Της Μαρίας Μαλανδράκη,

Την τελευταία δεκαετία η πολιτική ορθότητα έχει κάνει αισθητή την παρουσία της, τόσο στα μέσα κοινωνική δικτύωσης, όσο και στα μέσα μαζική ενημέρωσης. Ο περιορισμός – ο έλεγχος του λόγου – στα προηγούμενα, έχει οδηγήσει τα άτομα στην συστηματική αναθεώρηση και προσοχή του τρόπου με τον οποίο εκφράζονται. Είτε στον προφορικό λόγο, είτε όταν πρόκειται να εκφράσουν την άποψή τους σχετικά με κάτι ή και όταν πρόκειται να αστειευτούν. Την ίδια στιγμή, φαίνεται σαν το έδαφος διατύπωσης γνώμης να παίρνει πλέον την μορφή ναρκοπεδίου, όπου η παραμικρή γενίκευση μπορεί να σε κάνει υποψήφιο για την χορήγηση της «ταμπέλας» του ρατσιστή, του συντηρητικού, ή του θύματος της μαζικής γνώμης. Τι είναι όμως ουσιαστικά η πολιτική ορθότητα; Σε τι συμβάλλει και κατά πόσο η συμβολή της είναι ουσιαστική; Μπορούν τελικά να υπάρχουν όρια στην πολιτική ορθότητα;

Στο πλαίσιο μια γενικής διατύπωσης, η πολιτική ορθότητα αφορά στην εφαρμογή ενός ορισμένου περιορισμού στον τρόπο έκφρασης ή συμπεριφοράς ενός ατόμου, το οποίο μπορεί να είναι προσβλητικό για άτομα που αποτελούν μέρος μιας κοινωνικής μειονότητας ή για κοινωνικές ομάδες στις οποίες ασκούνται χρόνιες διακρίσεις εις βάρος τους. Στο κλίμα της παγκοσμιοποίησης και κατ’ επέκταση της «ζύμωσης» των πολιτισμών και των κοινωνικών ομάδων, η πολιτική ορθότητα χρησιμοποιείται ως όχημα για την σταδιακή απάλειψη των κοινωνικών συγκρούσεων και την διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής.

Με βάση το τελευταίο, μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως η πολιτική ορθότητα αποτελεί μια από τις καλύτερες μεθόδους καταπολέμησης του ρατσισμού και των διακρίσεων. Πράγματι, ως έναν βαθμό η πολιτική ορθότητα διαθέτει έναν ιδιαίτερα «διαπαιδαγωγικό» ρόλο για τα άτομα, αφού καταδεικνύει ψήγματα λόγου ή τρόπους συμπεριφοράς, οι οποίοι φυσικοποιούν την διάκριση ή την ανισότητα απέναντι σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες. Την ίδια στιγμή βέβαια, είναι σημαντικό να επισημάνουμε το γεγονός ότι, ο ρατσισμός και οι ανισότητες εντός μιας κοινωνίας διαμορφώνονται από ένα σύνολο παραγόντων, μερικοί εκ των οποίων είναι σίγουρα πιο βαρυσήμαντοι από τον τρόπο χρήσης ενός επιθέτου, του οποίου η προσβλητικότητα – ακαταλληλότητα χρήσης εξαρτάται απ’ την περίσταση ή το άτομο (και την κοσμοθεωρία που αυτό φέρει) που την χρησιμοποιεί. Με άλλα λόγια, τα κενά στο εκπαιδευτικό σύστημα (όσον αφορά την καταπολέμηση του ρατσισμού) ή στον τρόπο που εφαρμόζονται οι πολιτικές διαχείρισης των μειονοτήτων και ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων εντός ενός κράτους, δεν μπορούν να καλυφθούν με τη συστηματικότερη και διεισδυτικότερη εφαρμογή της πολιτικής ορθότητας.

Μάλιστα αυτού του είδους η εφαρμογή τα τελευταία χρόνια, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τα οποία αποτελούν πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας και της επικοινωνίας, είναι και ο λόγος που πολλοί υποστηρίζουν πως η πολιτική ορθότητα αποτελεί όργανο περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης. Το ζήτημα εδώ αφορά στο πώς ορίζει το άτομο την ελευθερία και εδώ η φράση «η ελευθερία σου σταματάει εκεί που ξεκινάει η ελευθερία του άλλου» αν και απλοϊκή, είναι αρκετή για να δικαιολογήσουμε τον τρόπο εφαρμογής του περιορισμού έκφρασης. Με άλλα λόγια, όταν η γνώμη κάποιου διαρθρώνεται βάσει επιχειρημάτων τα οποία στηρίζονται σε στερεότυπα και κοινωνικές διακρίσεις και παραπέμπουν σε διατύπωση απόψεων ρατσιστικού χαρακτήρα, είναι λογικό – ιδιαίτερα όταν ζει σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – αυτές οι θέσεις να «διώκονται» από την πολιτική της εκάστοτε ιστοσελίδας. Εδώ φυσικά συμβαίνει το εξής παράδοξο, που δεν είναι άλλο από το ότι μπορεί ο καθένας να κατανοήσει γιατί πρέπει να περιορίζει τον τρόπο που επιθυμεί να δράσει, ακολουθώντας κοινωνικές νόρμες ή νόμους, αλλά δεν μπορεί να κατανοήσει γιατί δεν μπορεί να εκφράσει την γνώμη του.

