Του Πέτρου-Ορέστη Κατσούλα, 

Στη μέριμνα για την προαγωγή και τη βελτίωση της υγείας των πολιτών εντάσσεται σαφώς και η οργάνωση και λειτουργία των κρατικών νοσοκομειακών υπηρεσιών κατά τον πλέον ορθολογικό τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η κατά το δυνατόν αρτιότερη  παροχή υπηρεσιών υγείας. Η ευθύνη του κράτους συνίσταται συγκεκριμένα, στη λήψη ειδικών θετικών μέτρων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ειδική μέριμνα για την εξασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας. Η κρατική δραστηριότητα στον τομέα της οργάνωσης και παροχής υπηρεσιών δημόσιας υγείας ρυθμίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, η εξειδίκευση των οποίων ανατίθεται στο δικαστή, ο οποίος βεβαίως ακολουθεί τα πορίσματα της ιατρικής επιστήμης, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον ο νομοθέτης αλλά και οι διοικητικές αρχές εκπληρώνουν τη συνταγματική αποστολή του άρθρου 21 παράγραφος 3 του Συντάγματος.

Η πλημμελής εκπλήρωση καθηκόντων του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού είναι ικανή να θεμελιώσει αστική ευθύνη του δημοσίου με βάση το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Συνήθως, ενέργειες που μπορούν να θεμελιώσουν μία τέτοια ευθύνη είναι, μεταξύ άλλων, η πλημμελής εκτέλεση ιατρικής πράξης, η εσφαλμένη διάγνωση της ασθένειας, η μη προσήκουσα επιλογή της προσήκουσας θεραπευτικής μεθόδου, αλλά και η παράλειψη ενημέρωσης του ασθενούς. Όπως μάλιστα έχει παγίως νομολογηθεί, ενώ για την ατομική ευθύνη του ιατρού εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ και συνεπώς η υπαιτιότητα είναι αναγκαία, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ευθύνη, η ευθύνη του Δημοσίου είναι αντικειμενική.

Για τη στοιχειοθέτηση του παράνομου είναι κρίσιμη όχι μόνο η stricto sensu θεραπεία του ασθενούς, αλλά και η συνολικότερη οργάνωση των υπηρεσιών της δημόσιας υγείας, περικλείοντας τη σφαιρικότερη δραστηριότητα των θεράποντων ιατρών, αλλά και του νοσηλευτικού προσωπικού. Έτσι, έχει κριθεί ότι η υποχρέωση εφημερίας αποτελεί θεμελιώδη πτυχή άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος, με αποτέλεσμα η απουσία του ιατρού από προγραμματισμένη εφημερία, με αποτέλεσμα την παράλειψη εξέτασης περιστατικού που τελικά οδήγησε στο θάνατο ή τη μη σωστή διάγνωση της νόσου να δημιουργεί τόσο την ευθύνη του ιατρού όσο και του δημοσίου νοσηλευτικού ιδρύματος[1]. Για την κατάφαση του παράνομου, η νομολογία μπορεί να ανατρέξει τόσο σε διεθνείς συμβάσεις σχετικές με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και τη βιοϊατρική, όσο και στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (ν. 3418/2005).Ι. Η απόφαση ΣτΕ 252/2020 ως μία διασταλτική ερμηνεία του παράνομου της διοικητικής δράσης στη βάση ανθρωποκεντρικών αναφορών

Σε πρόσφατη απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέδωσε απόφαση σχετική με την αστικη ευθύνη Δημοσίου, προκύπτουσα από μη συναίνεση του ασθενούς, πριν από τη διενέργεια ιατρικών πράξεων. Με την απόφαση αυτή, δημιουργείται για πρώτη φορά νομολογία αναφορικά με τη συναίνεση του ασθενούς και την πλήρη ενημέρωσή του σε ζητήματα θεραπείας, με το ΣτΕ να θεμελιώνει για πρώτη φορά το παράνομο στην υπερνομοθετικής ισχύος Διεθνή Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωµάτων και της αξιοπρέπειας του ατόμου σε σχέση με τις εφαρμογές της βιολογίας και της ιατρικής, κυρωθείσα με το ν.2619/1988, γνωστότερη και ως Σύμβαση του Οβιέδο. Συγκεκριμένα, τα ερωτήματα που τέθηκαν αφορούσαν την παράλειψη σχετικής ενημέρωσης του ασθενούς για τα πλεονεκτήματα, μειονεκτήματα, αλλά και τους κινδύνους επιπλοκών των προτεινόμενων θεραπευτικών μεθόδων.

