Της Αναστασίας Ερνεάνου,

Μία από τις σπουδαιότερες αρχές που διέπουν το Ατομικό Εργατικό Δίκαιο αποτελεί εκείνη της ίσης μεταχείρισης. Γίνεται αντιληπτό, πως δεν είναι λίγες οι φορές που έχουν απασχολήσει τα δικαστήρια υποθέσεις εργαζομένων, οι οποίοι έχουν υποστεί κάποιου είδους αδικία κατά τη διάρκεια της συμβατικής τους σχέσης με τον εργοδότη. Ακριβώς εξαιτίας αυτών των περιπτώσεων, θεωρήθηκε δέον να ρυθμιστεί το πρόβλημα αυτό, ούτως ώστε να αποφευχθούν φαινόμενα που δυσχεραίνουν την ομαλή λειτουργία της συμβατικής σχέσης και οδηγούν τον εργαζόμενο σε δυσβάστακτη θέση.

Πρώτα απ’ όλα, είναι σημαντικό να διασαφηνιστεί πως η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν αποσκοπεί στην πλήρη ισοπέδωση των όρων εργασίας των απασχολούμενων. Η απόλυτη αυτή προσέγγιση θα επέφερε ακριβώς το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, που δεν είναι άλλο από τη διασφάλιση της ισότητας μεταξύ των εργαζομένων, με αποτέλεσμα να αφήνεται στον εργοδότη σημαντικό πεδίο ελευθερίας, ούτως ώστε να λειτουργεί κατά το δοκούν. Γι’ αυτόν το λόγο, η ίση μεταχείριση βρίσκεται σε αρμονία με τη γενική συνταγματική αρχή της ισότητας, η οποία επιτάσσει ορθά την όμοια αντιμετώπιση όμοιων καταστάσεων και την ανόμοια για ανόμοιες, οπότε και δικαιολογείται από αντικειμενικούς παράγοντες.

Η αρχή αυτή ωστόσο, απαιτεί τη συνδρομή ορισμένων βασικών προϋποθέσεων. Πρώτη από αυτές είναι η ύπαρξη ενεργού σχέσης εργασίας. Τι σημαίνει αυτό; Η αρχή διέπει μόνο την κατά τη διάρκεια της σύμβασης σχέση, όχι το χρόνο πριν τη σύναψη ή μετά τη λύση της. Για παράδειγμα, δεν μπορεί ο εργοδότης να υποχρεωθεί σε επαναπρόσληψη όλων των εργαζομένων για το λόγο ότι επαναπροσέλαβε κάποιους. Ωστόσο, εκείνο που δέχεται θεωρία και νομολογία είναι η εφαρμογή της στην περίπτωση παροχών, μετά τη λύση της σύμβασης, που ανάγεται όμως στο χρόνο της ενεργού σύμβασης, δηλαδή διαθέτει αναδρομική ενέργεια. Επίσης, αφορά παροχές του εργοδότη οι οποίες καταβάλλονται εκουσίως κι όχι υποχρεωτικά, δηλαδή εκείνες που δεν προβλέπονται σε νόμο ή σε συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση, αφού υπάρχει ούτως ή άλλως δέσμευσή του για καταβολή τους.

Επιπλέον, οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη πρέπει να βρίσκονται σε όμοια κατάσταση. Ο εργαζόμενος έχει αξίωση να απαιτήσει την παροχή που δίνεται από τον εργοδότη σε κάποιον άλλον εργαζόμενο, ο οποίος βρίσκεται σε όμοια κατάσταση με εκείνον. Απόλυτη ταύτιση, εκτός του ότι είναι αδύνατη, δεν απαιτείται. Ωστόσο, συχνά δημιουργείται ζήτημα ως προς τη συγκρίσιμη κατάσταση. Αποφασιστικό ρόλο εδώ διαδραματίζουν το είδος και οι συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας, όπως και το είδος και ο σκοπός της εκούσιας παροχής. Παράδειγμα αποτελεί το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας που παρέχεται σε εργαζόμενους ενός ιδιαίτερα βλαπτικού εργοστασίου, ως αντιστάθμισμα για τις δύσκολες αυτές συνθήκες. Για τον λόγο αυτό, ελέγχεται αν η παροχή του εργοδότη εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Η αρχή ωστόσο, δεν παραβιάζεται σε περίπτωση που συντρέχει σοβαρός και ειδικός λόγος που δικαιολογεί την παροχή εκ μέρους του εργοδότη. Συγκεκριμένα, είναι σύμφωνες με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, παροχές που δικαιολογούν «δίκαιη και εύλογη» διαφορετική μεταχείριση. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούν τα τυπικά κριτήρια όπως η αρχαιότητα, η αυξημένη απόδοση, η οικογενειακή κατάσταση και ο βαθμός επικινδυνότητας της παρεχόμενης εργασίας. Ωστόσο, τονίζεται και πάλι πως η παροχή ελέγχεται σε συνάρτηση με τον σκοπό που επιδιώκει, ενώ ως απλή ένδειξη λειτουργεί ο χαρακτηρισμός που της προσδίδει ο εργοδότης. Επιτρεπτή επίσης, θεωρείται η παροχή μεγαλύτερης αμοιβής σε μια κατηγορία εργαζομένων και ο αποκλεισμός μιας άλλης που παρέχει ίσης αξίας εργασία, όταν λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών στην αγορά εργασίας δεν μπορεί να εξεύρει ή να διατηρήσει τους συγκεκριμένους εργαζομένους. Σε αυτή την περίπτωση η παροχή μεγαλύτερης αμοιβής λειτουργεί ως κίνητρο παραμονής και δικαιολογείται, καθώς εξυπηρετεί πραγματική ανάγκη.

Σημαντικό, ακόμη, να διευκρινιστεί, είναι ότι οι παροχές αυτές του εργοδότη ενδέχεται να έχουν οικονομικό χαρακτήρα, είτε να αφορούν άλλου είδους ωφελήματα, όπως η προαγωγή και η μονιμοποίηση των εκτάκτων. Έτσι, η αρχή αυτή λειτουργεί άλλοτε ως θεμελιωτική αξιώσεων και άλλοτε θέτει όρια στην άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη.

Συνέπεια της παραβίασης της αρχής αυτής, όσον αφορά την κατάρτιση δικαιοπραξιών, όπως η καταγγελία, είναι το ανίσχυρο. Αν ο εργαζόμενος εξαιρέθηκε από οικειοθελή παροχή, δημιουργείται αξίωση εκπλήρωσης της παροχής και δεν απαιτείται καν πταίσμα του εργοδότη. Αρκεί δηλαδή, το γεγονός και μόνο πως δεν έλαβε την απαιτούμενη παροχή. Αξίωση προς αποζημίωση γεννάται μόνο σε περίπτωση υπαίτιας παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων, πρακτική η οποία δεν είναι τόσο συνήθης, καθώς με την αξίωση προς εκπλήρωση ο εργαζόμενος δύναται να λάβει την παροχή χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημίας και παράβασης.


Πηγές

  • Ζερδελής, Εγχειρίδιο Εργατικού Δικαίου
  • Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα

Αναστασία Ερνεάνου

Γεννήθηκε το 2000. Σπουδάζει στο τμήμα της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει παρακολουθήσει πλήθος σεμιναρίων σχετικά με τα εγχώρια και τα διεθνή δρώμενα. Αγαπάει τα ταξίδια και είναι ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη όσον αφορά τον εθελοντισμό.