Του Πάνου Μπόβαλη

«Τα ναρκωτικά είναι ο νούμερο 1 δημόσιος εχθρός. Εάν δεν μπορούμε να καταστρέψουμε την απειλή των ναρκωτικών στην Αμερική, τότε σίγουρα θα μας καταστρέψουν εγκαίρως. Δεν είμαι έτοιμος να δεχτώ αυτή την εναλλακτική λύση». Αυτά είναι τα λόγια του Richard Nixon από το βήμα του αμερικάνικου Κογκρέσο, το 1971, ξεκινώντας έτσι επίσημα τον πόλεμο ενάντια στα ναρκωτικά.

Είχε προηγηθεί η δεκαετία του 60’, όταν τα ναρκωτικά είχαν γίνει σύμβολο της νεανικής επανάστασης, της κοινωνικής αναταραχής και των πολιτικών διαφωνιών.

Στο πλαίσιο του “War on Drugs”, o Nixon αύξησε την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση και δημιούργησε στρατιωτικές και ειδικές αστυνομικές ομάδες δίωξης ναρκωτικών, πρότεινε ιδιαίτερα αυστηρά μέτρα, όπως η υποχρεωτική ποινή φυλάκισης για τους παραβάτες και ακολούθησε μια σκληρή πολιτική, για να καταπολεμήσει τις απαγορευμένες πλέον ουσίες.

Καθ’ όλη τη δεκαετία του 80’, ο Ronald Reagan ενέτεινε την επιχείρηση κατά των ναρκωτικών, με κλιμάκωση των στρατιωτικών και αστυνομικών προσπαθειών. Η πολιτική του οδήγησε σε μαζικές φυλακίσεις στις Η.Π.Α. και στον πολλαπλασιασμό της βίας, εξαιτίας των ναρκωτικών παγκοσμίως. Η σύζυγος του Nancy, μάλιστα, ηγήθηκε το 1984 μιας εκστρατείας, με την ονομασία «Απλά πείτε όχι», η οποία ήταν μια ιδιωτικά χρηματοδοτούμενη προσπάθεια να ενημερώσει μαθητές σχετικά με τους κινδύνους της χρήσης ναρκωτικών.

Η ραγδαία εξάπλωση του Κρακ, στα μέσα του 80’, και η συνεχής δημοσιοποίηση του προβλήματος από τα ΜΜΕ προκάλεσαν ταραχή και νευρικότητα στην αμερικάνικη κοινωνία, η πλειοψηφία της οποίας υποστήριξε την σκληρή στάση του Reagan κατά των ναρκωτικών.

Ήταν η επιχείρηση κατά των ναρκωτικών ρατσιστική;

Το 1986, το Κογκρέσο των Η.Π.Α. ψήφισε τον νόμο κατά των ναρκωτικών (Anti-Drug Abuse Act), ο οποίος καθιέρωσε υποχρεωτικές ελάχιστες ποινές φυλάκισης για ορισμένα αδικήματα. Αυτός ο νόμος επικρίθηκε τα επόμενα χρόνια, καθώς είχε ρατσιστικές συνέπειες. Εκχώρησε μεγαλύτερες ποινές φυλάκισης για αδικήματα που αφορούσαν την κατοχή και χρήση Κρακ (χρησιμοποιούταν σε συντριπτικό ποσοστό από Αφροαμερικανούς πολίτες), σε σύγκριση με τις ποινές για κατοχή και χρήση κοκαΐνης (χρησιμοποιούταν, κυρίως, από λευκούς Αμερικάνους πολίτες). Για παράδειγμα, 5 γραμμάρια Κρακ αρκούσαν για καταδίκη πολίτη σε 5 χρόνια φυλάκισης, ενώ, αντίστοιχα, για την κοκαΐνη την ίδια καταδίκη θα είχε κάποιος που θα έβρισκαν στην κατοχή του 500 γραμμάρια.

