Της Σωτηρίας Γιαννακοπούλου,

Σύμφωνα με τον επίσημο ορισμό του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου «κράτος ναρκωτικών» χαρακτηρίζεται κάθε κράτος στο οποίο όλοι οι νόμιμοι θεσμοί διέπονται από τον πλούτο και το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών, καθορίζοντας τις επιταγές και την λειτουργία τους βάσει των προβλεπόμενων αναγκών των εν λόγω δικτύων. Ο βαρυσήμαντος αυτός τίτλος έχει συνδεθεί κατά βάσει με χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπως η Βενεζουέλα και η Κολομβία. Ωστόσο, όσο κι αν η Ευρώπη δυσκολεύεται να το αποδεχθεί, εντός των κόλπων της τις τελευταίες δεκαετίες έχει αναδυθεί μία νέα σύγχρονη δύναμη στο κόσμο του παράνομου εμπορίου ουσιών, η οποία παράγει, συγκεντρώνει αλλά και οργανώνει το σύστημα διακίνησης ναρκωτικών στο σύνολο των ευρωπαϊκών κρατών, όντας κεκαλυμμένη από την ανοχή των κρατικών και μη αρχών, αλλά και την υποτιμημένη -θεωρητικά- ισχύ της στους διεθνείς κύκλους. Ασφαλώς το κράτος αυτό δεν είναι άλλο από την Αλβανία, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σε «εγκέφαλο» ναρκωτικών στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αναπτύσσοντας ένα εξελιγμένο σύστημα παράνομης τροφοδότησης απαγορευμένων ουσιών και καταπατώντας συστηματικά την διεθνή νομοθεσία, αποσκοπώντας στην ενίσχυση του εγχώριου δικτύου ξεπλύματος μαύρου χρήματος.

Απαρχή της άνθισης του δικτύου ναρκωτικών στο κράτος των Δυτικών Βαλκανίων ήταν οι πολιτικές αναταραχές και ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του ‘90, ο οποίος διαιώνισε το κοινωνικό χάος στο σύνολο των Βαλκανικών χωρών, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που τον διαδέχθηκε, αυξάνοντας παράλληλα τα επίπεδα φτώχειας αλλά και διαφθοράς, με την εγκληματικότητα να καθιστά το μοναδικό μέσο επιβίωσης, αλλά και κοινωνικής ανέλιξης σε δεύτερο επίπεδο. Μετά τη δύνη του πολέμου, το οργανωμένο εμπόριο ναρκωτικών ενισχύθηκε, με τις αλβανικές συμμορίες να λεηλατούν οπλοστάσια, αυξάνοντας τον πολεμικό εξοπλισμό τους, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπό τον έλεγχό τους ορισμένες περιοχές στις οποίες άρχισαν να εγκαθιστούν φυτείες, μετατρέποντας τες σταδιακά σε άβατο για τις εγχώριες αρχές, δυσχεραίνοντας τις προσπάθειες για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων τους.

Σήμερα, τα κέρδη από την καλλιέργεια και το εμπόριο ναρκωτικών έχουν ξεπεράσει κατά πολύ το επίσημο ΑΕΠ της γείτονας χώρας, ενώ εκτιμάται ότι μόνο η παραγωγή χασίς αποφέρει πάνω από 4 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο, δηλαδή το μισό του ΑΕΠ της Αλβανίας, καθιστώντας την τον μεγαλύτερο πάροχο κάνναβης στην Ευρώπη. Παράλληλα, και στη διακίνηση κοκαΐνης κατακτά την πρώτη θέση, με τα ποσοστά χρήσης στις ηλικιακές ομάδες 15-64 ετών να είναι, αναλογικά πάντα με τον πληθυσμό, τα υψηλότερα εντός Ευρώπης, σύμφωνα με την Ετήσια Έκθεση για τα Ναρκωτικά από το Γραφείο για τα Ναρκωτικά και την Εγκληματικότητα του ΟΗΕ. Ωστόσο τα δίκτυα παράνομου εμπορίου δεν σταματούν εκεί. Η Αλβανία έχει μετατραπεί σε κέντρο επενδύσεων, διανομής και προσλήψεων στο πεδίο των ναρκωτικών. Εξαιτίας του εύφορου κλίματός της, αλλά και του φθηνού εργατικού δυναμικού της, η παραγωγή ολοένα και αυξάνεται, αποτελώντας πόλο έλξης για τα διεθνή δίκτυα, τα οποία την έχουν μετατρέψει σε καίριο σταθμό των δραστηριοτήτων τους.

