Του Ευθυμίου Αθανασίου,

Στην πολυπολική διεθνή τάξη πραγμάτων του 21ου αιώνα, το σενάριο κλιμάκωσης μίας διακρατικής διαμάχης με συμβατικά μέσα σε πυρηνικό πόλεμο έχει πάψει να φαντάζει απειλητικό. Το πυρηνικό μονοπώλιο αποτελούσε ένα προνόμιο των ΗΠΑ την τετραετία 1945 – 1949 και, μάλιστα, όχι άξιο λόγου. Έκτοτε, προέκυψαν πυρηνικές δυνάμεις με εξασφαλισμένη τη βιωσιμότητα του πυρηνικού τους οπλοστασίου, έτσι ώστε να διαθέτουν τη δυνατότητα πρόκλησης δεύτερου ανταποδοτικού πλήγματος, με καταστροφικές συνέπειες για το κράτος που επιτέθηκε πρώτο. Το δόγμα MAD (Αμοιβαία Εξασφαλισμένη Καταστροφή) υπενθυμίζει τον κίνδυνο να καταστούν οι κοινωνίες μη λειτουργικές, ως απόρροια της χρήσης πυρηνικών όπλων, και έτσι, εξαλείφει το κίνητρο επιλογής αυτού του μέσου από τους ορθολογικούς παίκτες του διεθνούς συστήματος. Στην ουσία, δεν πρόκειται για το τέλος του ανταγωνισμού ασφαλείας των κρατών, αλλά για απλή παράκαμψη του πρώτου επιπέδου ισχύος (πυρηνική ισχύς) και μεταφορά της αντιπαλότητας στα υπόλοιπα επίπεδα (στρατιωτικό, οικονομικό, πολιτικό, τεχνολογικό).

Η έξαρση, όμως, της αντισυστημικής βίας, που ασκείται από μη κρατικούς δρώντες, με κίνητρα πολιτικά, θρησκευτικά ή αυτονομιστικά, έχει δημιουργήσει διάσπαρτη ανασφάλεια για τις διαστάσεις  που θα λάμβαναν οι τρομοκρατικές ενέργειες με τη χρήση πυρηνικών όπλων. Αποτελεί, εξάλλου, το μεγαλύτερο φόβο της πυρηνικής  διασποράς, η κατάληξη όπλων μαζικής καταστροφής σε «λάθος χέρια», σε ανορθολογικούς, δηλαδή, αποδέκτες. Η πυρηνική τρομοκρατία αποτελεί μία ακραία και σίγουρα απευκταία εξέλιξη για μια σειρά από λόγους. Αρχικά, οι τρομοκρατικές οργανώσεις εμφορούνται από κάποια ιδεολογία, την οποία συνήθως ανάγουν σε αυτοσκοπό και η οποία τοποθετεί «παρωπίδες», που εμποδίζουν την ολιστική θέαση της πραγματικότητας και οδηγούν στο φανατισμό. Στην περίπτωση της διεξαγωγής των ιερών πολέμων, για παράδειγμα, οι θρησκευτικές διδαχές παρερμηνεύονται και οι αιματοχυσίες εξαγνίζονται, στο βωμό της εξυπηρέτησης κάποιας θείας βούλησης.

Αξίζει να συνυπολογιστεί η τροπή που έχει πάρει η δράση τέτοιων οργανώσεων στα πλαίσια της «Νέας Τρομοκρατίας», όπου οι θεμελιώδεις αξίες του διαφωτισμού αμφισβητούνται και οι ηθικοί φραγμοί υποχωρούν έτι περαιτέρω. Οι βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας αντικατοπτρίζουν τη νέα πραγματικότητα, αντανακλώντας την ψύχωση της μεταφοράς του μηνύματος διαμαρτυρίας στους δέκτες, αδιαφορώντας για τον τερματισμό της ίδιας της ύπαρξης του πομπού. Ακόμα, η MAD δεν έχει ουσιαστικό αντίκρισμα μεταξύ ενός κράτους και μίας τρομοκρατικής οργάνωσης, δεδομένου ότι η τελευταία δε διαθέτει συγκεκριμένο δικό της έδαφος, το οποίο το κράτος μπορεί να απειλήσει ότι θα καταστρέψει για να επιτύχει αποτροπή. Η χρήση πυρηνικών σε εδάφη που «φιλοξενούνται» οι οργανώσεις αυτές, ενέχει τον κίνδυνο πρόκλησης παράπλευρων απωλειών και έναρξης διαμάχης με το κράτος που τις στεγάζει, επομένως δεν αποτελεί αποτελεσματική λύση.