Βασικός λόγος όμως που η πολιτική ορθότητα στην κοινή γνώμη αποτελεί περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης, είναι το γεγονός ότι σε μεγάλο βαθμό εφαρμόζεται στρεβλά, με την έννοια ότι δεν περιορίζεται στην καταπολέμηση της ρητορικής μίσους αλλά επιδίδεται στο «κυνήγι» λέξεων ή γεγονότων, τα οποία μερικά άτομα εκλαμβάνουν ως προσβλητικά. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο σάλος που δημιουργήθηκε με τον λευκό voice actor της σειράς «Τhe Simpsons», ο οποίος μεταξύ άλλων υποδύεται δύο έγχρωμους άνδρες και έναν Ινδό μετανάστη. Αξίζει φυσικά να λάβουμε υπ’ όψιν πως, στην ίδια σειρά, τουλάχιστον τρεις γυναίκες υποδύονται ανδρικούς χαρακτήρες – χωρίς να υπάρξει κάποια παρόμοια επίθεση εναντίον τους – καθώς και το γεγονός πως η αντίδραση πυροδοτήθηκε με αφορμή το γεγονός αυτό καθαυτό, πως ένας λευκός Αμερικάνος «υποδύεται» φωνητικά έγχρωμους ή άλλης καταγωγής άνδρες και όχι με αφορμή κάποια ρατσιστική ατάκα εντός κάποιου επεισοδίου ή με κάποια στερεοτυπική εικόνα που προωθούν οι χαρακτήρες. Τελικά μπορούν και πρέπει να υπάρχουν όρια στην πολιτική ορθότητα;

Η πολιτική ορθότητα αφορά και στο πόσο προσβλητικός ή όχι είναι ένας τρόπος έκφρασης και κατ’ επέκταση πόσο ορθός ή μη είναι ηθικά. Με άλλα λόγια, σε ένα μακροεπίπεδο, η πολιτική ορθότητα αφορά την ηθική – τι είναι σωστό να πιστεύεις ή σχετικά με τί μπορείς να αστειεύεσαι και τί όχι – και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να έχει όρια. Η εκάστοτε χώρα φυσικοποιεί ένα σύνολο ηθικών κανόνων, οι οποίοι δεν υπάρχουν ανεξάρτητα απ’ τα άτομα, αλλά τα ίδια τα άτομα τα δημιουργούν στο πλαίσιο μιας διαλεκτικής σχέσης των κοινωνιών με την ιστορία τους και με την επιρροή από το διεθνές πλαίσιο. Με αυτόν τον τρόπο, η συνεχώς μεταβαλλόμενη ηθική της κάθε κοινωνίας ανά τα χρόνια διαμορφώνει και την μορφή και τον τρόπο εφαρμογής της πολιτικής ορθότητας. Θα έπρεπε όμως να υπάρχουν κάποια κριτήρια αξιολόγησης της εφαρμογής της;

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική. Μπορεί κανείς να μην είναι σε θέση να καθορίσει το τι είναι ηθικό και τι όχι, αλλά σίγουρα μπορεί να κατανοήσει πότε κάτι είναι υπερβολικό και άστοχο και πότε όχι, πότε κάτι εκκινεί απ’ την ανάγκη κάποιου να μιλήσει, απλά για να μιλήσει και όχι επειδή έχει κάτι ουσιαστικό να πει. Φαίνεται πως ο τρόπος με τον οποίο περιορίζεται η έκφραση από το ένα άτομο προς το άλλο, τόσο στα ΜΜΕ όσο και στον κυβερνοχώρο, πηγάζει από ένα κυνήγι κατάκτησης τίτλου, ποιος είναι πιο ανθρωπιστής, πιο δημοκράτης, πιο αναρχικός, πιο ανοιχτός στην αποδοχή του διαφορετικού κ.ο.κ. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο δεν μπορεί να θεσπιστεί ένα ορισμένο (και ορθό) μέτρο σχετικά με την έκφραση του ατόμου, προκειμένου να μην αναπαράγει έναν μετριοπαθή ρατσισμό, αλλά μένει χώρος για τον περιορισμό της έκφρασης κάποιου από κάποιον, ο οποίος τον κατηγορεί σύμφωνα με την προσωπική του ηθική και εμπειρία. Το τελευταίο δεν μπορεί παρά να οδηγήσει μοιραία σε μια ανεξάρτητη λογοκρισία, που θα μπορεί να εφαρμόζεται με το πρόσχημα της καταπολέμησης του ρατσισμού.


Μαρία Μαλανδράκη, Υπεύθυνη Επικοινωνίας

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999. Είναι προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ήδη από τα σχολικά της χρόνια είχε αναπτύξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην συγγραφή δοκιμιακών και λογοτεχνικών και κειμένων γνώμης. Πλέον ως σπουδάστρια κοινωνιολογίας ασχολείται ενεργά με την παρακολούθηση της εξέλιξης των επιστημονικών θεωριών στον κλάδο της καθώς και με τα νέο-εμφανισθέντα κοινωνικά προβλήματα στις δυτικές κοινωνίες. Στον ελεύθερο χρόνο της ασχολείται ενεργά με τον εθελοντισμό και τον αθλητισμό στο προ-ολυμπιακό άθλημα του Muay thai.