Του Τάσου Μοσχονά,

Η πολιτική ανάλυση συχνά αρέσκεται στα δίπολα. Δεξιά εναντίον αριστεράς, προοδευτισμός εναντίον συντηρητισμού. Όσον αφορά τις ΗΠΑ, αυτός ο δυϊσμός γιγαντώνεται, αφού ουσιαστικά δύο είναι τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα: το Δημοκρατικό και το Ρεπουμπλικανικό. Εύκολο είναι να χαρακτηρίσουμε πως το ένα κόμμα έχει μια προοδευτική και το άλλο μια πιο συντηρητική κατεύθυνση. Και δεδομένων μορφών όπως ο νυν Πρόεδρος Trump με τη ρητορική του, οι διαφορές γίνονται όλο και πιο διακριτές.

Τα πράγματα, όμως, ήταν πολύ διαφορετικά στο παρελθόν. Σε κάποιον θα φαινόταν παράλογο αν λέγαμε πως το κόμμα που εξέλεξε τον πρώτο Αφροαμερικανό Πρόεδρο Barack Obama κάποια στιγμή εκπροσωπούσε ανοιχτά ακραίες πολιτικές διακρίσεων και ρατσισμού και στήριζε την ακροδεξιά ναζιστική οργάνωση Kου-Κλουξ Κλαν. Εξίσου παράλογο θα ήταν αν λέγαμε πως το κόμμα που εκπροσωπούσε την κοινωνική αναμόρφωση και ριζική αλλαγή τον 19ο αιώνα ήταν το Ρεπουμπλικανικό.

Τα δύο κόμματα υιοθετούσαν πολύ διαφορετικές θέσεις στον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα. Πώς άλλαξαν, συνεπώς, τα δεδομένα και φτάσαμε στην τόσο διαφορετική πραγματικότητα του παρόντος; Κρισιμότατη στιγμή για τη μεταστροφή αυτήν αποτέλεσε η δεκαετία του ‘30, με την οικονομική κρίση του 1929 και τις δυσμενείς συνέπειές της να επηρεάζουν σημαντικά την αλλαγή πλεύσης. Αλλά για να κατανοήσουμε καλύτερα την ιδεολογική αντιστροφή της δεκαετίας αυτής, πρέπει να ξεκινήσουμε από παλαιότερα, από τον 19ο αιώνα και τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο.

Το κόμμα των Δημοκρατικών στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν το κόμμα της «μικρής κυβέρνησης», του “Manifest Destiny”, με την έννοια της φυλετικής κυριαρχίας των λευκών Αμερικανών έναντι των ιθαγενών στην ήπειρο. Το όραμα αυτό εκφράστηκε από πολλούς Προέδρους, όπως τον πρώτο Δημοκρατικό Πρόεδρο Andrew Johnson που ψήφισε ρατσιστικούς νόμους, όπως το Indian Removal Act το 1830. Η εκλογική βάση του κόμματος ήταν κυρίως συντηρητικοί λευκοί κάτοικοι του αμερικανικού νότου που επιθυμούσαν την παραμονή της δουλείας – λεγόμενη αλλιώς “solid south”.

Το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, αντίθετα, δημιουργήθηκε από την επιθυμία για αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό. Δημιουργοί του το 1852 ήταν το ρεύμα των Abolitionists του προηγούμενου κόμματος των Whigs, που επιθυμούσαν την κατάργηση της δουλείας. Η εκλογή του πρώτου τους Προέδρου, του Abraham Lincoln, το 1860, προκάλεσε τον Εμφύλιο Πόλεμο. Παρά τις μετριοπαθείς πολιτικές του θέσεις σε αντίθεση με άλλα μέλη του κόμματος, οι λευκοί κάτοικοι των νότιων πολιτειών δε διαπραγματεύονταν την κατάργηση της δουλείας. Οι πολιτείες αυτές επαναστατούν και αποσχίζονται το 1861, δημιουργώντας τις «Συνομόσπονδες Πολιτείες της Αμερικής».