Πόσο ρεαλιστικό είναι, όμως, το σενάριο της πυρηνικής τρομοκρατίας; Οι απόψεις διίστανται, με δύο σχολές σκέψεις, την αισιόδοξη του John Mueller και την απαισιόδοξη του Graham Alison, να κυριαρχούν. Οι θέσεις του τελευταίου, έχουν αναλυθεί εκτενώς στο βιβλίο του με τίτλο «Nuclear Terrorism: The Ultimate Preventable Catastrophe». Η βασική ιδέα αυτής της σχολής σκέψης, είναι πως οι ελλιπείς συνθήκες φύλαξης στα πυρηνικά οπλοστάσια της πρώην ΕΣΣΔ μετά την κατάρρευσή της και ο μεγάλος αριθμός άνεργων επιστημόνων που προέκυψαν, συνδυαστικά με την εκπεφρασμένη πρόθεση των τρομοκρατικών οργανώσεων να αποκτήσουν πυρηνικά, ευλόγως καθιστούν την πυρηνική τρομοκρατία μια σοβαρή απειλή για τη διεθνή ασφάλεια. Πράγματι, τη δεκαετία του 1990, η Ρωσία είχε υπό τον έλεγχό της μόλις το 80% των πυρηνικών της ΕΣΣΔ, ενώ τα υπόλοιπα βρίσκονταν διασκορπισμένα στην Ουκρανία, τη Λευκορωσία και το Καζακστάν. Την ίδια περίοδο, η Ρωσία ήταν αφοσιωμένη στην οικονομική και πολιτική της αναδόμηση, δίνοντας μικρότερη σημασία στη φύλαξη των πυρηνικών της εγκαταστάσεων. Αναπόφευκτα, λοιπόν, αναφέρθηκαν από τη Διεθνή Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας κλοπές πυρηνικών υλικών, χωρίς να έχουν ιχνηλατηθεί πλήρως οι υπαίτιοι.

Μεταγενέστερα, η παράνομη διακίνηση πυρηνικών υλικών, υπό την εποπτεία του πακιστανικής καταγωγής επιστήμονα Abdul Q. Khan, το όνομα του οποίου βρέθηκε αναμεμειγμένο στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και της Β. Κορέας, ενίσχυσε την ανησυχία της διεθνούς κοινότητας. Πρόσφατα, επίσης, ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump, κατηγόρησε την πακιστανική ηγεσία για υπόθαλψη τρομοκρατών, αναφερόμενος στην παροχή στήριξης στο καθεστώς των Ταλιμπάν του Αφγανιστάν. Επικρατέστερη, ωστόσο, όσον αφορά στις πιθανότητες απόκτησης πυρηνικών, θεωρείται διαχρονικά η Al – Qaeda. Ο πρώην ηγέτης της οργάνωσης, Osama Bin Laden, έχει τοποθετηθεί δημόσια για το «ιερό καθήκον απόκτησης πυρηνικών», ενώ σε εγκαταστάσεις της οργάνωσης έχουν βρεθεί πρόχειρα σχέδια κατασκευής τους. Η ύπαρξη κινήτρου, συγκεκριμένης δομής και κατάλληλης χρηματοδότησης, την έχουν καταστήσει δυνητική απειλή. Σε πιο απτό επίπεδο, οι Τσετσένοι αυτονομιστές βρέθηκαν το 2002 με μεγάλες ποσότητες κλεμμένων ραδιενεργών υλικών στην κατοχή τους, που προορίζονταν, φυσικά, για την κατασκευή πυρηνικών όπλων.

