Της Σάντυ Μακκού,

Όταν κάνουμε λόγο για modus vivendi, αναφερόμαστε σε μια διαδικασία που δεν δύναται να υποστεί πολυάριθμες αλλαγές στον τρόπο κατανομής πολιτικής και κοινωνικής δύναμης μεταξύ δυο αντίπαλων πλευρών. Το modus vivendi δεν μπορεί να προσαρμοστεί στη συναίνεση αυτή που θα διασφαλίσει την ομαλή λειτουργία μιας εύτακτης κοινωνίας και πόσο μάλλον στα πλαίσια της επιθυμητής σταθερότητας. Η σταθερότητα αυτή απαιτεί την ένθερμη στήριξη των πολιτών, ασχέτως των περιεκτικών θεωριών και της δικής τους ισχύος. Επομένως η έννοια-κλειδί που θα μας οδηγήσει στη διαπίστωση εάν και κατά πόσο πρόκειται για την επάλληλη συναίνεση ή modus vivendi, είναι αυτή της σταθερότητας  κι αυτό εντοπίζει τη μεταξύ τους διαφορά.

Για τον Rawls προϋποθέσεις της επάλληλης συναίνεσης είναι το αίσθημα της δικαιοσύνης, στην οποία αντιστοιχεί η υποστήριξη της πολιτικής αντίληψης από τις κοινωνικές ομάδες και την ικανότητα για αντίληψη του αγαθού, όπου τα πρόσωπα επιδιώκουν την εξασφάλιση όρων που ευνοούν την ανάπτυξή της. «Αν πρόκειται για επάλληλη συναίνεση ή απλώς modus vivendi θα κριθεί από τα χαρακτηριστικά της συναίνεσης και τον τρόπο με τον οποίο αυτά επενεργούν στην κοινωνική αρμονία και την ποιότητα της ηθικής ζωής» (Λία Μελά, σ.374 κεφ. 11.3.Α). Ο φιλόσοφος στηρίζει ότι τα άτομα πρωτίστως αντιλαμβάνονται και αφομοιώνουν την πολιτική αντίληψη και ύστερα την εντάσσουν σταδιακά στις περιεκτικές τους αντιλήψεις. Αυτός είναι άλλωστε και ο σκοπός του πολιτικού φιλελευθερισμού, να αποδείξει πως οι αξίες ενός συγκεκριμένου πεδίου μπορούν να υπερισχύσουν οποιονδήποτε άλλων αξιών (αντιφατικών με αυτές). Καταλήγουμε λοιπόν, σε δυο συμπεράσματα: Αφενός, στο ότι οι πολιτικές αξίες διαχωρίζονται απ’ όλες τις άλλες και αφετέρου, ότι μεταξύ αυτών των δύο υπερνικούν οι πρώτες (πολιτικές αξίες).

Είναι όμως εφικτός και παραγωγικός ο διαχωρισμός αυτός; Από μια κριτική σκοπιά, θα λέγαμε ότι αποτέλεσμα αυτού θα ήταν η ρήξη και σύγκρουση μεταξύ των περιεκτικών/προσωπικών αξιών και των πολιτικών αξιών. Επιπλέον, όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος, οι αξίες που αφορούν τον δημόσιο λόγο είναι μείζονος σημασίας, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά δύσκολο τον περιορισμό τους. Ενώ συγχρόνως, υπάρχουν και περιεκτικές θεωρίες συγγενικές της πολιτικής αντίληψης.

Για τον Rawls η επάλληλη συναίνεση είναι άμεσα συνυφασμένη με τον συμβιβασμό περιεκτικών αντιλήψεων και πολιτικής αντίληψης. Τονίζει μάλιστα ότι σε μια κοινωνία όπου οι πολίτες αποδέχονται τις βασικές συνταγματικές αρχές, η «υποταγή» τους είναι τόσο ισχνή, που κανείς δεν πρόκειται να αρνηθεί τις προσωπικές του αντιλήψεις (θρησκευτικές, ηθικές ή φιλοσοφικές), αντιθέτως θα αντισταθούν και θα παραβούν τους νόμους. Τότε η επάλληλη συναίνεση θα λειτουργήσει ως modus vivendi.