Σάλο, επίσης, προκάλεσαν οι αποκαλύψεις του John Ehrlichman, επικεφαλής της εσωτερικής πολιτικής, κατά την προεδρία του Nixon, σχετικά με τον Πόλεμο κατά των ναρκωτικών την δεκαετία του 70’. Ο Ehrlichman εξήγησε ότι: «η προεκλογική εκστρατεία του Nixon είχε δύο εχθρούς: την αντιπολεμική αριστερά και τους μαύρους πολίτες. Εμείς γνωρίζαμε ότι δεν θα μπορούσαμε με νόμιμο τρόπο να εναντιωθούμε σε εκείνους. Με τον επηρεασμό, όμως, της κοινής συνείδησης και την προσπάθεια να συσχετίσει η αμερικάνικη κοινωνία τους χίπηδες με την μαριχουάνα και τους μαύρους πολίτες με την ηρωίνη, στη συνέχεια, θα μπορούσαμε να ποινικοποιήσουμε και τους δυο και να διαταράξουμε αυτές τις κοινότητες. Θα μπορούσαμε να συλλάβουμε τους ηγέτες τους, να επιτεθούμε στα σπίτια τους, να διαλύσουμε τις συναντήσεις τους και να τους διασύρουμε κάθε βράδυ στις ειδήσεις. Το γνωρίζαμε ότι λέγαμε ψέματα για τα ναρκωτικά; Προφανώς και το γνωρίζαμε.»

Αδιαμφησβήτητα, τα υπάρχοντα δείγματα και διάφορες έρευνες δείχνουν ότι οι έγχρωμοι άνθρωποι βρέθηκαν στο στόχαστρο και συνελήφθησαν για υποψία χρήσης ναρκωτικών σε υψηλότερο ποσοστό από τους λευκούς πολίτες. Υπεύθυνοι και ειδικοί σε θέματα πολιτικού σχεδιασμού πιστεύουν ότι η εκστρατεία κατά των ναρκωτικών ήταν αναποτελεσματική και οδήγησε σε φυλετικό χάσμα.

Οι ανησυχίες για την αποτελεσματικότητα του πολέμου και η αυξημένη ευαισθητοποίηση σχετικά με τη φυλετική ανισότητα οδήγησαν στη μείωση της υποστήριξης των πιο δρακόντειων μέτρων, κατά τις αρχές του 21ου αιώνα.

Τι συμβαίνει στις μέρες μας;

Τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, οι Η.Π.Α. έχουν σπαταλήσει περισσότερο από 1 τρισεκατομμύρια δολάρια στον πόλεμο κατά των ναρκωτικών. Κάθε χρόνο, στις Ηνωμένες Πολιτείες, συλλαμβάνονται 700.000 άνθρωποι για ναρκωτικά, ενώ οι επιχειρήσεις των Αμερικάνων σε χώρες όπως το Μεξικό, την Κολομβία, το Αφγανιστάν, για την εξόντωση των καρτέλ και των έμπορων ναρκωτικών, συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό.

Ωστόσο, ο πόλεμος εν μέρει απέτυχε να παράγει τα επιθυμητά αποτελέσματα: η χρήση ναρκωτικών παραμένει ένα σοβαρό πρόβλημα στις Η.Π.Α., παρόλο που οι ουσίες είναι λιγότερο προσβάσιμες, οι πληθυσμοί των φυλακών και το οικονομικό κόστος αυξάνονται, δημιουργούνται φυλετικές διακρίσεις εξαιτίας του πολέμου και η βία, που συσχετίζεται με τα ναρκωτικά σε όλο τον κόσμο, συνεχίζεται.

