Του Γιώργου Πασσά,

Η σταδιακή κατακρήμνιση της αμερικανικής μεσαίας τάξης την τελευταία τετραετία δεν είναι καθόλου τυχαία. Αντιθέτως, είναι αποτέλεσμα μιας στρατηγικής, μιας ολοένα ισχυρότερης πολιτικής, αυτής του άκρου, η οποία στον βωμό της εξουσίας θυσιάζει τα πάντα στον διάβα της. Είναι το αποτέλεσμα της τακτικής της διάσπασης, των ψευδεπίγραφα απλών φράσεων ενός «λαϊκού» ανθρώπου, των ρατσιστικών και διχαστικών, τουλάχιστον, συνθημάτων. Είναι η ρεπουμπλικανική τακτική του Donald Trump.

Κατά την τελευταία δωδεκαετία, οι Ρεπουμπλικανοί υιοθετούν ολοένα πιο ακραία συντηρητικές θέσεις, έχοντας ως κεντρικό γνώμονα όχι τη λήψη ουσιαστικών αποφάσεων για τη βελτίωση της αμερικανικής καθημερινότητας, αλλά την υπονόμευση και τον κατά το μέγιστο δυνατό περιορισμό των εξουσιών των Δημοκρατικών. Περίτρανη απόδειξη επ’ αυτών είναι τόσο δηλώσεις όπως: «πολιτική προτεραιότητά μας για τα επόμενα δύο χρόνια θα είναι να εμποδίσουμε μια δεύτερη θητεία του Obama» (Mitch McConnell, ηγέτης των Ρεπουμπλικανών γερουσιαστών, 2008), αλλά και οι αλλεπάλληλες απορρίψεις προταθέντων νομοσχεδίων επί προεδρίας Obama, με αποκορύφωμα το 2013, όταν οι Ρεπουμπλικανοί κυριολεκτικά κρατούσαν όμηρο την κυβέρνηση, προβαίνοντας σε government shutdown για 16 ημέρες απορρίπτοντας κάθε κρατικό προϋπολογισμό που περιελάμβανε χρηματοδότηση του δημοσίου συστήματος υγείας του Obama (Obamacare).

Επιπλέον, η διαρκής τάση προς απομάκρυνση από το κέντρο με κατεύθυνση ολοένα και δεξιότερα είναι φυσικά πασιφανής και στις πρακτικές του νυν προέδρου των ΗΠΑ, ο οποίος μάλιστα ήδη προεκλογικά δε δίστασε να θυσιάσει πολιτικές ρεπουμπλικανών προκατόχων του στον βωμό του συντηρητισμού, αφού τάχθηκε ως αντίμαχος της Environmental Protection Agency (EPA), υπηρεσίας που δημιουργήθηκε επί προεδρίας Nixon, και ως υπέρμαχος της δημιουργίας ενός σώματος υπεύθυνου για τις απελάσεις μεταναστών (Deportation Force), ιδέα που είχε απορρίψει ο George W. Bush στα μέσα της παρελθούσης δεκαετίας. Όπως γίνεται αντιληπτό, οι νεότερες πιο ακραίες πρακτικές του Trump αντίκεινται όχι μόνο των δημοκρατικών, αλλά ακόμη και παλαιότερων ρεπουμπλικανικών θέσεων. Όσον αφορά το πολυφορεμένο επιχείρημα πως οι νέες πολιτικές είναι αποτέλεσμα της αλλαγής των καιρών, αυτό είναι απολύτως αβάσιμο, δεδομένου ότι μια πιο περιβαλλοντική κυβερνητική προσέγγιση, για παράδειγμα, είναι σήμερα πιο απαραίτητη από ποτέ.

