Του Παναγιώτη Μέκρα,

Τα κόκκινα δάνεια αποτελούν ένα μεγάλο αγκάθι για την ελληνική οικονομία την τελευταία δεκαετία και είναι μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Το ενεργητικό των τραπεζών κατά το 2010 ήταν «εκτεθειμένο» στα δανειακά τους χαρτοφυλάκια κατά μέσο όρο στο 70% και στο τέλος Δεκεμβρίου του 2019 ανήλθαν σε 68 δισ. ευρώ (ή 40,3% του συνόλου των δανείων, έναντι 3,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου). Οι τράπεζες έχουν δεσμευτεί να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια κατά 54 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2021. Οι επιπτώσεις στην κεφαλαιακή επάρκεια και τη ρευστότητα των τραπεζών καθιστούν πλέον επιτακτική την αντιμετώπιση του προβλήματος, δεδομένης της παρούσας κατάστασης.

Ο Εκτελεστικός Πρόεδρος της FPS, Θεόδωρος Καλαντώνης, εκτίμησε πως αναμένεται αύξηση των κόκκινων δανείων κατά 10–15% εξαιτίας της αδυναμίας νοικοκυριών και επιχειρήσεων να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους λόγω της νέας ύφεσης που προκάλεσε η πανδημία. Αυτό θα καθυστερήσει την επίτευξη του στόχου της σημαντικής μείωσής τους μέσω της συστημικής λύσης του «Ηρακλή». Με το σχέδιο «Ηρακλής», προβλέπεται ότι το Δημόσιο θα παράσχει συνολικά εγγυήσεις ύψους έως 12 δισ. ευρώ, που θα υποστηρίξουν την τιτλοποίηση μη εξυπηρετούμενων δανείων ύψους άνω των 30 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της JP Morgan, η επίδραση της επιδείνωσης της ποιότητας του ενεργητικού στα οικονομικά αποτελέσματα των τραπεζών θα είναι αρκετά σοβαρή. Οι τράπεζες θα χρειασθεί να βάλουν στην άκρη το 2020 όσο περισσότερα κεφάλαια γίνεται. Έτσι, σχεδόν το σύνολο των κερδών, προ προβλέψεων του τρέχοντος έτους, εκτιμάται ότι θα χρησιμοποιηθούν για το σχηματισμό προβλέψεων. Το κόστος ρίσκου θα αυξηθεί στο 1,5%, για να υποχωρήσει στο 1% τον επόμενο χρόνο και θα είναι υψηλότερο για την Alpha και την Πειραιώς (1,5% και 1,3%, αντίστοιχα) και χαμηλότερο για την Εθνική (1,1%) και την Eurobank (1%).

Ο «Ηρακλής» δεν φαίνεται να είναι η ουσιαστική λύση του προβλήματος, αφού η αδυναμία πληρωμής των δανείων που έχουν πουληθεί σε ξένα funds μπορεί να ενεργοποιήσει τις εγγυήσεις 12 δισ. ευρώ του ελληνικού Δημοσίου. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα το ελληνικό κράτος να δανειστεί, στην ουσία, αυτά τα 12 δισ. για να τα δώσει. Επίσης, οι πλειστηριασμοί και το τέλος της προστασίας της πρώτης κατοικίας, που θα έρθει αργά ή γρήγορα αν δεν αλλάξει κάτι, θα επιδεινώσει το πρόβλημα και θα προκαλέσει πολλά προβλήματα σε νοικοκυριά και μικρομεσαίους επιχειρηματίες, με αποτέλεσμα να πληγεί και η ελληνική κοινωνία. Μία καταιγίδα εξώσεων και πλειστηριασμών θα αναγκάσει χιλιάδες οικογένειες να πεταχτούν στον δρόμο. Η προσφορά ακινήτων θα αυξηθεί και οι τιμές τους θα υποχωρήσουν. Οι τιμές υποθηκευμένων ακίνητων που στηρίζουν άλλα δάνεια, τα οποία δεν έχουν κοκκινίσει ακόμα, θα υποχωρήσουν. Επομένως, ο «Ηρακλής» όχι μόνο δεν θα βοηθήσει τους δανειολήπτες, αλλά ούτε και τις ίδιες τις τράπεζες.

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος και διάφορους οικονομολόγους, το φάρμακο για την ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος των κόκκινων δανείων είναι η δημιουργία μίας Bad Bank, η οποία θα αναλάβει τη διαχείριση όλων των κόκκινων δανείων των τραπεζών. Η λύση είναι η άμεση, μαζική μεταφορά των κόκκινων δανείων (αντί για πώλησή τους), διακοπή όλων των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας και ακινήτων που στεγάζουν λειτουργούσες επιχειρήσεις και νέο συμμετοχικό όργανο που θα διαχωρίζει τους στρατηγικούς από τους ακούσιους κακοπληρωτές. Οι οφειλέτες θα καταβάλουν ένα ενοίκιο στην Bad Bank (για το δικαίωμα να παραμένουν στο σπίτι τους ή να λειτουργούν την επιχείρησή τους), το ύψος του οποίου προσδιορίζεται από τη δημοτική αρχή με γνώμονα τα εισοδήματά τους και τις τοπικές συνθήκες. Από την άλλη, οι τράπεζες θα εκδίδουν ομόλογα ή υποσχετικές ίσης ονομαστικής αξίας που εγγυάται το κράτος, τις οποίες οι τράπεζες κρατούν στα βιβλία τους ως περιουσιακό στοιχείο και τις οποίες δεσμεύεται να αποπληρώσει η Bad Bank μακροπρόθεσμα από τα μελλοντικά της έσοδα.

Η προστασία της πρώτης κατοικίας και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι αναγκαία, καθώς επίσης και τα εναπομείναντα κεφάλαια των τραπεζών και η αποτροπή νέας ύφεσης στην αγορά ακινήτων. Αυτά θα έχουν ως πιθανό αποτέλεσμα την επιστροφή στην κανονικότητα της παροχής ρευστότητας στην οικονομία από το τραπεζικό σύστημα και την εξυγίανση των τραπεζών.


Παναγιώτης Μέκρας

Είναι γεννημένος το 1998 και φοιτητής του τμήματος Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Ενεργός επενδυτής από 18 χρονών, ασχολείται με την επικαιρότητα και την οικονομία σε καθημερινή βάση και τα κύρια ενδιαφέροντά του είναι τα χρηματοοικονομικά, οι επενδύσεις και οι νέες τεχνολογίες.