9.3 C
Athens
Τρίτη, 2 Μαρτίου, 2021
Αρχική Πολιτισμός Ιερά Σινδόνη: Η ιστορία και η κρυφή ταυτότητα του Σαβάνου του Τορίνο

Ιερά Σινδόνη: Η ιστορία και η κρυφή ταυτότητα του Σαβάνου του Τορίνο


Της Χριστίνας Φλωράκη,

Πρόκειται για ένα από τα πιο μελετημένα και εξεζητημένα αντικείμενα όλων των εποχών, έχοντας προκαλέσει δεκάδες θεωρίες κι απόψεις σχετικά με την προέλευσή του τόσο από την επιστημονική κοινότητα, όσο και από την Εκκλησία. Ο λόγος για το Σάβανο του Τορίνο, ή αλλιώς Ιερά Σινδόνη, όπως είθισται να αποκαλείται, ακόμα κι αν η ιερότητά της μέχρι σήμερα αμφισβητείται. Για κάποιους πρόκειται για ένα σπουδαίο μεσαιωνικό τέχνεργο, για άλλους για ιερό κειμήλιο. Το λινό σάβανο αυτό αποτυπώνει πάνω του τη μορφή ενός γενειοφόρου άντρα, θυμίζοντας ιδιαίτερα την εικόνα του Ιησού Χριστού, όπως την ξέρουμε μέσα από την εκκλησιαστική τέχνη και τις αφηγήσεις μέσα από την Καινή Διαθήκη. Γι’ αυτόν τον λόγο, πολλοί υποστηρίζουν πως πρόκειται για το αυθεντικό σάβανο, με το οποίο τυλίχτηκε ο Θεάνθρωπος μετά το μαρτύριο της Σταύρωσης, ενώ σημάδια πάνω στη μορφή, που αποτυπώνεται στη Σινδόνη, παραπέμπουν σε πληγές, που φαίνεται να είχε κάποιος μετά από αντίστοιχα μαρτύρια σταύρωσης. Πολλοί μελετητές προσπαθούν μέχρι σήμερα να αποδείξουν την αυθεντικότητά της μέσα στα χρόνια, ενώ κανένας ως τώρα δεν έχει πετύχει τη δημιουργία ακριβούς αντιγράφου, με σκοπό την ανάλυση της τεχνοτροπίας της.