Και κάπου εδώ μας γεννάται εύλογα η απορία: Πώς αντιδρά ο κρατικός μηχανισμός και ποια τα μέτρα που λαμβάνει για την αντιμετώπιση των εν λόγω κυκλωμάτων; Προκειμένου να εκμαιεύσουμε την απάντηση θα πρέπει να εντρυφήσουμε στη λειτουργία του εγχώριου πολιτικού συστήματος. Τα χρήματα από το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών καθιστούν έναν από τους πυλώνες του πολιτικού συστήματος της Αλβανίας. Η δωροδοκία για την εξασφάλιση ψήφων είναι αρκετά διαδεδομένη, ενώ αν αναλογιστούμε ότι η βασική πηγή εσόδων του κράτους είναι το εμπόριο παράνομων ουσιών, αντιλαμβανόμαστε ότι οι πολιτικές αρχές επιδιώκουν την ενίσχυση κυκλωμάτων ναρκωτικών, ούτως ώστε να αποκομίσουν τα απαραίτητα ποσά για την ενίσχυση των πελατειακών τους σχέσεων. Σύμφωνα με μελέτη η οποία χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση αποδείχθηκε ότι ένας στους πέντε ψηφοφόρους στις αλβανικές εκλογές δέχτηκε πρόταση για δωροδοκία με αντάλλαγμα την ψήφο του, ενώ και τα δίκτυα συμμοριών κοκαΐνης φαίνεται να επηρέασαν την έκβαση των εκλογών εξαγοράζοντας άμεσα ψήφους. Μάλιστα σύμφωνα με τον επικεφαλής του Ινστιτούτου Πολιτικών Σπουδών της Αλβανίας «Ο ρόλος των εγκληματικών συμμοριών στην εκλογική καμπάνια του 2017 ήταν μεγαλύτερος από τον ρόλο των κομμάτων». Βάσει όλων των παραπάνω καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το εμπόριο ναρκωτικών είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την πολιτική εξουσία, αναπτύσσοντας ισχυρούς θεσμούς, οι οποίοι έχουν διαβρώσει την εγγύτητα των πολιτικών αρχών, αποδεικνύοντας ότι η κατοχή της εξουσίας εξαρτάται από τις σχέσεις των διοικούντων με τα δίκτυα ναρκωτικών, τα οποία ως φαίνεται έχουν τη δύναμη να χτίζουν, αλλά και να καταστρέφουν πολιτικές καριέρες.

Δυστυχώς είναι πλέον έκδηλο ότι η πολιτική ελίτ έχει μυηθεί στο σύστημα εμπορίας ναρκωτικών. Άλλωστε, οι εκτάσεις στις οποίες καλλιεργούνται οι απαγορευμένες καλλιέργειες είναι ως επί το πλείστον δημόσιες, με το κράτος να εθελοτυφλεί έναντι των παράνομων αυτών ενεργειών. Μέρος, ωστόσο, αυτού του συστήματος αποτελεί και το παρακράτος που έχει αναπτυχθεί εντός των αστυνομικών αρχών, οι οποίες συμβάλλουν στα δίκτυα παραγωγής και εμπορίας με έμμεσο τρόπο και φυσικά όχι αφιλοκερδώς. Όλα τα δίκτυα παραγωγής ναρκωτικών διαθέτουν άκρες εντός αστυνομίας, οι οποίες έχουν ως αρμοδιότητα να τους ενημερώνουν για τυχόν ελέγχους στην εκάστοτε περιοχή δράσης των κυκλωμάτων, προκειμένου να συλλέγουν την παραγωγή και να μην γίνονται αντιληπτοί από την αστυνομία. Αυτή η συμφωνία είναι ιδιαίτερα προσοδοφόρα για τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς, λαμβάνοντας ένα μέρος από τα φυτά και κατά συνέπεια από τα κέρδη που αυτά θα αποφέρουν. Συμπερασματικά η διαφορά των αλβανικών δικτύων ναρκωτικών σε σχέση με αυτά της υπόλοιπης Ευρώπης είναι ότι οι επικεφαλής τους δεν αποτελούν εξωσυστημικούς εχθρούς του πολιτικού και σωφρονιστικού συστήματος, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι τους, για αυτό και η δράση τους εξελίσσεται με τρομακτικούς ρυθμούς.

