Της Αριάδνης-Παναγιώτας Φατσή, 

Τα τελευταία χρόνια, πολύς λόγος γίνεται στη χώρα μας για την ιδιότητα του πρόσφυγα και για τα άτομα που δικαιούνται προσφυγικό άσυλο. Το διεθνές δίκαιο, πάντως, προβλέπει σαφώς τον ορισμό του πρόσφυγα. Όπως γνωρίζουμε, οι διεθνείς συμβάσεις αποτελούν πηγές του διεθνούς δικαίου. Βάσει αυτού, πρόσφυγες είναι οι αλλοδαποί που πληρούν τις προϋποθέσεις της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 περί του νομικού καθεστώτος των προσφύγων και του συναφούς πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης του 1967, στους οποίους έχει αναγνωριστεί η ιδιότητα του πρόσφυγα από τις αρμόδιες αρχές. Στο άρθρο 1 της Σύμβασης (όπως έχει τροποποιηθεί από το πρωτόκολλο του 1967), ως πρόσφυγας ορίζεται:

«Ένα άτομο, που λόγω βάσιμου φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου, δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας, ή που δεν έχει υπηκοότητα και είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του, ως αποτέλεσμα των γεγονότων αυτών, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή…».

Η Σύμβαση για τους πρόσφυγες στηρίζεται στο άρθρο 14 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948, το οποίο κατοχυρώνει τα δικαιώματα των προσφύγων να ζητούν άσυλο από δίωξη σε άλλες χώρες και να προστατεύονται από αυτές. Ένας πρόσφυγας σε ορισμένο κράτος μπορεί να απολαύει δικαιωμάτων και παροχών επιπλέον των προβλεπόμενων στη Σύμβαση. Η Σύμβαση, όμως, προβλέπει ένα minimum, το οποίο τα κράτη που υποδέχονται πρόσφυγες έχουν υποχρέωση να προστατεύουν.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι πρόσφυγες υποχρεούνται μόνο να τηρούν τη νομοθεσία των κρατών που έχουν προσχωρήσει στη Σύμβαση. Αυτά τα κράτη αναλαμβάνουν ένα σύνολο σχετικών υποχρεώσεων απέναντι στους πρόσφυγες. Πιο συγκεκριμένα, όπως επιβάλλει η Σύμβαση του 1951, οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζονται οι πολίτες των κρατών που συμμετέχουν στη Σύμβαση της Γενεύης ως προς τη θρησκευτική ελευθερία και ελευθερία λατρείας (άρθρο 4), τον σεβασμό και την προστασία της πνευματικής και της βιομηχανικής ιδιοκτησίας (άρθρο 14), τη συμμετοχή στη διανομή αγαθών πρώτης ανάγκης (άρθρο 20), τη βασική υποχρεωτική εκπαίδευση (άρθρο 22), τη δημόσια βοήθεια (άρθρο 23), τις προβλέψεις της εργατικής νομοθεσίας και της κοινωνικής ασφάλισης (άρθρο 24).

Επίσης, οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται τουλάχιστον ισότιμα με τους λοιπούς αλλοδαπούς που διαμένουν στα κράτη που συμμετέχουν στη Σύμβαση ως προς την προστασία της κινητής και ακίνητης περιουσίας (άρθρο 13), το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι σε εργατικές ή άλλες ενώσεις προσώπων (άρθρο 15), την εξαρτημένη εργασία (άρθρο 17), την αυτοαπασχόληση (άρθρο 18), την άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος (άρθρο 19), τη στέγαση (άρθρο 21), την ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση (άρθρο 22), το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης και ελεύθερης επιλογής του τόπου διαμονής εντός της επικράτειας του κράτους (άρθρο 26).Η Ελλάδα προχώρησε στην κύρωση της Σύμβαση της Γενεύης με το Ν.Δ. 3989/1959 και το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης κατά τη διάρκεια της επταετίας, με τον αναγκαστικό νόμο 389/1968. Συνολικά, η σημασία της Σύμβασης του 1951, κοιτάζοντας πίσω, είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Πρόκειται για την πρώτη ουσιαστικά διεθνή συμφωνία που κάλυπτε αρκετές από τις πλευρές της ζωής των προσφύγων και έδινε μια απάντηση στο ήδη υπάρχον πρόβλημα των αναγκαστικά μετακινούμενων πληθυσμών, υποχρεώνοντας τα κράτη υποδοχής να προσφέρουν βασική προστασία στα άτομα αυτά.

Σε εποχές όπως η σημερινή, με την παγκόσμια κοινότητα να αντιμετωπίζει κατά καιρούς έντονες προσφυγικές κρίσεις, είναι σημαντικό να έχουμε γνώση των βασικών νομοθετικών κειμένων και συμβάσεων που διέπουν την ιδιότητα του πρόσφυγα και την υποχρεωτική προστασία τους από την πλευρά των κρατών. Τέλος, αξίζει να προβληματιστούμε για τα ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει ένα κράτος όπως η Ελλάδα, το οποίο έχει κομβική γεωπολιτική θέση σε αυτού του είδους τις κρίσεις. Μια σύμφωνη με την ΕΣΔΑ αντιμετώπιση, που να προστατεύει όσο το δυνατόν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να παρέχει γρήγορες και ασφαλείς διαδικασίες για τη χορήγηση ασύλου κρίνεται αναμφίβολα απαραίτητη για τα επόμενα χρόνια.


Πηγές


Αριάδνη Παναγιώτα Φατσή

Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Είναι προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Νομικής στο ΕΚΠΑ. Αναπτύσσει ιδιαίτερη δράση σε φοιτητικούς οργανισμούς και εκδηλώσεις, βρίσκεται στο διοικητικό συμβούλιο της Unique Minds και έχει συμμετάσχει σε πολλά συνέδρια και ημερίδες. Την ενδιαφέρει η συγγραφή νομικών και λογοτεχνικών άρθρων, τάσεις τις οποίες ικανοποιεί η συμμετοχή της στο OffLine Post. Γνωρίζει Αγγλικά και Γερμανικά.