1st October 1862: President Abraham Lincoln visiting soldiers encamped at the Civil War battlefield of Antietam in Maryland. It was one of the bloodiest in the whole American Civil War. (Photo by Rischgitz/Getty Images)

Ο πόλεμος τελειώνει το 1865, με τη Συνομοσπονδία να χάνει και κατ’ επέκταση το ηττηθέν Δημοκρατικό Κόμμα να διχάζεται σε βορρά και νότο, αφού σιωπηρά στήριζε τις πολιτικές της Συνομοσπονδίας. O Lincoln καταργεί τη δουλεία το 1865 καθολικά και εγκαινιάζει μια περίοδο κυριαρχίας για τους «νικητές» Ρεπουμπλικανούς, η οποία κρατάει για σχεδόν 72 χρόνια.

Οι Ρεπουμπλικανοί, ως φορείς ενός εκσυγχρονισμού, από τα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού ασκούν πολιτικές μοντερνισμού της υποδομής και της οικονομίας. Χτίζουν πολλούς σιδηρόδρομους και ανά τα χρόνια μειώνουν τον ισχυρό κρατικό παρεμβατισμό τον οποίο υποστήριζαν στο παρελθόν, αποτελώντας το κόμμα μιας νέας τάξης, των μεγάλων επιχειρηματιών του Βορρά. Προστατεύουν τις επιχειρήσεις σθεναρά, δημιουργώντας μια τάξη πάμπλουτων επιχειρηματιών που έλεγχαν σχεδόν κάθε τομέα της οικονομίας.

Στο πεδίο των Δημοκρατικών, ένα νέο κίνημα γεννιέται˙ αυτό του «προοδευτισμού», που εκφράζει ο Πρόεδρος Woodrow Wilson. Παρόλο που ιδεολογικά παραμένει κοινωνικά συντηρητικός, διατηρώντας την αυστηρή πολιτική διαχωρισμού των φυλών, ψηφίζοντας την ποτοαπαγόρευση το 1920, θεμελιώνει το δικαίωμα ψήφου για τις γυναίκες το 1918 και υποστηρίζει πως η κυβέρνηση θα έπρεπε να έχει μεγαλύτερο έλεγχο στις μεγάλες επιχειρήσεις και ισχυρότερες παρεμβάσεις στην οικονομία.

Το μεγάλο «μπαμ» έρχεται ξαφνικά το 1929, με τη μεγάλη οικονομική κρίση, το Κραχ, να βρίσκει στην εξουσία τον Ρεπουμπλικανό Herbert Hoover. Ο Hoover και ο προηγούμενος Ρεπουμπλικανός Πρόεδρος Calvin Coolidge τη δεκαετία του ‘20 συνέχισαν την πολιτική του small government, που πρέσβευε πλέον το κόμμα. Όμως, οι συνέπειες της κρίσης ήταν ολέθριες. Το 25% των Αμερικανών χάνει τη δουλειά του. Πείνα και φτώχεια εξαπλώνεται σε ολόκληρη τη χώρα.

Το 1933 εκλέγεται Πρόεδρος ο Δημοκρατικός Franklin D. Roosevelt και φέρνει στο τραπέζι μια πρωτοφανή πολιτική ατζέντα για τους Δημοκρατικούς με το πρόγραμμα “New Deal”, αποσκοπώντας στην εφαρμογή αρχών του προοδευτισμού μέσω της αύξησης του κρατικού παρεμβατισμού και στη διάσωση της οικονομίας. Το πακέτο κυβερνητικής παροχής του “New Deal” ήταν το μεγαλύτερο στην ιστορία και προωθούσε κοινωνικά προγράμματα όπως το Social Security, ενώ ιδρύθηκε η FDIC, εταιρεία με σκοπό την εγγύηση της ασφάλειας των καταθέσεων. Ο προοδευτισμός αυτός, όμως, δε σταμάτησε στην οικονομία.