Η ιστορία της Σινδόνης μέχρι τις πρώτες μελέτες

Το όνομα Σινδόνη του Τορίνο πήρε από την πόλη την οποία βρίσκεται και φυλάσσεται από το 1578 μέχρι τώρα, ενώ στην Ευρώπη εμφανίστηκε επίσημα στη Γαλλία. Η πρώτη επίσημη καταγραφή της έγκειται το 1349 σε επιστολή του Γάλλου ιππότη Geoffroide Charny στον Πάπα Clement ΣΤ’. Ο ιππότης αναφέρει πως έχει στην κατοχή του την Ιερά Σινδόνη, ενώ, παράλληλα, αναφέρει στον Πάπα την επιθυμία του να χτίσει μια εκκλησία στο Lirey της Γαλλίας προς τιμή της Αγίας Τριάδας. Οι μαρτυρίες αυτές αναγράφονται για πρώτη φορά στο μεσαιωνικό χειρόγραφο D’Arcis Memorandum, το οποίο δημοσιεύτηκε τριάντα χρόνια αργότερα. Το 1584, ξεκινούν οι πρώτες εκθέσεις της Σινδόνης στο κοινό, με πλήθος ανθρώπων να πιστεύουν στην ιερότητά της και να καταφτάνουν στην πόλη Lirey, για να την προσκυνήσουν και να δημιουργήσουν, μάλιστα, τέχνεργα αντίστοιχα, που απεικονίζουν την Ιερά Σινδόνη. Ο επίσκοπος Henri ήταν αυτός που πρώτος σταμάτησε την έκθεση του Σαβάνου, αρνούμενος τη γνησιότητά του, με αποτέλεσμα η Σινδόνη να παραμείνει κρυμμένη στον ναό. Από το 1356 και με τον θάνατο του Geoffroide Charny μέχρι το 1578, η Σινδόνη αλλάζει συνεχώς χέρια, από ευγενείς σε βασιλιάδες, με αμέτρητες εκθέσεις, ιδιωτικές και δημόσιες, αλλά και περιοδείες ανά τη Γαλλία και μετέπειτα στην Ιταλία, όπου και καταλήγει. Από το 1694, ξεκινούν οι πρώτες μεταποιήσεις του υφάσματος, παίζοντας ιδιαίτερο ρόλο στις μετέπειτα μελέτες του Σαβάνου, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν πολλές μαρτυρίες σχετικά με την ανθεκτικότητα του υφάσματος. Συγκεκριμένα, το 1503, αναφέρεται πως το αποτύπωμα της Σινδόνης δεν αφαιρείται και δεν ξεθωριάζει με τίποτα, ακόμα και με συνεχείς πλύσεις, βράσιμο σε λάδι, ή στη φωτιά. Οι θεωρίες για την αυθεντικότητά της άρχισαν να φουντώνουν, χωρίς, όμως, τις απαραίτητες μελέτες να έχουν ξεκινήσει ακόμα. Λίγα χρόνια μετά, το 1532, επιβιώνει από φωτιά στο παρεκκλήσι του Chambery της Γαλλίας, όπου βρισκόταν. Η Σινδόνη, επίσης, επιβίωσε από αντίστοιχες πυρκαγιές το 1972, όταν βρισκόταν στο Βασιλικό Ανάκτορο του Τορίνο και πιο πρόσφατα, το 1997, στον Καθεδρικό του Αγίου Ιωάννη στην ίδια πόλη, όπου διατηρείται και φυλάσσεται ως σήμερα.

Η φωτογράφιση του 1898 και οι έρευνες μέχρι το 1980

Τον Μάιο του 1898, κατά τη διάρκεια της δημόσιας έκθεσης της Ιεράς Σινδόνης στο Τορίνο, ένας ερασιτέχνης φωτογράφος αποθανατίζει το Σάβανο. Η αρνητική αποτύπωση της φωτογραφίας δίνει τη δυνατότητα μεγαλύτερης παρατηρητικότητας και ανάλυσης, καθώς οι λεπτομέρειες πια είναι πιο εμφανείς και διακρίνονται πλέον καλύτερα τα σημάδια. Δύο χρόνια μετά, ξεκινούν οι πρώτες δημοσιεύσεις, περί της αυθεντικότητας της Σινδόνης και του χειρόγραφου D’Arcis Memorandum, μιλώντας πια για μια μεσαιωνική «απάτη» και όχι για ένα ιερό κειμήλιο. Θέση αρχίζει να παίρνει και η επιστημονική κοινότητα, αρχικά, με γιατρούς και μετέπειτα με φυσικούς. Το 1931, ξεκινάει η φωτομικροσκοπική ανάλυση, ενώ, ταυτόχρονα, γίνεται επιτόπια έρευνα στα στίγματα αίματος της Σινδόνης. Παρατηρείται, λοιπόν, πως οι κηλίδες αίματος της Σινδόνης δεν έχουν όλες το ίδιο χρώμα, πράγμα το οποίο φανερώνει πως το αίμα στο Σάβανο δεν δημιουργήθηκε από τις ίδιες «πληγές» ταυτόχρονα ή σε κοντινά χρονικά διαστήματα. Παράλληλα, η Ιερά Σινδόνη, όπως και το Σουδάριο του Οβιέδο, εμφανίζουν κηλίδες αίματος τύπου ΑΒ, πράγμα το οποίο έχει κάνει πολλούς να θεωρούν τα δύο αυτά υφάσματα «συγγενή».

