«Το Λάθος», του Αντώνη Σαμαράκη

25

Της Παναγιώτας Προβατά,

Προσπαθώντας να αποφασίσω το βιβλίο που θα ήθελα να αναλύσω, η σκέψη μου ανέτρεξε σχεδόν αμέσως σε ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία, Το λάθος του Αντώνη Σαμαράκη. Παρά το γεγονός ότι ήταν ένα βιβλίο που είχα διαβάσει εδώ και αρκετά χρόνια, δεν δίστασα καθόλου στην ιδέα να το προσεγγίσω μέσω της ανάλυσής μου, καθώς πρόκειται για ένα βιβλίο που μου δημιουργεί έντονα, ανεξίτηλα συναισθήματα, αλλά και προβληματισμούς που θα ήθελα να μεταδώσω.

Ο Αντώνης Σαμαράκης υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες πεζογράφους της μεταπολεμικής γενιάς με διεθνή αναγνώριση. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16 Αυγούστου του 1919 και σπούδασε νομικά από το 1937 ως το 1941, ενώ από το 1935 ως το 1963 εργάστηκε στο Υπουργείο Εργασίας, θέση από την οποία παραιτήθηκε με την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά και στην οποία επέστρεψε το 1945 ως το 1963. Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής συμμετείχε στην εθνική αντίσταση και το 1944 συνελήφθη για τη δράση του από τους Ναζί και καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά κατάφερε να αποδράσει. Αντιστασιακή δράση ανέπτυξε και κατά τη δικτατορία. Στη Μεταπολίτευση, δημοσίευσε πολλά κείμενα κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου. Εργάσθηκε επίσης ως εμπειρογνώμων της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας των Ηνωμένων Εθνών σε πολλές χώρες για τα κοινωνικά θέματα, ενώ στο πλαίσιο της θέσης του αυτής ταξίδεψε στις χώρες της Αφρικής και προσπάθησε να ευαισθητοποιήσει και να κινητοποιήσει με την αρθρογραφία του για την επίλυση των προβλημάτων των αφρικανικών χωρών. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1989 ανακηρύχθηκε Πρεσβευτής Καλής Θέλησης της UNICEF για τα παιδιά του κόσμου. Απεβίωσε στις 8 Αυγούστου 2003 και σύμφωνα με την επιθυμία του, το σώμα του δωρήθηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με σκοπό την εξυπηρέτηση της επιστήμης.

Έζησε σε μια πολυτάραχη -με αλλεπάλληλες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές- εποχή, η οποία αναπόφευκτα επέδρασε στο συγγραφικό του έργο μέσω του οποίου επιχείρησε να αποτυπώσει τα κυριότερα προβλήματα που καλούνταν να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι της εποχής του. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από έντονη κοινωνική καταγγελία και καυτηριάζουν τις παθογένειες της τότε ελληνικής κοινωνίας. Τη λογοτεχνική του διαδρομή ξεκίνησε ως ποιητής αλλά εδραιώθηκε με το πεζογραφικό του έργο, έναρξη του οποίου αποτελεί μια συλλογή διηγημάτων που εκδόθηκε το 1954, με τίτλο Ζητείται Ελπίς. Στο συγκεκριμένο έργο σκιαγραφείται ένας κόσμος, μετά από έναν πόλεμο και υπό την απειλή ενός νέου πολέμου, με τους ανθρώπους να προσπαθούν μέσα σε συνθήκες φτώχειας και παρακμής να ανασυντάξουν τη ζωή τους και να επιβιώσουν. Άλλη σημαντική συλλογή διηγημάτων του είναι το έργο «Αρνούμαι» με το οποίο καταδεικνύεται μέσα από ιστορίες των πρωταγωνιστών η άρνηση αποδοχής της μεταπολεμικής πραγματικότητας. Το έργο όμως που του χάρισε διεθνή καταξίωση και είναι αναμφίβολα το κορυφαίο μυθιστόρημα του είναι Το Λάθος, γραμμένο το 1965, δύο χρόνια δηλαδή πριν τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών, το οποίο και αποτελεί μια γροθιά κατά του ολοκληρωτισμού. Μεταφρασμένο σε 33 γλώσσες, Το Λάθος, έχει αποσπάσει βραβεία και διθυραμβικές κριτικές από εφημερίδες και διεθνώς αναγνωρισμένους συγγραφείς, όπως ο Γκράχαμ Γκριν, η Αγκάθα Κρίστι και ο Άρθουρ Κέσλερ, ενώ παράλληλα έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο.

