Του Ραφαήλ Νικόλαου Μπελενιώτη,

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας Ελλάδας που επιθυμούσε να περάσει στο εξωτερικό ένα μήνυμα εξευρωπαϊσμού και εκσυγχρονισμού. Μιας Ελλάδας έτοιμης να ανταπεξέλθει στα σκληρά στάνταρς του μέλους των «σκληρών οικονομιών» της Ένωσης, που οι πολιτικοί ταγοί της εποχής είχαν βαλθεί να την εντάξουν.

Από το 2008 και έπειτα, από την επέλαση της μαύρης κρίσης στην οικονομία μας, περισσότερο δε ύστερα από το κοινωνικό αποτύπωμα των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής που κλήθηκε η Ελλάδα να εφαρμόσει εμφανίσθηκαν μια σειρά από μύθοι, οι οποίοι ναι μεν προσέφεραν μια σιγουριά για ένα εκ του ασφαλούς – και πολιτικά ωφέλιμο για ορισμένους – blame game, περισσότερο και πιο σημαντικό αποπροσανατόλιζαν την κοινή γνώμη από μια γόνιμη ενδοσκόπηση και εξαγωγή διδαγμάτων.

Ο κυριότερος μύθος της χρεοκοπίας, δεν έπαψε ποτέ να είναι ο μύθος των χρυσοπληρωμένων Ολυμπιακών αγώνων. Το υπερσύστημα παρακολούθησης των πάντων C41 σίγουρα φιγουράρει πρώτο στα χείλη όσων επιθυμούν να παρουσιάσουν έναν δράκο στο παραμύθι. Η αλήθεια για εκείνο το σύστημα ήταν απλή. Η Ελληνική κυβέρνηση δέχθηκε να προμηθευτεί από την SAIC ένα σύστημα υποσυστημάτων παρακολούθησης ευρείας κλίμακας έναντι ενός τεράστιου ποσού και όταν εν τέλει μας παραδόθηκε, δεν γινόταν να τεθεί σε λειτουργία. Σίγουρα, η Ελληνική κυβέρνηση γνώριζε πως αν δεν προμηθευόταν το εν λόγω σύστημα δεν θα «προμηθευόταν» και την ανάλογη εμπιστοσύνη, καθώς η Ελλάδα γειτνίαζε με την Μέση Ανατολή και είχε ένα πρόσφατο παρελθόν τρομοκρατικών ενεργειών που νευρίαζαν τους Βρετανούς και τους Αμερικάνους.

Μας χρεοκόπησε όμως το C41; Αδύνατον. Το 2010 η Ελλάδα μετρούσε κιόλας χρέος ύψους 299 ευρώ, τα οποία το 2003 ανέρχονταν μόλις στα 183 δις. Τουτέστιν, από τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004 ως και τον μαύρο σταθμό του 2010, το ελληνικό δημόσιο αύξησε το χρέος του κατά 116 δις ευρώ. Αρκεί για να συμπληρωθεί ο παραπάνω καμβάς, να σημειώσουμε πως η επίμαχη διοργάνωση κόστισε 9.2 δις ευρώ σύμφωνα με την μελέτη του ΙΟΒΕ, η οποία υπερθεματίζει και παρουσιάζει στατιστικά. τα οποία αποδεικνύουν πως αν δεν είχαν πραγματοποιηθεί τα Ολυμπιακά έργα, το ΑΕΠ της χώρας θα ήταν κατά 2.5% χαμηλότερο και οι θέσεις εργασίας μειωμένες κατά 44.000.

Θα μπορούσε να αυξηθεί παραπάνω το όφελος από την Ολυμπιακή διοργάνωση; Μα φυσικά και με την αξιοποίηση των έργων, που ως γνωστών, ρήμαξαν και συνεχίζουν να ρημάζουν ως και σήμερα και αν είχαν αξιοποιηθεί καταλλήλως, μακροπρόθεσμα μπορούσαν να βελτιώσουν την συνολική παραπάνω εικόνα.

Τα στατιστικά και οι μελέτες όμως προσφέρουν μια πιο χλιαρή και σίγουρα, όχι βέβαιη σκακιέρα για να παίξει κανείς ένα blame game. Ο εύκολος μύθος της χρεοκοπίας τροφοδοτήθηκε από πολιτικά κέντρα που στο πίσω μέρος του μυαλού τους, ήθελα να τελειώνουν όχι μόνο με την κληρονομιά των πολιτικών αντιπάλων τους, περισσότερο ήθελαν να «τελειώσουν» μια συγκεκριμένη νοοτροπία φορώντας της όλα τα κακώς γραμμένα κείμενα. Ο πολιτικός καιροσκοπισμός έφθασε στο απόγειο του όσο κατανοούσε ως τακτική του την διασπορά και μετάδοση μυθευμάτων, ευθυνών και εύκολων απαντήσεων. Η εξαγωγή όμως σοβαρών συμπερασμάτων για το τι οδήγησε την εθνική οικονομία στα βράχια δεν διεξήχθη πεισματικά από κανέναν. Πράγμα ωφέλιμο τόσο από τα αριστερά όσο και από τα δεξιά του πολιτικού βίου.


Ραφαήλ-Νικόλαος Μπελενιώτης, Αρχισυντάκτης Έκδοσης

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1999. Είναι φοιτητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με κατεύθυνση στην νεότερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία. Έχει λάβει μέρος σε πολλά σεμινάρια γύρω από την εθνική ασφάλεια και άμυνα ενώ αρέσκεται στο να αποκωδικοποιεί την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα μέσω της αρθρογραφίας.