Της Αναστασίας Ερνεάνου,

Από τα σημαντικότερα ζητήματα που έχουν προκύψει ως αντικείμενο μελέτης και συζήτησης, αποτελεί εκείνο της χρήσης διαφόρων ειδών ζώων στις επιστημονικές και πειραματικές διαδικασίες. Ιδιαίτερα, στη σύγχρονη εποχή της επιστημονικής και τεχνολογικής «έκρηξης», έχουν προκύψει έντονες διαφωνίες ως προς αυτό το ζήτημα, με την επιστήμη να τάσσεται υπέρ, ενώ φορείς φιλοζωικών οργανώσεων να εναντιώνονται, εκφράζοντας τις αμφιβολίες τους ως προς την αναγκαιότητα της χρήσης ζώων σε αυτού του είδους τις διαδικασίες. Γι’ αυτόν τον λόγο, θεωρήθηκε περισσότερο από αναγκαίο το ζήτημα αυτό να ρυθμιστεί και νομοθετικά.

Αυτό, ακριβώς, συνέβη με την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των σπονδυλωτών ζώων, που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς, σύμφωνα με τον νόμο 2015/1992. Πρώτα απ’ όλα, αναγκαίο θεωρήθηκε να διευκρινιστούν οι σκοποί, στους οποίους μπορεί να αποβλέπει η πειραματική διαδικασία. Το άρθρο 2 ορίζει πως η διαδικασία αυτή μπορεί (με κάποιους περιορισμούς) να αποσκοπεί: στην πρόληψη ασθενειών της κακής υγείας, ανωμαλιών και επιπτώσεών τους στον άνθρωπο, στα σπονδυλωτά και ασπόνδυλα ζώα ή στα φυτά, τη διάγνωση και θεραπεία ασθενειών, την προστασία του περιβάλλοντος, την επιστημονική έρευνα, την εκπαίδευση και επιμόρφωση, καθώς και σε ιατρονομικές έρευνες. Σύμφωνα με το άρθρο 4, κάθε κράτος μέλος δύναται να υιοθετήσει ακόμα αυστηρότερους κανόνες, ούτως ώστε να προστατευτούν αποτελεσματικότερα τα ζώα αυτά.

Όσον αφορά τη διαδικασία διεξαγωγής των πειραματικών διαδικασιών, διευκρινίζεται πως αν υπάρχει κάποια άλλη λογική και πρακτική λύση που να μην απαιτεί τη χρησιμοποίηση ζώου για την επίτευξη των στόχων που προαναφέρθηκαν, θα πρέπει να προτιμάται εκείνη. Θα μπορούσε, λοιπόν, να ειπωθεί πως η χρήση ζώων θα πρέπει να αποτελεί την «έσχατη λύση» στην πειραματική διαδικασία. Κατά το άρθρο 7, εφόσον κρίνεται αναγκαία η χρήση ζώων, προσεκτική μελέτη θα πρέπει να γίνεται όσον αφορά το είδος, τον αριθμό που θα χρησιμοποιηθεί, αλλά και να προτιμηθούν οι μέθοδοι που προκαλούν τις λιγότερο δυνατές βλάβες, πόνους, ταλαιπωρίες και αγωνίες, στοχεύοντας στο καλύτερο αποτέλεσμα. Ακόμα, προτιμάται η χρήση αναισθητικού ή αναλγητικού, προκειμένου το ζώο να δεχθεί τον λιγότερο δυνατό πόνο ή ταλαιπωρία, εκτός αν ο πόνος που προκαλείται είναι λιγότερος από την επιδείνωση της κατάστασης του ζώου ή αν η χρησιμοποίηση αναισθησίας ή αναλγησίας κρίνεται ασυμβίβαστη με τον σκοπό της διαδικασίας, οπότε και απαιτείται ειδική άδεια. Σύμφωνα με το άρθρο 5, υποχρεωτική κρίνεται η παροχή των αναγκαίων στο ζώο, όπως η διαμονή, ορισμένη ελευθερία κίνησης, τροφή, νερό, καθώς και κατάλληλη φροντίδα για την υγεία και την καλή του διαβίωση.