Το Λάθος συνιστά ουσιαστικά ένα αλληγορικό μυθιστόρημα, μια προφητεία της επταετούς δικτατορίας που θα ακολουθήσει δύο χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου. Κινούμενο στο χώρο του αστυνομικού και του φιλοσοφικού μυθιστορήματος, παρουσιάζει τις πρακτικές ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, χωρίς ίχνος ανθρωπιάς, που αντιμετωπίζει τους ανθρώπους σαν μηχανές δίχως σκέψεις και συναισθήματα, αλλά και τη στάση των ανθρώπων απέναντι σε ένα τέτοιο καθεστώς. Βασικό και καίριο χαρακτηριστικό του βιβλίου, για τα μηνύματα που θέλει να περάσει είναι η έλλειψη αναφοράς συγκεκριμένου τόπου και χρόνου, ενώ οι χαρακτήρες δεν κατονομάζονται, παρά μόνο τους αποδίδονται αόριστοι χαρακτηρισμοί, επιδιώκοντας να δείξει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί να αποτελέσει θύμα και δυνάστης σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Η απουσία του τόπου, των εθνικών χαρακτηριστικών καταδεικνύουν ακριβώς το γεγονός ότι ένα ολοκληρωτικό καθεστώς είναι δυνατό να υπάρξει οπουδήποτε, ότι ουσιαστικά πρόκειται για ένα πανανθρώπινο, οικουμενικό φαινόμενο ενώ η χρονική αοριστία προσδίδει διαχρονικότητα στο φαινόμενο αυτό.

Τρεις είναι οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος: ο μάνατζερ, ο ανακριτής και ο «άνθρωπος του Καφέ Σπορ», ο ύποπτος για συνωμοτική δράση κατά του καθεστώτος. Ο μάνατζερ και ο ανακριτής είναι μέλη της «Ειδικής Υπηρεσίας», δηλαδή της Ασφάλειας και υπηρετούν πιστά το καθεστώς, χωρίς τον παραμικρό συναισθηματισμό και ίχνος συμπόνιας για όσους αναπτύσσουν αντικαθεστωτική δράση, είναι εκπαιδευμένοι να εκτελούν εντολές που εξυπηρετούν την ομαλή λειτουργία του καθεστώτος και την ισοπεδωτική νοοτροπία που αυτό πρεσβεύει: για το καθεστώς υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι, αυτοί που τάσσονται έμπρακτα με το μέρος αυτού και όσοι είναι εναντίον του, στους οποίους συγκαταλέγονται ακόμα και όσοι δεν έχουν αναπτύξει συνωμοτική δράση, αλλά αδυνατούν να αποδείξουν ότι υποστηρίζουν το καθεστώς, τεκμήριο από το οποίο συνάγεται αυθαίρετα η ενοχή τους. Ο άνθρωπος του Καφέ Σπορ, που μαζί με έναν άλλον άνθρωπο είναι ύποπτος για συνωμοτική δράση συλλαμβάνεται από τον μάνατζερ στο Καφέ Σπορ και στη συνέχεια ανακρίνεται από τον προϊστάμενο, ο οποίος μάταια προσπαθεί να αποσπάσει από αυτόν οποιαδήποτε πληροφορία ενδεικτική της ενοχής του.