Ανακεφαλαιώνοντας, κάθε κοινωνία αποτελείται από ποικίλες ομάδες κάθε μία εκ των οποίων έχει τις δικές της αντιλήψεις, τα δικά της συμφέροντα και τους δικούς της στόχους. Πολλές φορές, όπως είναι λογικό, οι πεποιθήσεις των ομάδων έρχονται σε σύγκρουση, καθώς όλες οι ομάδες είναι διατεθειμένες να αντισταθούν σε οποιονδήποτε νόμο θεωρήσουν ότι καταπατά τις θρησκευτικές, ηθικές και φιλοσοφικές τους αντιλήψεις. Το δημοκρατικό καθεστώς, άρα, πρέπει αφενός να εγγυάται ίσα δικαιώματα και ελευθερίες προς όλες και αφετέρου, να απαιτεί από τον εκάστοτε πολίτη να αποδέχεται τις υποχρεώσεις του νόμου.

Ένας μεγάλος αριθμός πολιτών καταλήγει να πρεσβεύει σχεδόν την ίδια δημόσια αντίληψη δικαιοσύνης, η οποία εντάσσεται πια τόσο στο Σύνταγμα όσο και στην πολιτική πρακτική, χωρίς όμως να αναλογίζονται πλήρως αν και κατά πόσο υφίσταται ιδιαίτερη σύνδεση μεταξύ των αρχών της δικαιοσύνης και των δικών τους περιεκτικών αρχών αντίστοιχα. Παρ’ όλα αυτά όμως, με το πέρασμα του χρόνου δημιουργείται ένα αίσθημα εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτών, ενώ ακόμη υπάρχει ένα περιθώριο σταθερότητας, πλουραλισμού και δημοκρατικού φρονήματος.

Για να πετύχει την επάλληλη συναίνεση, ο Rawls αναγκάζεται να περιορίσει τη σκέψη του μόνο στο πολιτικό πεδίο, θέτοντας εκτός πολιτικής συζήτησης κάθε επίμαχο θέμα που διαταράσσει τη δυνατότητα επίτευξης συναίνεσης. Στην πράξη όμως, τα αποτελέσματα αυτής της συλλογιστικής πορείας και του προκειμένου σκεπτικού είναι αρνητικά. Κατασκευάζει με ένα τεχνητό πεδίο διαλόγου που είναι ακατάλληλο για την επίλυση πραγματικών συγκρούσεων και δείχνει να τείνει προς τον σχετικισμό. Προκειμένου να επιτευχθεί η συναίνεση, ο Rawls αποφεύγει τα μεταθεωρητικά προβλήματα, όπως εκείνο του αν υπάρχει αλήθεια στις ηθικές κρίσεις των ανθρώπων και αν είναι δυνατή η γνώση της, επομένως ουσιαστικά προτιμά τη συναίνεση σε βάρος της αλήθειας.

Τέλος, ο πολιτικός φιλελευθερισμός εμπίπτει αρκετές φορές σε αντιφάσεις.  Ακόμη και ο πλουραλισμός που παρουσιάζει ο φιλόσοφος ως θετικό στοιχείο, μοιάζει περισσότερο να είναι αναπόφευκτο πρόβλημα, ενώ η δυνατότητα εφαρμογής μιας επάλληλης συναίνεσης στα πλαίσια της σύγχρονης δημοκρατικής κοινωνίας, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ουτοπική.


Σάντυ Μακκού

Γεννημένη στις 25 Αυγούστου το 2000, με καταγωγή από τη Ναύπακτο. Είναι προπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης και Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, στην Κομοτηνή, με κατεύθυνση την πολιτική επιστήμη.