Η εποχή επιτρέπει και την στερεομετρική φωτογράφιση με ανθρώπους να παίρνουν τη μορφή μοντέλου, με σκοπό να αναλυθεί η ανατομία τους με βάση την αποτύπωση του σώματος στη Σινδόνη. Οι έρευνες έχουν αρχίσει πια να παίρνουν τον δρόμο τους και έτσι, το 1937, ιδρύεται η πρώτη Αμερικανική Επιτροπή Μελετών της Σινδόνης και τον επόμενο χρόνο βγαίνει το πιο έγκυρο για την εποχή βιβλίο για την Ιερά Σινδόνη από τον Paul Vignon.

Τον Νοέμβριο του 1973, συμβαίνουν δύο σημαντικά γεγονότα για τη Σινδόνη. Η πρώτη τηλεοπτική μετάδοση της Σινδόνης, με παρουσία του Πάπα Παύλου ΣΤ΄, ενώ, την αμέσως επόμενη μέρα, συλλέγεται δείγμα μικροσκοπικής σκόνης από το Σάβανο, έπειτα από μυστική μελέτη, ενώ εξετάζεται και από τον εγκληματολόγο Dr. Max Frei. Τα αποτελέσματα, τα οποία δημοσιεύονται τρία χρόνια μετά, είναι εντυπωσιακά, καθώς ανακαλύπτεται πως η σκόνη, που μελετήθηκε, περιείχε γύρη από ορισμένα φυτά που είναι αποκλειστικά από το Ισραήλ και την Τουρκία, υποδηλώνοντας πως η Σινδόνη πρέπει κάποια στιγμή να είχε εκτεθεί στον αέρα σε αυτές τις χώρες, φουντώνοντας ξανά τις φήμες και τις θεωρίες για τη γνησιότητά της, αλλά και την ιστορία της Σινδόνης, πριν την επιστολή του Γάλλου ιππότη. Μεταγενέστερες αναλύσεις, σχετικές με τη γύρη, που βρέθηκε στην Ιερά Σινδόνη, πραγματοποιούνται το 1999 από τον βοτανολόγο Avinoam Danin, παρατηρώντας, επίσης, μοτίβα λουλουδιών στο ύφασμα, αλλά και 28 διαφορετικά είδη γύρης, πολλά από τα οποία αναπτύσσονται μόνο γύρω από την Ιερουσαλήμ.

Οι μελέτες προχωρούν και αρχίζουν να γίνονται όλο και περισσότερες, αναλόγως με τα διαθέσιμα υλικά και τους τρόπους μελέτης της εποχής. Το 1978 γίνεται η πρώτη τρισδιάστατη αποτύπωση της Σινδόνης, με τη χρήση τεχνολογίας λέιζερ, με τη μελέτη να γίνεται πολύ πιο λεπτομερώς, φανερώνοντας στρώματα και πτυχές του υφάσματος που με γυμνό μάτι δύσκολα διακρίνονταν. Την επόμενη χρονιά, ανακαλύπτεται πως το αποτύπωμα της Σινδόνης δεν δείχνει στοιχεία ζωγραφικής ή πινελιών, ενώ οι στρώσεις του υφάσματος έδειχναν πως χρώμα δεν είχε ποτίσει το ύφασμα εις βάθος. Το μυστήριο της τεχνοτροπίας και της δημιουργίας της Σινδόνης ξεκίνησε να κεντρίζει το ενδιαφέρον των επιστημόνων περισσότερο από το ίδιο αρχικό ερώτημα, αν είναι δηλαδή αυθεντική ή ένα μεσαιωνικό τέχνεργο. Ωστόσο, στο ερώτημα της χρονολόγησης, η τεχνική χρονολόγησης με τη χρήση ραδιάνθρακα έδωσε μια αρκετά σημαντική και σχεδόν αδιαμφισβήτητη απάντηση.