Σοβαρά ζητήματα ανακύπτουν από τις διατάξεις των άρθρων 9 και 11. Συγκεκριμένα, η πρώτη αναφέρει πως αν πρόκειται ένα ζώο να υποβληθεί σε αυτήν τη διαδικασία κατά την οποία προβλέπεται ότι θα υποφέρει, θα πρέπει να δηλώνεται ρητά και να δικαιολογείται στην αρμόδια αρχή ή να επιτρέπεται από αυτήν. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η δικαστική απόφαση ή η διοικητική πράξη που θα εκδοθεί για αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να εκδίδεται υπό την προϋπόθεση πως πρόκειται για λύση μεγάλης σημασίας για τις βασικές ανάγκες του ανθρώπου ή των ζώων, συμπεριλαμβανομένης και της λύσης επιστημονικών προβλημάτων. Κατανοούμε πως σε αυτό το σημείο, το πεδίο που αφήνεται θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ευρύ, καθώς δεν τίθενται από την ενσωματωμένη οδηγία αυστηρές προϋποθέσεις ως προς ένα τόσο σημαντικό ζήτημα. Γι’ αυτό, θα πρέπει η ελληνική έννομη τάξη να προβεί σε αυτήν την ενέργεια, προκειμένου να καταστεί πληρέστερη η προστασία των ζώων αυτών.

Για τον ίδιο λόγο, θα μπορούσαμε να πούμε πως δημιουργεί προβληματισμό η διάταξη 11, η οποία προβλέπει πως στο τέλος της διαδικασίας αποφασίζεται αν το ζώο θα παραμείνει ζωντανό ή θα θανατωθεί με μη βάναυσο τρόπο. Ειδικότερα, προβλέπεται πως ένα ζώο, παρά την εν γένει αποκατάσταση της υγείας του, συνεχίζει να υποφέρει από μόνιμους πόνους ή αγωνία, δεν παραμένει στη ζωή. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται από έναν κτηνίατρο ή από υπεύθυνο πρόσωπο κατά το άρθρο 13, το οποίο είναι εξουσιοδοτημένο για την παραπάνω διαδικασία. Μια τέτοια απόφαση δε θα πρέπει, σίγουρα, να λαμβάνεται «ελαφρά τη καρδία», αντιμετωπίζοντας το ζώο σαν ένα απλό αντικείμενο που χρησιμοποιείται στην πειραματική διαδικασία, αλλά με σεβασμό και να εξασφαλίζεται για εκείνο κάθε δυνατή φροντίδα.

Γίνεται αντιληπτό πως στη σύγχρονη εποχή είναι περισσότερο από αναγκαία η λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων, ούτως ώστε να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της πειραματικής-επιστημονικής διαδικασίας, η προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται καθ’ όλη τη διάρκεια, αλλά παράλληλα και η προώθηση των αποτελεσμάτων μέσω των οποίων επιτυγχάνεται η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του ανθρώπου. Δε θα μπορούσαμε να αρνηθούμε τα τεράστια οφέλη που έχει προσφέρει η επιστήμη στην ανθρωπότητα. Ωστόσο, δε θα πρέπει να λησμονούμε πως ρόλος μας δεν είναι να κυριαρχήσουμε και να αφανίσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε, αλλά να «συμβιώνουμε» διατηρώντας τις ισορροπίες.


Πηγές


Αναστασία Ερνεάνου

Γεννήθηκε το 2000. Σπουδάζει στο τμήμα της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει πλήθος σεμιναρίων σχετικά με τα εγχώρια και τα διεθνή δρώμενα. Αγαπάει τα ταξίδια και είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη όσον αφορά τον εθελοντισμό.