Όλα αυτά έχουν ως επακόλουθο την αναδιαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής και μέσω αυτής της αμερικανικής οικονομίας, με το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού βάρους να επωμίζονται οι χαμηλές και μεσαίες κοινωνικοοικονομικές τάξεις. Όπως επεσήμανε o Joe Biden σε ομιλία του στο Ohio τον Οκτώβριο του 2019, η αμερικανική μεσαία τάξη δεν είναι πλέον η πλουσιότερη στον κόσμο. Σύμφωνα με την έρευνα του ανεξάρτητου Pew Research Centre, το 2016 52% των αμερικανικών νοικοκυριών ανήκε στη μεσαία τάξη, παρουσιάζοντας πτώση 10% από το 1971 και όντας πίσω από δυτικοευρωπαϊκές χώρες όπως η Δανία (80%), η Γερμανία (72%), το Λουξεμβούργο (75%) και η Νορβηγία (80%). Η αποδόμηση της μεσαίας τάξης, ως απότοκο κυρίως της ανισότητας στη μισθοδοσία, ενισχύεται ακόμη περισσότερο από τις πλουτοκρατικές πολιτικές του Trump. Η επίμονη προσπάθεια υπονόμευσης ενός αποτελεσματικού δημοσίου συστήματος υγείας και κοινωνικής ασφάλισης, τα ολοένα αυξανόμενα κόστη για τη στέγαση, την εκπαίδευση και την παιδική φροντίδα, με τα νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος να δαπανούν πάνω από το 10% των εσόδων τους μόνο για την τελευταία, η εσκεμμένη επιδείνωση των επαγγελματικών συνθηκών των δημοσίων υπαλλήλων και η σταθερή άνοδος των τιμών των αγαθών καθιστούν αδύνατη τη συντήρηση ή τη διεύρυνση της μεσαίας τάξης, η οποία διασπάται.

Ed Wexler / Cagle Cartoons

Ακόμη, η πολιτική περιστολής των κρατικών υγειονομικών, εκπαιδευτικών και ασφαλιστικών παροχών που έχει ακολουθήσει η κυβέρνηση Trump έχει εύλογα αποτελέσει κεντρικό άξονα της κριτικής των δημοκρατικών. Με την ανάληψη της προεδρίας, ο Trump τοποθέτησε στις ρυθμιστικές κρατικές υπηρεσίες άτομα που θα συνέβαλλαν τα μέγιστα στην αλλαγή των κανονισμών με γνώμονα το επιχειρηματικό συμφέρον. Σημαντικοί κανονισμοί της Διοίκησης Επιχειρηματικής Ασφάλειας και Υγείας (OSHA), οι οποίοι μεταξύ άλλων καθιστούσαν απαραίτητη την αρχειοθέτηση των τραυματισμών των εργατών και υποχρέωναν τους ομοσπονδιακούς εργολάβους να τηρούν κατά γράμμα τους νόμους περί εργασίας και ασφάλειας, καταργήθηκαν. Οι επιθεωρητές του OSHA μειώθηκαν στους 875, αριθμό που αποτελεί το χαμηλότερο ρεκόρ στην ιστορία της 50ετούς λειτουργίας της υπηρεσίας, ενώ στο στόχαστρο βρέθηκαν και κανονισμοί ασφαλείας για τα τοξικά χημικά, τα ορυχεία και την παιδική εργασία.

Όλα αυτά, ακόμα και τώρα, αντισταθμίζονται στο πλαίσιο της προπαγανδιστικής βελτίωσης της δημόσιας εικόνας του Trump από το «δυνατό» χαρτί της οικονομικής ανάπτυξης, που παρουσιάζεται ως το μεγαλύτερο ατού του νυν προέδρου, με γνώμονα, σύμφωνα τουλάχιστον με τις υποσχέσεις, τη μέριμνα για τους working people. Στο όνομα αυτής της οικονομικής ανάπτυξης θεσπίζεται το 2017 νέος φορολογικός κώδικας συνοδευόμενος από βαρύγδουπες εξαγγελίες δικαιότερης φορολόγησης και ενίσχυσης της δεινοπαθούσης μεσαίας τάξης. Παράγοντας ζημία ύψους 1,9 τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε βάθος δεκαετίας, ο κώδικας αυτός όχι μόνο δεν ευνοεί πρωτίστως τη μεσαία τάξη, αλλά αποτελεί επίσης πάτημα για τη διεύρυνση της περιουσίας των υψηλά αμειβομένων και του πλουσιότερου 1%. Σύμφωνα με την επίσημη φορολογική επιτροπή Joint Committee on Taxation του Κογκρέσου, οικογένειες με ετήσιο εισόδημα από 200.000 μέχρι 1.000.000 δολάρια πρόκειται να φορολογηθούν κατά 9% λιγότερο από ό,τι τα προηγούμενα έτη, τη στιγμή που όσες έχουν εισόδημα από 75.000 έως 100.000 δολάρια θα έχουν φορολογική περικοπή μόνο 8%. Επιπροσθέτως, όπως επισημαίνει το Taxation Centre της Washington, οι όποιες περικοπές στη φορολογία της μεσαίας τάξης σταδιακά ξεθωριάζουν, εν αντιθέσει με τις αντίστοιχες στις μεγάλες επιχειρήσεις που διατηρούνται αναλλοίωτες σε βάθος χρόνου. Έτσι, μέχρι το 2027 οι ατομικές φορολογικές επιβαρύνσεις επανέρχονται τουλάχιστον στα αρχικά επίπεδα, ενώ το 53% του συνόλου των φορολογουμένων και στο πλαίσιο αυτού το 70% των νοικοκυριών της μεσαίας τάξης θα παρατηρήσουν σταδιακά επιπλέον αύξηση στη φορολόγησή τους. Παραλλήλως, η ευνοϊκή αντιμετώπιση των πλουσίων αντανακλάται και στις ελαφρύνσεις που επιφέρει ο νέος κώδικας στους μεγαλοεπιχειρηματίες και μετόχους. H μείωση της φορολογίας των υψηλά αμοιβόμενων από 39,6% σε 37% συμβάλλει μαζί με άλλες ελαφρύνσεις στην υπέρογκη φοροαπαλλαγή των υψηλά αμειβόμενων, με την επιτροπή του Κογκρέσου να υπολογίζει πως φορολογούμενοι με ετήσιο εισόδημα 1.000.000 δολαρίων και άνω επωφελούνται με περικοπές ύψους 37 δισεκατομμυρίων ανά έτος.