Η χρονολόγηση με ραδιάνθρακα (c14) – Η απάντηση στη γνησιότητα της Σινδόνης (;)

Συνολικά, στη ραδιοχρονολόγηση συμμετείχαν τρεις ερευνητικές ομάδες από πανεπιστήμια της Ζυρίχης, της Αριζόνα και της Οξφόρδης, ώστε τα αποτελέσματα από τις τρεις ομάδες να είναι διαφορετικά, για να συγκριθούν και μεταξύ τους για μεγαλύτερη εγκυρότητα του τελικού αποτελέσματος. Τα τρία δείγματα πάρθηκαν συνολικά από μία λωρίδα υφάσματος (10 mm x 70 mm) του πίσω μέρους της Σινδόνης, ενώ φυλάχτηκαν κατάλληλα κατά τη μεταφορά τους προς τα εργαστήρια. Μαζί με αυτά, δόθηκαν στους μελετητές και τρία επιπλέον δείγματα λινών υφασμάτων, χωρίς οι ίδιοι να γνωρίζουν την προέλευσή τους. Πριν την εξέταση, οι μελετητές αφαίρεσαν όλους τους ενδεχόμενους ρύπους από τα υφάσματα με χημικό καθαρισμό και κάθε εργαστήριο ξεχωριστά υποδιαίρεσε το δείγμα του. Τα λοιπά δείγματα, που δόθηκαν στα εργαστήρια μελέτης, ήταν λινό ύφασμα από τάφο που βρέθηκε στο Σουδάν, λινό ύφασμα που σχετίζεται με μούμια της Κλεοπάτρας και νήματα λινού από τον μανδύα του Αγ. Louis d’Anjou.

Με την ολοκλήρωση των μετρήσεών τους, τα εργαστήρια διαβίβασαν τα δεδομένα τους στο Εργαστήριο Ερευνών του Βρετανικού Μουσείου για στατιστική ανάλυση. Τα τελικά αποτελέσματα των μετρήσεων έδειξαν ένα βαθμονομημένο εύρος ηλικίας, με τουλάχιστον 95% εγκυρότητα, ενώ καμία από τις μετρήσεις δεν διαφέρει από την κατάλληλη μέση τιμή του με περισσότερες από δύο τυπικές αποκλίσεις. Ωστόσο, τα τρία δείγματα ελέγχου, τα οποία μετρήθηκαν μαζί με τη Σινδόνη, συμφωνούν καλά με προηγούμενες μετρήσεις, οι οποίες είναι επιβεβαιωμένες.

Για τη Σινδόνη του Τορίνο, λοιπόν, τα αποτελέσματα έδειξαν την χρονολογία 1260-1390 μ.Χ., επιβεβαιώνοντας πως η Σινδόνη είναι μεσαιωνική!

Πιο αναλυτικά, το εργαστήριο της Arizona έδειξε πως η Σινδόνη κατασκευάστηκε 646 ± 41 χρόνια πριν το 1988 (χρονολογία χρονολόγησης), του Oxford 750 ± 30 χρόνια πριν και της Ζυρίχης 676 ± 24 χρόνια πριν.

Θεωρητικά, με τη μέθοδο του ραδιάνθρακα, οι έρευνες σχετικά με την αυθεντικότητα της Σινδόνης θα έπρεπε να έχουν σταματήσει εκεί, όμως υπήρξαν πολλοί που αμφισβήτησαν την εγκυρότητα της ραδιοχρονολόγησης, υποστηρίζοντας πως τα δείγματα μελέτης ήταν μεταγενέστερα «μπαλώματα». Ο Leoncio Garza-Valdes υποστήριξε πως η ραδιοχρονολόγηση μπορεί να βγήκε εσφαλμένη λόγω επιστρώσεων του βερνικιού Lichenothelia στα δείγματα της Σινδόνης, κάτι το οποίο όντως επιβεβαιώθηκε πως υπήρχε. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 2005, η επιστημονική εφημερίδα Thermochimica Acta (Τόμος 425, Τεύχη 1-2, Σελίδες 189-194) δημοσιεύει:

«…το δείγμα που χρησιμοποιήθηκε για τη δοκιμή της ηλικίας της Σινδόνης του Τορίνο το 1988 ελήφθη από μεταγενέστερο κομμάτι υφάσματος, σύμφωνα με νέες έρευνες υφασματομετρίας σε συνδυασμό με μικροσκοπικές και μικροχημικές παρατηρήσεις αποδεικνύοντας πως η ραδιοχρονολόγηση δεν ήταν έγκυρη για τον προσδιορισμό της πραγματικής ηλικία της Σινδόνης…».

Οι προσπάθειες ανακατασκευής της Σινδόνης και οι τελευταίες έρευνες του 2018

Πολλοί ερευνητές προσπάθησαν να ανακατασκευάσουν τη Σινδόνη και να δώσουν με αυτόν τον τρόπο απαντήσεις στα ερωτήματα για τον τρόπο κατασκευής της. Διασημότερο και πιο κοντά στο πραγματικό τέχνεργο είναι το πείραμα του Luigi Garlaschelli του 2009. Ο Ιταλός φυσικός έκανε δύο προσπάθειες πειραμάτων, καθώς το πρώτο απέτυχε. Στο δεύτερο και κύριό του πείραμα, πρόσθεσε 1,2% θειικό οξύ σε νερό αναμεμιγμένο με μπλε κοβάλτιο κι έβαψε με αυτό ταμποναριστά το λινό ύφασμα. Ήδη από το 1980, υποστηριζόταν πως το αποτύπωμα στη Σινδόνη έχει δημιουργηθεί με οξείδιο του σιδήρου, αποτέλεσμα πιθανώς πολύ αραιής τέμπερας. Ο Garlaschelli στη συνέχεια, θέρμανε τεχνητά τη σινδόνη του (3 ώρες/140 °C), για να μιμηθεί τη γήρανση, ενώ έπλυνε το ύφασμα, για να απομακρυνθεί η μπλε χρωστική ουσία. Τέλος, πρόσθεσε τις κηλίδες αίματος στα κατάλληλα σημεία που θεωρητικά υπήρχαν οι πληγές του σώματος.

Το αποτέλεσμα του πειράματος, μετά την έλλειψη μπλε χρώματος, τη θέρμανση και το πλύσιμο, απέδειξε πως η υποκύπτουσα εικόνα οφείλεται μόνο στη δράση του αραιωμένου οξέος και έχει αναμενόμενα χαρακτηριστικά, όπως η Σινδόνη του Τορίνο, χωρίς, όμως, να πλησιάζει απόλυτα στην αυθεντική εικόνα.

Το 2018, ο Garlaschelli, μαζί με τον Matteo Borrini, θα προσπαθήσει ξανά, μέσω της πειραματικής αρχαιολογίας, να ερευνήσει αυτή τη φορά και την αυθεντικότητα του αίματος στη Σινδόνη. Έτσι, με τη χρήση ενός εθελοντή, ενός μανεκέν, με ψεύτικο και αληθινό αίμα, προσπάθησε να αναπαραστήσει τις πληγές ενός σταυρωμένου άντρα, σύμφωνα με τη Σινδόνη και να παρατηρήσει τη ροή του αίματος με βάση τις πληγές του σταυρώματος. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, αποδείχθηκε πως οι υποτιθέμενες κηλίδες αίματος από διαφορετικές περιοχές του σώματος δεν είναι συμβατές μεταξύ τους και το αίμα δεν είναι αυθεντικό, όπως είχαν δείξει παλιότερες έρευνες.

Η Σινδόνη του Τορίνο σήμερα

Έπειτα από εκατό χρόνια μελέτης και πλήθος ερευνών, μπορούμε να παραδεχτούμε πως η Ιερά Σινδόνη είναι ένα από τα μακροβιότερα έργα μελέτης, από τον Μεσαίωνα έως σήμερα. Τυχαίο μάλιστα, δεν είναι πως υπάρχει Μουσείο για την Ιερά Σινδόνη στο Τορίνο, που περιλαμβάνει πάνω από 1.500 επιστημονικές και θρησκευτικές έρευνες.