Η εξαγορά των αρχών δεν περιορίζεται ασφαλώς εντός συνόρων. Οι αλβανικές συμμορίες προκειμένου να επεκτείνουν τη δράση τους έχουν καταφέρει μέσω οικονομικών συμφωνιών να παραγκωνίσουν τους ελέγχους σε σημαντικά λιμάνια για το εμπόριο ναρκωτικών και πρώτων υλών στην Ολλανδία, το Βέλγιο, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Τουρκία, αλλά και την Ιταλία. Μάλιστα η Ιταλική μαφία συνεργάζεται στενά με τις αλβανικές συμμορίες ναρκωτικών, τις οποίες όχι μόνο δεν βλέπει ανταγωνιστικά, αλλά έχει αναπτύξει συνεργασία συμμετέχοντας στην εξάπλωση του εμπορίου ναρκωτικών καπηλευόμενη ένα μέρος των συνολικών κερδών. Πιο συγκεκριμένα η μαφία «Shqiptare» συνεργάζεται με την μία από τις ισχυρότερες μαφίες της Ιταλίας τη «Ndrangheta», της οποίας η δράση είναι παγκόσμια, εξασφαλίζοντας μέσω αυτής της συνεργασίας τον πλήρη έλεγχο του ευρωπαϊκού δικτύου διακίνησης κοκαΐνης. Στην Μεγάλη Βρετανία από την άλλη η συμμορία Hellbaniaz μονοπωλεί θα λέγαμε στο λιανικό εμπόριο κοκαΐνης, πετυχαίνοντας κέρδη που ξεπερνούν τα 5 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως.

Το ζήτημα που προβληματίζει την εγχώρια κοινή γνώμη είναι το γεγονός ότι το εμπόριο ναρκωτικών ευθύνεται για την στασιμότητα και τους βραχείς ρυθμούς ανάπτυξης της Αλβανίας, ενώ παράλληλα η εγκληματικότητα, στην οποία οι πολίτες μυούνται από πολύ μικρή ηλικία, καθιστά την βασική αιτία μετανάστευσης των νέων από την χώρα τους. Επιπλέον το σύστημα εμπορίας ναρκωτικών αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που καθυστερούν την ένταξη της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η οικονομία της Ένωσης βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο, ενώ η ένταξη μίας χώρας της οποίας η οικονομία βασίζεται στο παράνομο εμπόριο ουσιών μόνο εντάσεις θα μπορούσε να αποφέρει εντός των κρατών μελών. Μάλιστα, τόσο η Γαλλία, όσο και η Ολλανδία το προηγούμενο έτος είχαν κάνει λόγο για τη θέσπιση μέτρων για την είσοδο των Αλβανών πολιτών εντός των συνόρων τους με τη χρήση βίζα, ούτως ώστε να περιορίσουν τη δράση των συμμοριών ναρκωτικών εντός της επικράτειάς τους, γεγονός που προϊδεάζει για την αρνητική τους στάση έναντι της εισόδου της χώρας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Η καταπολέμηση επομένως του συστήματος διακίνησης ναρκωτικών καθιστά βασικό προαπαιτούμενο για την είσοδο της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ζήτημα έγκειται στο εάν η εγχώρια πολιτική και οικονομική ελίτ είναι διατεθειμένη να παραγκωνίσει ένα μεγάλο μέρος των κερδών της για την είσοδο τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μαχόμενη για την εξέλιξη και τον εκσυγχρονισμό του κράτους της, ή εάν θα θυσιάσει στο βωμό του παράνομου κέρδους το μέλλον της νέας γενιάς που αναζητά διακαώς ένα καλύτερο αύριο.


Σωτηρία Γιαννακοπούλου

Γεννήθηκε το 1997 στη Δράμα. Από μικρή ηλικία είχε έντονο ενδιαφέρον για την πολιτική, το οποίο έμελλε να καθορίσει και την επιλογή των σπουδών της. Σήμερα είναι απόφοιτη του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Έχει δουλέψει ως ασκούμενη στο Υπουργείο Εξωτερικών και σε εταιρεία δημοσκοπήσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε προσομοιώσεις πολιτικών θεσμών τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα και ενδιαφέροντα της αποτελούν οι διεθνείς σχέσεις και η πολιτική ανάλυση με την οποία φιλοδοξεί να ασχοληθεί και  σε μεταπτυχιακό επίπεδο.