Οι ολοένα δυσχερέστερες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας των χαμηλών και μεσαίων νοικοκυριών των ΗΠΑ έχουν οδηγήσει στη δημιουργία διαφόρων κινημάτων, με κυριότερο το One Job Should Be Enough. Το εν λόγω κίνημα, έχοντας ξεκινήσει από τους εργάτες της ξενοδοχειακής αλυσίδας Marriott, συσπειρώνει χιλιάδες εργάτες και λειτουργούς, οι οποίοι έχουν περιθωριοποιηθεί από την αμερικανική κυβέρνηση και έχουν, όπως υποδηλώνει και το σλόγκαν τους, ένα απλό αίτημα: μια δουλειά να είναι αρκετή. Αρκετή για να εξασφαλίζονται για τον καθένα τα στοιχειώδη, όπως ιατρική περίθαλψη, κοινωνική ασφάλιση, αξιοπρεπής διαβίωση και κυρίως ισότητα ευκαιριών στην εκπαίδευση και την επαγγελματική ανέλιξη, σε μια κοινωνία όπου μέσος όρος εργασίας είναι 47 ώρες ανά εβδομάδα, με το 18% των Αμερικανών να δουλεύουν πάνω από 60.

Καταλήγοντας, τα κομβικά επερχόμενα έτη, ειδικά μετά το πέρας μιας νέας οικονομικής κρίσης λόγω του κορωνοϊού, πρόκειται να σημαδέψουν ανεξίτηλα την αμερικανική ιστορία και να καθορίσουν αμετάκλητα τον δρόμο που αυτή θα ακολουθήσει. Είναι ευκαιρία να χαραχθεί μια νέα κυβερνητική στρατηγική, με κύριο γνώμονα την κοινωνική πρόνοια, ώστε να διασφαλιστεί πως το αμερικανικό έθνος δε θα προχωρήσει πια διαιρεμένο, όπως πολλοί το επιθυμούν και το επιδιώκουν, αλλά με βασικό χαρακτηριστικό την ενότητα, δίχως να αφήσει κανέναν πολίτη πίσω. Είναι ευκαιρία να απαλλαγεί η πολιτική σκηνή των ΗΠΑ από τυχοδιωκτικές πολιτικές διχόνοιας και με έναν ανθρωπιστικό προσανατολισμό να σχεδιάσει ανεμπόδιστη το αμερικανικό αύριο.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Γιώργος Πασσάς

Γεννήθηκε το 2001 στην Αθήνα. Τελείωσε τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και κατέχει δύο ξένες γλώσσες, την αγγλική και τη γερμανική. Είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Νομικής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και φιλοδοξεί να ασχοληθεί με τις διεθνείς σχέσεις και τη διπλωματία. Ασχολείται αρκετά χρόνια με τη μουσική, τον αθλητισμό και μεγάλη του αγάπη είναι τα ταξίδια.