Η τελευταία έκθεση της Ιεράς Σινδόνης πραγματοποιήθηκε το 2015, ενώ φέτος, τον Απρίλιο του 2020, πραγματοποιήθηκε μια ιδιαίτερη έκθεση του Σαβάνου εν μέσω πανδημίας. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ιεράς Σινδόνης, ο Αρχιεπίσκοπος Caesare Nisiglia του Τορίνο τέλεσε τη θεία λειτουργία στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Ιωάννη εκθέτοντας την Ιερά Σινδόνη. Η λειτουργία μεταδόθηκε στα ιταλικά ΜΜΕ και παγκοσμίως ζωντανά από το Τορίνο, με εκατομμύρια ανθρώπους από όλον τον κόσμο να παρακολουθούν το ιστορικό γεγονός με θρησκευτική ευλάβεια και θαυμασμό, διαπιστώνοντας πως τελικά, η ουσιαστική ιερότητα του Σαβάνου του Τορίνο δεν έγκειται στην αυθεντικότητά του, αλλά σε αυτό που αποτυπώνει και συμβολίζει· τη Σταύρωση του Θεανθρώπου.


Πηγές

Χριστίνα Φλωράκη

Γεννήθηκε το 1998 στην Αθήνα και είναι τελειόφοιτη του τμήματος Ιστορίας Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Τα ενδιαφέροντά της κυμαίνονται γύρω από τη θρησκειολογία και την ισλαμική ιστορία, ενώ συμμετείχε σε ιστορικά συνέδρια, ημερίδες και σεμινάρια σχετικά με την διαχείριση πολιτισμού. Στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται με τη συγγραφή, τα παιχνίδια ρόλων και το αυτοσχεδιαστικό θέατρο.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Ο παγκόσμιος χαρακτήρας των διαμαρτυριών

Της Ευφροσύνης Κουκουφιλίππου, Κάθε χρόνο γίνονται δεκάδες διαμαρτυρίες ανά τον κόσμο. Οι αιτίες και οι αφορμές ποικίλλουν, αλλά ως πιο συχνοί λόγοι παρουσιάζονται η κοινωνική...

Το ζήτημα της σύναψης γάμου μεταξύ ατόμων του ιδίου φύλου

Της Κωνσταντίνας Κασούμη, Ο θεσμός της οικογένειας είναι ιδιαίτερα σημαντικός για το κοινωνικό σύνολο και αποτελεί τον πυρήνα των οικονομικών και διαπροσωπικών σχέσεων. Το άρθρο...

The Montessori system through the eyes of a former Montessori school student 

By Evi Tsakali, Maria Montessori was born on August 31st 1870 in the provincial town of Chiaravalle, Italy. She graduated from the University of Rome’s...

Η κήρυξη της Επανάστασης στην Αχαΐα

Του Νίκου Μελιτσιώτη, Μετά τη σύσκεψη της Βοστίτσας, η οποία κίνησε έντονα τις υποψίες των Τούρκων, επικρατούσε έντονος αναβρασμός στην περιοχή, τόσο από την πλευρά...
Χριστίνα Φλωράκη
Γεννήθηκε το 1998 στην Αθήνα και είναι τελειόφοιτη του τμήματος Ιστορίας Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Τα ενδιαφέροντά της κυμαίνονται γύρω από τη θρησκειολογία και την ισλαμική ιστορία, ενώ συμμετείχε σε ιστορικά συνέδρια, ημερίδες και σεμινάρια σχετικά με την διαχείριση πολιτισμού. Στον ελεύθερο της χρόνο ασχολείται με τη συγγραφή, τα παιχνίδια ρόλων και το αυτοσχεδιαστικό θέατρο.