Ειδικοί και εμπειρογνώμονες ζητούν μεταρρυθμίσεις και μεγαλύτερη εστίαση στην απεξάρτηση και την αποκατάσταση των παραβατών. Tο γραφείο Εθνικής Πολιτικής Ελέγχου των Ναρκωτικών, που συστάθηκε από τον Nixon στις Η.Π.Α. τη δεκαετία του 70’, φαίνεται πλέον να αρχίζει να υιοθετεί τις απόψεις των ειδικών. Τα τελευταία χρόνια εστιάζει στην αποκατάσταση και την απεξάρτηση των πολιτών και λιγότερο στην επιβολή του νόμου. Την ίδια γραμμή ακολουθούν και τα δικαστήρια υποθέσεων ναρκωτικών, που τοποθετούν τους παραβάτες σε προγράμματα απεξάρτησης αντί για φυλάκιση.

Η ιδέα πίσω από αυτές τις μεταρρυθμίσεις είναι να βρεθεί μια μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ της φυλάκισης των διακινητών, από τη μία, και της μετακίνησης των χρηστών, από την άλλη, σε υπηρεσίες θεραπείας.

Μεταρρυθμίσεις στην ποινική δικαιοσύνη σχετικά με τα ναρκωτικά προσπάθησε να κάνει και ο πρώην πρόεδρος των Η.Π.Α., Barack Obama. Σε ορισμένες πολιτείες των Η.Π.Α. η μαριχουάνα αποποινικοποιήθηκε, οι ποινές έγιναν λιγότερο αυστηρές και οι μαύροι πολίτες της Αμερικής τύγχαναν μεγαλύτερου σεβασμού από τις αστυνομικές αρχές. Μέσω του προγράμματος Obamacare, έγινε προσπάθεια για περίθαλψη και απεξάρτηση τοξικομανών, προσπάθεια η οποία καταργήθηκε από τον τωρινό πρόεδρο, Donald Trump.

Σήμερα, το War on Drugs συνεχίζεται από την Αμερική, με μικρότερη ένταση και λιγότερη δημοσιότητα. Το πρόβλημα των ναρκωτικών συνεχίζει και ταλανίζει χώρες και κυβερνήσεις, πόλεις και κοινωνίες, παρά την προσπάθεια δεκαετιών για τον περιορισμό τους. Πολλοί οι υπέρμαχοι ελαφρύτερων μέτρων, πολλοί και οι υπέρμαχοι ακόμη αυστηρότερων μέτρων. Θέμα επίκαιρο, που συνεχίζει και διχάζει ως προς τον τρόπο αντιμετώπισής του.

Δυστυχώς, βέβαια, ο Πόλεμος κατά των Ναρκωτικών δεν έχει μειώσει σημαντικά την χρήση, την παραγωγή και την διακίνηση των απαγορευμένων ουσιών και μάλλον η αυστηρή αντιμετώπιση, με τις μαζικές φυλακίσεις, τις αυστηρές ποινές σε χρήστες, ακόμη και με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ενάντια σε καρτέλ, δεν ήταν τόσο αποτελεσματική.

Η εύρεση νέας προσέγγισης στο θέμα είναι σημαντική. Οι ειδικοί υποστηρίζουν μια πιο ανθρώπινη αντιμετώπιση του θέματος και οι H.Π.Α. μαζί με την Ε.Ε προσπαθούν σκληρά να βρουν εναλλακτικές στον τρόπο αντιμετώπισης των ναρκωτικών.

Ένα είναι σίγουρο: Ο πόλεμος θα συνεχιστεί, άγνωστη όμως και αμφίβολη η έκβασή του.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Πάνος Μπόβαλης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1998 και μεγάλωσε στην Θήβα. Σπουδάζει στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (Ρέθυμνο). Λατρεύει την Ιστορία και την Πολιτική και κάνει αρκετά συχνά ταξίδια στο εξωτερικό, καθώς του αρέσει να γνωρίζει νέους πολιτισμούς και κουλτούρες. Στον ελεύθερο χρόνο του ενημερώνεται για την πολιτική επικαιρότητα, ενώ βλέπει φανατικά ταινίες και αθλητικά γεγονότα.