Της Δέσποινας Άλβα,

Η θέση της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ως κόμβος ανάμεσα στη Δυτική Ευρώπη και την Ασία, έχει καταστήσει την περιοχή πεδίο διαχρονικού γεωπολιτικού ανταγωνισμού ανάμεσα στη Δύση (ΗΠΑ και Δυτική Ευρώπη) και την Ρωσία. Τα τελευταία χρόνια, η Κίνα έχει προστεθεί στην αρένα του ανταγωνισμού, καθώς ως αναδυόμενη υπερδύναμη στο διεθνές σύστημα, αλλά και εγκαθιδρυμένη περιφερειακή δύναμη στο υποσύστημα της, στοχεύει στην επέκταση της προβολής ισχύος της έως και το σταυροδρόμι της Ανατολής και της Δύσης, δηλαδή τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. 

Μέσω της ήπιας ισχύος και ειδικότερα της οικονομικής της επιρροής, η Κίνα εγκαινίασε μια νέα περίοδο οικονομικής συνεργασίας ανάμεσα στην ίδια και τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Πιο συγκεκριμένα, το 2012, με πρωτοβουλία του υπουργείου εξωτερικών της Κίνας, συστάθηκε ένα οικονομικό φόρουμ συνεργασίας, η «Πρωτοβουλία 17+1», μέσω της οποίας προβλέπεται η προώθηση των οικονομικών και επενδυτικών σχέσεων ανάμεσα στην Κίνα και 17 κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Μέλη της πρωτοβουλίας 17+1 είναι η Αλβανία, η Βόρεια Μακεδονία, η Βοσνία Ερζεγοβίνη, η Βουλγαρία, η Ελλάδα, η Εσθονία, η Κροατία, η Λετονία, η Λιθουανία, το Μαυροβούνιο, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Ρουμανία, η Σερβία, η Σλοβακία, η Σλοβενία και η Τσεχία. Η συνεργασία αφορά στους τομείς του εμπορίου, των επενδύσεων, των υποδομών, των μεταφορών και της ενέργειας, καθώς εντάσσεται στο ευρύτερο κινεζικό οικονομικό πρόγραμμα «Μία Ζώνη-Ένας Δρόμος», μέσω του οποίου το Πεκίνο φιλοδοξεί να διασυνδέσει την Ασία με την Ευρώπη, μέσω χερσαίων και θαλάσσιων εμπορικών οδών.

Τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, μέσω της περιφερειακής τους συνεργασίας με την Κίνα, αποβλέπουν στη διαφοροποίηση των εξαγωγικών τους προορισμών, καθώς και των πηγών χρηματοδότησης των υποδομών τους, με απώτερο στρατηγικό σκοπό τη σταδιακή τους απεξάρτηση τόσο από τις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη, όσο κι από την Ρωσία. Μετά την οικονομική κρίση του 2008, οι υποσχέσεις του Πεκίνου για αύξηση του εμπορίου και των επενδύσεων, προσομοίαζε με «σανίδα σωτηρίας» για τα οικονομικά ασθενέστερα κράτη της ευρωπαϊκής ηπείρου. Συγκεκριμένα, η Κίνα θεωρούταν η δύναμη που μπορούσε να εγγυηθεί οικονομικά οφέλη στην περιοχή, μέσω της ανάπτυξης εμπορικών σχέσεων, της αυξανόμενης εισροής κινεζικών επενδύσεων, καθώς και μέσω της κατασκευής έργων υποδομής που πραγματοποιούνται από κινεζικές εταιρείες.

Επιπλέον, το γεγονός ότι 12 από τα κράτη που συμμετέχουν στην «Πρωτοβουλία 17+1», αποτελούν κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα υπόλοιπα είναι υποψήφια προς ένταξη, καθιστά τη συνεργασία με την Κίνα διαπραγματευτικό χαρτί έναντι των θεσμών της Ε.Ε., αλλά και των κρατών της Δυτικής Ευρώπης, τόσο για τα υποψήφια προς ένταξη κράτη, όσο και για τα κράτη των Βαλκανίων και του πρώην Ανατολικού μπλοκ. Ειδικότερα, ο κίνδυνος να βρεθούν τα υποψήφια προς ένταξη κράτη υπό ξένη σφαίρα επιρροής, δύναται να θορυβήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση κι ως εκ τούτου να επισπεύσει τις διαδικασίες ένταξης. Επιπλέον, με παρόμοιο τρόπο, κράτη τα οποία χρειάζονται περαιτέρω οικονομική στήριξη ή που οι πολιτικές τους δε βρίσκονται πάντα σε ακολουθία με αυτές της Ένωσης, για παράδειγμα, η μεταναστευτική πολιτική της Ουγγαρίας- δύνανται να ασκήσουν πίεση στους θεσμούς της Ε.Ε, προκειμένου να προωθήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα.