Το Δημοκρατικό Κόμμα, διχασμένο ανάμεσα σε έναν φιλελεύθερο βορρά και σε έναν συντηρητικό, ρατσιστικό νότο, άλλαξε ριζικά κατεύθυνση στην προεδρία Roosevelt λόγω καινούργιων πολιτικών, όπως της προωθημένης από την Πρώτη Κυρία Eleanor Roosevelt νομοθεσίας για την καταπολέμηση των δολοφονιών Αφροαμερικανών και του λιντσαρίσματός τους, που εν τέλει δεν πέρασε. Παράλληλα, δημιουργείται η FA Employment Practic Committee, που καταπολεμά τις διακρίσεις εναντίον των Αφροαμερικανών στις ένοπλες δυνάμεις. Τέλος, καταργείται η ποτοαπαγόρευση. Κάποιες από αυτές τις πρωτοβουλίες αποτέλεσαν ένα δειλό αλλά αρχικό θεμέλιο για τις μελλοντικές εξελίξεις στον τομέα των δικαιωμάτων των μειονοτήτων που συνεχίστηκαν από τον Πρόεδρο Truman το 1948 και κορυφώθηκαν τη δεκαετία του ‘60 με το Civil Rights Movement.

Οι αλλαγές στην πολιτική κατεύθυνση με την υιοθέτηση μιας νέας πολιτικής κυβερνητικού παρεμβατισμού άλλαξαν, όπως είναι προφανές, και τον εκλογικό χάρτη τη δεκαετία του ‘30. Αφροαμερικανοί ψηφοφόροι στον βορρά, που στηρίζουν παραδοσιακά τους Ρεπουμπλικανούς, ξεκινούν δειλά να ψηφίζουν τους Δημοκρατικούς βλέποντας πως οι πολιτικές τους συμπορεύονται με τα συμφέροντά τους. Καμπάνιες απευθύνονται άμεσα σε αυτούς, καλώντας τους να «γυρίσουν ανάποδα στον τοίχο το πορτρέτο του Lincoln», ώστε να μη δει πως άλλαξαν κόμμα. Η νέα εξέλιξη, βέβαια, φέρνει το κόμμα σε άβολη θέση, καθώς υποστηρικτές του στον νότο αντιτίθενται στην ψήφο των Αφροαμερικανών και ουσιαστικά καταπατούν κατ’ εξακολούθηση το δικαίωμα ψήφου τους. Πέραν των Αφροαμερικανών, τα εργατικά συνδικάτα, οι εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες, όπως η Εβραϊκή και η Λατινοαμερικανική κοινότητα τάσσονται με τον Roosevelt και παραμένουν έκτοτε, παραδοσιακά, στο Δημοκρατικό Κόμμα μέχρι και σήμερα. Το κυρίαρχο στοιχείο, όμως, την περίοδο εκείνη ήταν ένα νέο ασυνήθιστο και πολυσυλλεκτικό κράμα ψηφοφόρων και ένα κόμμα που παρόλο που ήταν στην εξουσία, βρισκόταν σε ιδεολογικό διχασμό.

