψη του Αριστοτέλη που αναγόταν στην communis aestimatio (κοινή εκτίμηση) της κανονικής τιμής εν απουσία μονοπωλίου. Υπήρχε θεωρία, επίσης, για τον καθορισμό του δίκαιου μισθού, που βασιζόταν στην communis aestimatio, ως ο μισθός που θα εγγυηθεί στον εργάτη ένα βιοτικό επίπεδο ανάλογο με την κοινωνική του θέση. Σε συνδυασμό με αυτό, υπήρχαν επίσης, ενδείξεις μίας θεωρίας δίκαιης τιμής, που λόγω της αρχής της «ανταλλαγής των ισοδυνάμων» συνδέεται με το κόστος παραγωγής και επομένως, κυρίως, με το κόστος εργασίας. Στο κόστος παραγωγής συμπεριλαμβάνεται και το κέρδος, το οποίο, όμως, πρέπει να είναι δίκαιο και μέτριο, ακριβώς όσο χρειάζεται ο έμπορος, για να ζήσει και να δώσει λίγα χρήματα σε φιλανθρωπίες. Όπως είναι εμφανές είναι ακόμα αρκετά έντονη η επιρροή του χριστιανισμού στην οικονομική σκέψη. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το εμπόριο ήταν θεμιτό μόνο αν ήταν χρήσιμο στη κοινότητα, είναι δύσκολο να δούμε μισθούς με την ιδέα της κλασσικής αντίληψης. Όσον αφορά την δίκαιη τιμή είναι κατά τους σχολαστικούς μια εγγενής ιδιότητα του αγαθού, που εκφράζει την εσωτερική του αξία, ωστόσο δεν κάνουν σαφή τον τρόπο καθορισμού της αξίας αυτής. Στη πραγματικότητα οι Σχολαστικοί δε ενδιαφέρονταν τόσο να κατανοήσουν τι ήταν η αξία και πως καθοριζόταν. Η δίκαιη τιμή για εκείνους ήταν απλά μια αξία που θα κατοχύρωνε την ανταλλακτική δικαιοσύνη. Για τους σχολαστικούς η δίκαιη τιμή υπαγόταν στο φυσικό δίκαιο και θα μπορούσε να θεωρηθεί μια πολύ πρώιμη ιδέα της αντίληψης περί τιμών ισορροπίας αγοράς που διατύπωσαν οι κλασσικοί.

Η σκέψη των σχολαστικών ήταν η εισαγωγή της έκρηξης που ακολούθησε στην ανάπτυξη της οικονομικής φιλοσοφίας. Η σχολαστική σκέψη έμεινε ζωντανή περίπου μέχρι τον 15ο αιώνα, δίνοντας με την σειρά της μεγάλη ώθηση στη επόμενη φουρνιά ιδεών. Στη πορεία της έχει να περηφανεύεται ότι βοήθησε την οικονομική σκέψη, χωρίς να έρθει σε άμεση ρήξη με την εκκλησία και ότι προλείανε το έδαφος για να ενσωματωθούν οικονομικές ιδέες που θα αποβούν καθοριστικές.


Γιώργος Μοσχόπουλος
Είναι φοιτητής στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών, στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Λατρεύει τις κοινωνικές επιστήμες και ό,τι θέτει στο επίκεντρο τον άνθρωπο. Έχει ζήσει και μεγαλώσει στη Αθήνα και έχει ιδιαίτερη αδυναμία στη μουσική και στον υπέροχο κόσμο του σινεμά, τον οποίο προσπαθεί να εμπλουτίσει γράφοντας τα δικά του σενάρια.