Όπως υπογραμμίστηκε σχετικώς, η συναίνεση του ασθενούς είναι έγκυρη και ισχυρή μόνο εφόσον έχει προηγηθεί πλήρης ενημέρωση αυτού από τον θεράποντα ιατρό για την κατάσταση της υγείας του και την ενδεδειγμένη θεραπευτική αγωγή. Ο ιατρός υποχρεούται να ενημερώνει τον ασθενή για το είδος, την εξέλιξη και τη σοβαρότητα της ασθένειας, καθώς και τις μεθόδους αντιμετώπισης και θεραπείας της, κατά τρόπο εξατομικευμένο, με βάση τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες βρίσκεται ο συγκεκριμένος ασθενής (ιατρικό ιστορικό κ.λπ.), ενώ δεν αρκούν γενικές αναφορές στην ασθένεια, στην πρόγνωση ή στη θεραπεία της. Ειδικότερα, ο ιατρός υποχρεούται να πληροφορεί τον ασθενή για τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών, τις παρενέργειες, το επώδυνο ή μη και τις πιθανότητες αποτυχίας της προτεινόμενης θεραπευτικής μεθόδου. Επίσης, υφίσταται υποχρέωσή του να ενημερώνει για την ύπαρξη άλλων θεραπευτικών μεθόδων, καθώς και για τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα αυτών σε σχέση με την προτεινόμενη θεραπευτική μέθοδο, μεταξύ άλλων και ως προς τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών (βλ. ΣτΕ 717/2018, πρβ. ΑΠ 424/2012, 687/2013[2]).

Στην απόφαση αυτή, διαφαίνεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της παρανομίας δεν απαιτείται αναγκαστικά η διενέργεια σφάλματος ή πλημμελούς, εν στενή εννοία, συμπεριφοράς. Το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο θεώρησε ότι αν η ενημέρωση του ασθενούς δεν είναι πλήρης, δεν παρέχεται σε αυτόν η δυνατότητα να διαμορφώσει ελευθέρως τη βούλησή του και να συναινέσει εγκύρως στην εφαρμογή συγκεκριμένης θεραπευτικής μεθόδου, σταθμίζοντας, μεταξύ άλλων και τους κινδύνους από τις επιπλοκές που συνδέονται με τις διαφορετικές μεθόδους θεραπείας. Υπό την έννοια αυτή, όπως υπογράμμισε ο διοικητικός δικαστής, η έλλειψη έγκυρης συναίνεσης καθιστά παράνομη αυτή καθεαυτήν την επιλογή της συγκεκριμένης θεραπευτικής μεθόδου εκ μέρους του ιατρού. Αν οι επιπλοκές της παρανόμως επιλεγείσας θεραπευτικής μεθόδου, οι οποίες δε θα εμφανίζονταν αν είχε επιλεγεί άλλη μέθοδος θεραπείας, επιφέρουν βλάβη της υγείας ή τον θάνατο του ασθενούς, δηλαδή αν οι επιπλοκές αυτές συνδέονται αιτιωδώς με την πιο πάνω βλάβη ή τον θάνατο, στοιχειοθετείται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 του ΕισΝΑΚ και 932 του ΑΚ. Όπως μάλιστα υπογραμμίσθηκε στην απόφαση, η ευθύνη γεννάται ακόμη κι αν ο ιατρός κατά την εφαρμογή της αυθαιρέτως και άρα, παρανόμως επιλεγείσας θεραπείας διενήργησε τις επιμέρους ιατρικές πράξεις που προβλέπονται σε αυτή σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου, τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες και τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης (πρβ. ΑΠ 687/2013).ΙΙ. Η σημασία της απόφασης και η ανάγκη επίτευξης ενός συμβιβασμού με την επιστημονική ευχέρεια δράσης

Η απόφαση αυτή συνιστά σαφώς επιβεβαίωση μίας ανθρωποκεντρικής ερμηνείας στην οργάνωση των υπηρεσιών υγείας, αντιμετωπίζοντας το υποκείμενο που χρήζει θεραπείας ως ένα αυτόβουλο και με δυνατότητα αυτοδιάθεσης όν. Σε καμία όμως, περίπτωση δε θα μπορούσε να δρομολογήσει την αναγνώριση δικαιώματος επέμβασης του ασθενούς στην επιλογή των ενδεδειγμένων ιατρικών χειρισμών[3]. Επιπλέον, ο βαθμός επικινδυνότητας της θεραπείας, ενώ συναυξάνει την επιμέλεια που πρέπει να επιδείξει το νοσηλευτικό προσωπικό, δεν μπορεί αντιθέτως να οδηγήσει στην επιλογή μίας λιγότερο επικίνδυνης αλλά και λιγότερο αποτελεσματικής θεραπευτικής μεθόδου, διότι κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν την προστασία της δημόσιας υγείας, αλλά και της ανθρώπινης ζωής και θα οδηγούσε στην εμπέδωση μίας κουλτούρας αμυντικής ιατρικής.