Παρότι, η συνεργασία με μια Μεγάλη Δύναμη φαντάζει ως εφαλτήριο της οικονομικής ανάπτυξης και της πολιτικής ανεξαρτητοποίησης, τα στοιχεία της διμερούς οικονομικής συνεργασίας, μαρτυρούν ότι τα οφέλη είναι μάλλον περιορισμένα για τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Ειδικότερα, μόλις το 10% των κινεζικών επενδύσεων πραγματοποιούνται στην Κεντροανατολική Ευρώπη, ενώ στην ίδια περιοχή το 90% των επενδύσεων προέρχεται από άλλες χώρες της Ε.Ε και τις ΗΠΑ. Το 2017 οι εξαγωγές της Κίνας στην περιοχή έφτασαν τα 49,4 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι εισαγωγές της από κράτη της Κεντροανατολικής Ευρώπης ήταν μόλις 18,4 δισεκατομμύρια δολάρια, θέτοντας, έτσι, αμφιβολίες για την αμοιβαιότητα οφέλους ανάμεσα στις δύο μεριές.

Σύμφωνα με στοιχεία του Παρατηρητηρίου Οικονομικής Πολυπλοκότητας, ανάμεσα στους κορυφαίους εξαγωγικούς προορισμούς, αλλά και μεταξύ των επικρατέστερων κρατών προέλευσης εισαγωγών της Κίνας, είναι η Γερμανία, ενώ παραδόξως δε συμπεριλαμβάνεται κανένας κράτος της Κεντροανατολικής Ευρώπης. Επιπλέον, για 9 από τα κράτη που συμμετέχουν στην  «Πρωτοβουλία 17+1», η Κίνα συγκαταλέγεται στα κορυφαία κράτη προέλευσης των εισαγωγών τους, ενώ δεν ισχύει το ίδιο με τις εξαγωγές τους προς το κινεζικό κράτος. Τα παραπάνω δεδομένα αποδεικνύουν ότι οι εισαγωγές και εξαγωγές μεταξύ των δύο μερών δεν είναι ισοσκελισμένες και επαναφέρουν στο προσκήνιο την άποψη ότι η Κίνα εργαλειοποιεί μια μερίδα ευρωπαϊκών κρατών, προκειμένου να αυξήσει την πολιτική και οικονομική της επιρροή, αλλά και να διαιρέσει τη συνοχή της Ε.Ε.. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι το 2019, σε δημοσιευμένο έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης, η Κίνα χαρακτηρίζεται ως «συστημικός αντίπαλος», ενώ παράλληλα, υπογραμμίζεται η ανάγκη εύρεσης μιας ισορροπίας συμφερόντων στις διμερείς σχέσεις. 

Συμπερασματικά, η «Πρωτοβουλία 17+1» εκτός από πλατφόρμα οικονομικής συνεργασίας, αποτελεί και μοχλό εξυπηρέτησης πολιτικών σκοπιμοτήτων, δημιουργώντας αμφιβολίες για το κατά πόσο τελικά αποτελεί μια συνεργασία win-win. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εάν επιθυμεί να εξισορροπήσει την κινεζική απειλή αντισταθμίζοντας την πολιτική της επιρροή, οφείλει να επανεξετάσει τις πολιτικές της. Η γεωγραφική της ολοκλήρωση με την ένταξη των υποψηφίων χωρών, αλλά και η προσαρμογή της στις διαφορετικές αναπτυξιακές ανάγκες και το πολιτικοοικονομικό υπόβαθρο του κάθε κράτους, κρίνονται αναγκαία, προκειμένου να διατηρηθεί η ευρωπαϊκή συνοχή στο ακέραιο. 


Δέσποινα Άλβα

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1997, όπου και διαμένει ως σήμερα. Είναι απόφοιτη του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της, πραγματοποίησε πρακτική άσκηση στη Β2 Διεύθυνση του Υπουργείου Εξωτερικών, όπου ασχολήθηκε με τις Διεθνείς Οικονομικές Σχέσεις της Ελλάδας με χώρες Βαλκανικής, Ρωσίας και λοιπών χωρών Κ.Α.Κ.. Από τον Οκτώβριο του 2018, είναι δόκιμη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων στον Τομέα Ρωσίας, Ευρασίας και Νότιο-Ανατολικής Ευρώπης. Ομιλεί την αγγλική, γαλλική και ρωσική γλώσσα. Τέλος, αγαπάει ιδιαίτερα τα ταξίδια, τα οποία θεωρεί πηγή προσωπικής εξέλιξης.