Στον αντίποδα, ο John Mueller, θεωρεί ότι το ζήτημα της πυρηνικής τρομοκρατίας έχει υπεραναλυθεί, λόγω της τρομολαγνείας που συνοδεύει τις σχετικές συζητήσεις στα διάφορα μέσα, και, συνεπώς, αποπροσανατολίζει τα κράτη από άλλα σημαντικότερα ζητήματα διεθνούς ασφαλείας. Την άποψη αυτή φαίνεται να ενστερνίζεται και ο Kenneth Waltz, «πατέρας» του δόγματος του αμυντικού ρεαλισμού, υποστηρίζοντας πως η πυρηνική διασπορά αυξάνει τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος. Τρομοκρατικές οργανώσεις και πυρηνικά όπλα, εξάλλου, συνυπάρχουν για αρκετές δεκαετίες και, παρόλα αυτά, δεν έχουν δημιουργήσει τον εκρηκτικό εκείνο συνδυασμό που θα συντάραζε συθέμελα το διεθνές στερέωμα. Την άποψη των Mueller και Waltz ενισχύει η αναβάθμιση των συνθηκών φύλαξης των πυρηνικών εγκαταστάσεων της Ρωσίας, με τη συμβολή προγραμμάτων χρηματοδοτούμενων από τις ΗΠΑ, όπως το «Nuclear Weapons Storage Security Program» και το «Nuclear Weapons Transportation Security Program». Επιπλέον, περιπτώσεις όπου τρομοκρατικές οργανώσεις είχαν τη δυνατότητα απόκτησης σχάσιμου υλικού, αλλά δεν την αξιοποίησαν, μαρτυρούν πως, ενδεχομένως, δεν πρόκειται για προτεραιότητα της τρομοκρατικής δράσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί η κατάληψη του ISIS στην ιρακινή πόλη Μοσούλη, το 2014, και η πρόσβασή του σε μεγάλες ποσότητες κοβαλτίου (συστατικού της «βρώμικης βόμβας»), το οποίο, παραδόξως, άφησε ανεκμετάλλευτο.

Κομβικής σημασίας για την αποφυγή επικράτησης δυσάρεστων σεναρίων είναι ο ρόλος των ΗΠΑ. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Barack Obama, η ενίσχυση της ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων και των ραδιενεργών υλικών είχε τοποθετηθεί στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας. Ο Αμερικανός Πρόεδρος είχε θεσπίσει, μάλιστα, τις συνόδους κορυφής για την πυρηνική ασφάλεια, με την τελευταία να πραγματοποιείται το 2016, λίγους μήνες πριν τη λήξη της θητείας του. Στις συνόδους αυτές, λήφθηκε μέριμνα για την ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας των πυρηνικών οπλοστασίων και την καταγραφή των πυρηνικών αποθεμάτων των χωρών.

Αντιθέτως, ο απομονωτισμός των ΗΠΑ επί της τρέχουσας προεδρίας Trump, έχει επηρεάσει αρνητικά το ζήτημα της πυρηνικής ασφάλειας εν γένει. Η τάση του πλανητάρχη να αποχωρεί από διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες, επιρρίπτοντας ευθύνες σε άλλα κράτη, αποτυπώθηκε τόσο στην αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν το 2018, όσο και στην αποχώρηση από την ιστορική συνθήκη INF, που απαγόρευε την ανάπτυξη πυραύλων με βεληνεκές μεταξύ 550 – 5500 χιλιομέτρων σε ευρωπαϊκό έδαφος. Ταυτόχρονα, η υποβάθμιση των διπλωματικών σχέσεων με το Ιράν και το Πακιστάν, καθιστά τα εν λόγω κράτη πιο ευάλωτα στη συνεργασία με εξτρεμιστικές ομάδες που στρέφονται ενάντια στις ΗΠΑ και στο δυτικό τρόπο ζωής.

Ανεξάρτητα από την αμεσότητα της απειλής που συνιστά η πυρηνική τρομοκρατία για τη διεθνή ασφάλεια, θα ήταν επιπόλαιο να αψηφιστεί ολοκληρωτικά ο κίνδυνος. Δεδομένης της πιθανότητας αντιποίνων, πάντως, η διασπορά πυρηνικών όπλων από τις «ευάλωτες» πυρηνικές δυνάμεις (Ιράν, Β.Κορέα, Πακιστάν) προς αντισυστημικές ομάδες άσκησης πολιτικής βίας, φαντάζει ανορθολογική επιλογή. Οι ίδιες οι τρομοκρατικές οργανώσεις, από την πλευρά τους, καταφέρνουν χτυπήματα μεγάλου βεληνεκούς με πολλαπλές απώλειες, ακόμα και χωρίς πυρηνικά στην κατοχή τους. Η προσοχή, λοιπόν, πρέπει να στραφεί στη γενικότερη αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, ως σύγχρονης παθογένειας, και των βαθύτερων γενεσιουργών αιτιών της.


Ευθύμιος Αθανασίου

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1997, όπου και διαμένει ως σήμερα. Σπούδασε στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά. Έχει υπάρξει μέλος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, όπου διεξήγαγε έρευνα σε ζητήματα που αφορούν την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ. Πραγματοποίησε την πρακτική του άσκηση στο Υπουργείο Εξωτερικών, στη Διεύθυνση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Μετανάστευσης. Ομιλεί την αγγλική και τη γερμανική γλώσσα και έχει συμμετάσχει σε προγράμματα Erasmus+ σχετικά με τη μετανάστευση και την Ευρωπαϊκή Ένωση.