Είναι φανερό ότι η προστασία της δημόσιας υγείας συνυφαίνεται με τους κανόνες της επαγγελματικής δεοντολογίας και το δίκαιο, επιδιώκοντας την πληρέστερη, ασφαλέστερη και επιστημονικά αρτιότερη παροχή υπηρεσιών δημόσιας υγείας, σεβόμενο όμως πάντα ηθικοδικαϊκές απαιτήσεις[4]. Έτσι, αν και αναγνωρίζεται ένα αρκετά ευρύ περιθώριο επιστημονικής ευχέρειας στο ιατρικό προσωπικό ως προς τη λήψη αποφάσεων, το οποίο καταρχήν νομιμοποιείται να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες, ανταποκρινόμενο στις ιδιαιτερότητες κάθε υπόθεσης, ο σεβασμός στην αξία του ανθρώπου αποτελεί πάντοτε τη βασική κατευθυντήρια γραμμή  της ιατρικής δραστηριότητας.

Με την έννοια αυτή, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιβεβαίωσε την κρίση του Διοικητικού Εφετείου αναγνωρίζοντας ότι με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία έκρινε το Διοικητικό Εφετείο ότι ο ιατρός κατά παράβαση νόμιμης υποχρέωσής του, παρέλειψε να ενημερώσει τον ασθενή ως προς τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της θεραπευτικής μεθόδου που εφαρμόστηκε τελικώς σε σχέση με άλλες θεραπευτικές μεθόδους που υφίστανται για την ίδια ασθένεια, ώστε ο τελευταίος να παράσχει την έγκυρη συναίνεσή του για την επιλογή της και ότι η παράνομη αυτή παράλειψη συνδεόταν αιτιωδώς με τον θάνατο του ανωτέρω, που επήλθε λόγω επιπλοκών της παρανόμως επιλεγείσας θεραπευτικής μεθόδου.


Παραπομπές

[1] ΣτΕ 2539/2008.

[2] Βλ και ΣτΕ 717/2018,  ΑΠ 424/2012, 687/2013.

[3] Όπως άλλωστε έχει κριθεί σχετικά. Βλ. ΣτΕ 330/2009.

[4] Έτσι ΣτΕ 2818/2005, όπου κρίθηκε ότι εξουθενωτική απομόνωση που υπέστη το ανήλικο παιδί που προσεβλήθη λόγω μετάγγισης αίμαστος από τον ιο HIV, και οι κοινωνικός αποκλεισμός που υπέστη από τον κοινωνικό του περίγυρο στοιχειοθέτησαν την ευθύνη των αρχών.


Πηγές
  • Χ. Χρυσανθάκης, Η αστική ευθύνη του δημόσιου νοσοκομείου, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2010
  • Φ. Σπυρόπουλος/Ξ. Κοντιάδης/Χ. Ανθόπουλος/Γ. Γεραπετρίτης, Σύνταγμα Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2017
  • Κ. Φουντουλεδάκη, Αστική Ιατρική Ευθύνη, Αθήνα, Σάκκουλας, 2003
  • Κ. Φράγκος, Ιατρική Ευθύνη, Αθήνα, Σάκκουλας, 2018

Πέτρος-Ορέστης Κατσούλας

Είναι υποψήφιος διδάκτωρ συγκριτικού, δημοσίου και ευρωπαϊκού δικαίου (Πανεπιστήμιο Paris II Panthéon-Assas). Πτυχιούχος της Νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στο Δημόσιο Δίκαιο του Πανεπιστημίου Paris II Panthéon-Assas, με ισχυρή βάση στο ευρωπαϊκό δίκαιο, το δημόσιο δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φέρει δικηγορική εμπειρία σε αντικείμενα δημοσίου δικαίου αλλά και πολιτικής και διοικητικής δικονομίας, από άσκηση στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους. Κατά το παρελθόν είχε ενεργή συμμετοχή στην ELSA ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, συμμετοχή σε προσομοιώσεις οργανισμών και πρακτική άσκηση στο Υπουργείο Εξωτερικών.