Στο πεδίο των Ρεπουμπλικανών, οι αλλαγές δεν έχουν να κάνουν τόσο με τον ιδεολογικό χαρακτήρα, καθώς για τα επόμενα σαράντα χρόνια μέχρι την Προεδρία του Nixon το 1968, συνεχίζουν να στηρίζουν κυρίως ως αντιπολίτευση ακόμα περισσότερο τις επιχειρήσεις και τη μικρότερη δυνατή επέμβαση του κράτους στην οικονομία. Η μεταβολή γίνεται κυρίως δημογραφικά, καθώς στο κόμμα συρρέουν απογοητευμένοι λευκοί Δημοκρατικοί ψηφοφόροι του Νότου (Solid South), που δε βλέπουν με καλό μάτι τη «νέα προοδευτικότητα» των Δημοκρατικών. Αυτή η ομάδα που υποστηρίζει τον φυλετικό διαχωρισμό, θα αποτελέσει τον πυρήνα των Ρεπουμπλικανών τα επόμενα χρόνια και θα εκκινήσει στο κόμμα ένα νέο ρεύμα κοινωνικού συντηρητισμού, που δεν υπήρχε παλαιότερα, με έναυσμα και βασικές αρχές την επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες, τη στενή σχέση με τη χριστιανική θρησκεία και ένα φανερό αντικομμουνιστικό συναίσθημα που εκφράζεται μελλοντικά στην Προεδρία του πρώην στρατηγού και ήρωα πολέμου Dwight Eisenhower (1952-1960), αλλά κορυφώνεται πολύ αργότερα στην Προεδρία του Ronald Reagan (1981-1989).

Οι αλλαγές που έλαβαν χώρα τη δεκαετία του ‘30 μας δείχνουν πως η ιδεολογική αντιστροφή της δεκαετίας αυτής στην Αμερική δεν είναι τόσο κομματικό ζήτημα, αλλά ζήτημα μιας χώρας διαφορετικών ταχυτήτων. Τα δύο κόμματα προσαρμόστηκαν ιστορικά σε αυτές τις «ταχύτητες», για τον λόγο αυτόν και μετέβαλαν τη θέση τους στον πολιτικό άξονα μετά την κρίση του 1929. Η δεκαετία του ‘30 αποτέλεσε απλώς τη χρονική στιγμή στην οποία έλαβε χώρα η ιδεολογική αντιστροφή με αφορμή την οικονομική κρίση. Διαφορές ενός προοδευτικού, επιχειρηματικού βορρά και ενός φτωχότερου, αγροτικού νότου μέσα σε μια ομοσπονδία πολιτειών με παρόμοια συστήματα αλλά μεγάλες εισοδηματικές και ταξικές διαφορές φαίνεται να είναι η πραγματική πηγή της ιδεολογικής μεταβολής μετά από την κρίση, καθώς και προηγούμενων γεγονότων όπως ο Εμφύλιος Πόλεμος.

Όσο, όμως, οι διαφορές αυτές «γεννήθηκαν» κατά την πορεία τον δύο αιώνων, πόλωσαν τις αρχικές ιδεολογίες των κομμάτων και τις οδήγησαν στην αντίθετη κατεύθυνση. Πλέον στο παρόν θεωρούνται αμετάβλητες και παγιωμένες σε τέτοιο βαθμό, που η κομματική συνεργασία σε νομοθετικό επίπεδο λαμβάνει χώρα όλο και σπανιότερα, κάνοντάς μας να απορούμε πώς ένα κόμμα όπως το Δημοκρατικό που στις αρχές του βασίστηκε στον εκτοπισμό των ιθαγενών Ινδιάνων θεωρείται σήμερα ως πιο φιλικά προσκείμενο στη μετανάστευση, ενώ ένα κόμμα τόσο ρηξικέλευθο στον 19ο αιώνα, όπως το Ρεπουμπλικανικό, υποστηρίζει τη συντήρηση των κατά τους εκπροσώπους του «πατροπαράδοτων παραδοσιακών αξιών» του παρελθόντος.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Τάσος Μοσχονάς

Γεννήθηκε το 1997 και έχει μεγαλώσει στην Αθήνα. Είναι προπτυχιακός φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για θέματα εξωτερικής πολιτικής και Διεθνούς Περιβαλλοντικού και Ποινικού Δικαίου. Παρακολουθεί ημερίδες και σχετικές με το αντικείμενό των σπουδών του ομιλίες, ενώ στον ελεύθερό του χρόνο ασχολείται με το πιάνο, τις τέχνες κάθε είδους και την ανάγνωση βιβλίων και περιοδικών ποικίλης ύλης.