Κατ’ εντολή του προϊσταμένου, τίθεται σε εφαρμογή το «Σχέδιο», το οποίο έχει στόχο την ομολογία της ενοχής του «ανθρώπου του Καφέ Σπορ». Μέρος του σχεδίου είναι και η πληροφορία πως ο δεύτερος ύποπτος και υποτιθέμενος συνεργάτης του, ομολόγησε την ενοχή του -ενώ στην πραγματικότητα οι ίδιοι τον σκότωσαν ενόσω τον καταδίωκαν- ώστε να τον εξωθήσουν να παραδεχτεί την αντικαθεστωτική του δράση, το οποίο και δεν πετυχαίνουν. Σύμφωνα με το «Σχέδιο» που τους έχει υποδείξει ο προϊστάμενος, ο ανακριτής και ο μάνατζερ θα μεταφέρουν τον «άνθρωπο του Καφέ Σπορ» στα Κεντρικά, οπού και θα περάσει από δεύτερη ανάκριση. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο ανακριτής και ο μάνατζερ δημιουργούν ένα δήθεν φιλικό κλίμα μέσω των συζητήσεων ώστε να προσεταιριστούν τον ύποπτό τους, να του εμπνεύσουν οικειότητα για να κάμψουν τις αντιστάσεις του και να αποσπάσουν από αυτόν ένα οποιοδήποτε ενοχοποιητικό στοιχείο. Ακόμα και η βλάβη του αυτοκινήτου στα μισά της διαδρομής, η επισκευή της οποίας θα τους χρειαστεί μια μέρα, είναι εικονική αφού μέσω αυτής ο ανακριτής και ο ύποπτος θα «αναγκαστούν» να μείνουν σε ξενοδοχείο ενόσω ο μάνατζερ θα προσπαθεί να βρει συνεργείο για να επιδιορθώσει την υποτιθέμενη βλάβη. Το γεγονός αυτό θα φέρει κοντά τον ανακριτή με τον ύποπτο, με στόχο ο τελευταίος να ομολογήσει την ενοχή του. Κατά τη διάρκεια της μέρας τα δύο αυτά πρόσωπα βιώνουν καθημερινές, απροσποίητα ανθρώπινες στιγμές, μέσα από τις βόλτες τους στην πόλη, τη γνωριμία με δύο κοπέλες, τη βόλτα στη θάλασσα και στο λούνα παρκ, τις προσωπικές τους συζητήσεις, που βαθμιαία και ασυναίσθητα θα τους φέρουν πιο κοντά, με αποτέλεσμα να αρχίσει να αναπτύσσεται ακουσίως μια πραγματική φιλική σχέση ανάμεσα τους, παρά το γεγονός ότι ο ανακριτής διατηρεί μια καχυποψία καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας. Το «Σχέδιο» που φάνταζε έως τότε τέλειο, αψεγάδιαστο, παρουσιάζει μια ρωγμή που ήταν αδύνατο να προβλεφθεί εκ των προτέρων. Η ρωγμή αυτή αντιπροσωπεύει την ανθρωπιά και την συμπόνια που είναι δυνατό να κάμψουν και τον πιο σκληρό άνθρωπο -στην περίπτωση μας πρόκειται για τον ανακριτή- να παρεισφρήσουν στο πιο καλοστημένο και απάνθρωπο σχέδιο, επιφέροντας την ολική καταστροφή του.

Ο Σαμαράκης καταφέρνει με λιτό, αλλά ταυτόχρονα πετυχημένο τρόπο, να συμπυκνώσει την καταγγελία του ενάντια στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και να καταδείξει το λάθος που υπάρχει σε αυτά, οφειλόμενο στην αδυναμία υπολογισμού του ανθρώπινου παράγοντα, η δύναμη του οποίου δεν μπορεί να καμφθεί εύκολα, όσο σκληρές κι αν είναι οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί το εκάστοτε καθεστώς. Το Λάθος είναι ένας ύμνος στην ελευθερία της σκέψης και στον ανθρωπισμό που προσπαθούν να καταπνίξουν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, ποινικοποιώντας φρονήματα και απόψεις διάφορες από αυτές του καθεστώτος, με στόχο τη χειραγώγηση των ατόμων. Παράλληλα μέσα από τους συμβολισμούς που αξιοποιεί, μας υπενθυμίζει πως ο άνθρωπος και οι αξίες, όπως η ελευθερία, είναι υπεράνω οποιασδήποτε πολιτικής ιδεολογίας και αποτελεί καθήκον της οποιασδήποτε πολιτικής εξουσίας να προστατεύει τον άνθρωπο και τις απόλυτες αξίες του.

Όπως μάλιστα ανέφερε και ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό του 1919-, ο ολοκληρωτισμός ήταν πάντα εδώ, και είναι και σήμερα, το 1996, προσπαθώντας να στηλιτεύσει οποιαδήποτε εξουσία προσπαθεί να περιορίσει την ανθρώπινη ελευθερία…


Παναγιώτα Προβατά

Είναι 20 χρονών και σπουδάζει στη Νομική Σχολή Αθηνών. Έχει λάβει μέρος σε προσομοιώσεις και συνέδρια σχετικά με το αντικείμενο των σπουδών της. Αγαπάει την ανάγνωση βιβλίων, τη μουσική, τα ταξίδια, τις θεατρικές παραστάσεις και τις συναυλίες και γνωρίζει αγγλικά και γαλλικά. Αυτή την περίοδο εργάζεται στον τομέα προώθησης προϊόντων, ενώ στον ελεύθερο χρόνο ασχολείται με τον αθλητισμό και ειδικότερα το στίβο, στο χώρο του οποίου έχει συμμετάσχει σε αγώνες και εθελοντικές δράσεις.