0.7 C
Athens
Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου, 2022
ΑρχικήΠολιτικήΓνώμηΗ τηλεκπαίδευση και οι μετασχηματιζόμενες ανισότητες

Η τηλεκπαίδευση και οι μετασχηματιζόμενες ανισότητες


Του Κωνσταντίνου – Ειρηναίου Σταμούλη,

Ένας περίπου μήνας έχει περάσει από τότε που η ανθρωπότητα αναγκάστηκε να προσαρμόσει την καθημερινότητά της στα μέτρα της πιο επικίνδυνης υγειονομικής απειλής του αιώνα μας. Η προσαρμογή στα δεδομένα αυτά ήταν ιδιαίτερα δύσκολη για τη χώρα μας, καθώς από τη μια μέρα στην άλλη οφείλαμε να περιοριστούμε σε κατ΄οίκον διαμονή στο πλαίσιο της υποδειγματικής κοινωνικής συμπεριφοράς σε μια συγκυρία που ήταν πιο αναγκαίο από ποτέ αυτή να υιοθετηθεί από το σύνολο των πολιτών. Η νέα αυτή πραγματικότητα όμως, μας ανάγκασε να αναζητήσουμε και νέες λύσεις που θα εξασφάλιζαν την λειτουργικότητα των κοινωνικών δομών, των θεμέλιων αυτών λίθων που στηρίζουν μεταξύ άλλων, την οικονομία και το εμπόριο, την περίθαλψη και την εκπαίδευση. Με την εκπαίδευση θα ασχοληθούμε εμείς σήμερα και πιο συγκεκριμένα, με τις νέες μεθόδους διδασκαλίας που εισήχθησαν στις σχολικές μονάδες καθώς και με το ενδεχόμενο διατήρησής τους και μετά το πέρας της πανδημίας. 

Προς τιμήν του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, η απάντηση στις δυσκολίες παρακολούθησης των μαθημάτων που έφερε αναγκαστικά μαζί της η πανδημία, ήρθε άμεσα και αυτή δεν ήταν άλλη, από την τηλεκπαίδευση. Η ανάγκη ύπαρξής της ήταν μεγάλη αν μάλιστα, αναλογιστούμε την επικρατούσα κατάσταση στη Λυκειακή βαθμίδα και ειδικότερα στην 3η κατά σειρά τάξη της, οι μαθητές της οποίας βρίσκονται ενώπιον μίας κρίσιμης καμπής για τη μετέπειτα ακαδημαϊκή και επαγγελματική τους εξέλιξη.

Στο σημείο αυτό οι ανισότητες της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης μετασχηματίζονται και μεταφέρονται με μεγάλη συνέπεια και στη νέα αυτή μέθοδο. Αναλυτικότερα, αρκετά από τα ιδιωτικά σχολεία της Αθήνας, από την πρώτη κιόλας εβδομάδα του περιορισμού στο σπίτι αποδείχθηκαν πανέτοιμα να συνεχίσουν το εκπαιδευτικό τους λειτούργημα αξιοποιώντας υποδειγματικά τα οφέλη του διαδικτύου. Την ίδια στιγμή τα δημόσια σχολεία απροετοίμαστα μπροστά στα νέα δεδομένα, προσπαθούσαν να αναρτήσουν εκπαιδευτικό υλικό διδαγμένης ύλης, για να εξασφαλιστεί τουλάχιστον η εξάσκηση των μαθητών. Σε βάθος ενός μήνα τα ιδιωτικά σχολεία έχουν επιτύχει να εντάξουν πλήρως την τηλεκπαίδευση ως βασικό εργαλείο στο εκπαιδευτικό τους πρόγραμμα, εμβαθύνοντας στις ιδιαιτερότητες του  και αναπτύσσοντάς το μάλιστα, προκειμένου να ανταποκρίνεται σε μεγαλύτερο πλήθος μαθησιακών αναγκών και να καλύπτει ένα ευρύτερο φάσμα της διαδραστικής και λειτουργικής μάθησης στα πρότυπα προηγμένων εκπαιδευτικών συστημάτων των Σκανδιναβικών χωρών. Συγχρόνως, αρκετά από τα δημόσια σχολεία κατάφεραν να εντάξουν αργά ή γρήγορα την τηλεκπαίδευση ως διδακτική μέθοδο ξεπερνώντας βασικές δυσλειτουργίες υλικοτεχνικής φύσης και οικονομικού υπόβαθρου. Πολλά όμως, σχολεία εντός Αθήνας αλλά και πολύ περισσότερο στην επαρχία, είτε καθυστέρησαν σημαντικά την προσαρμογή τους στη διαδραστική διδασκαλία είτε δεν κατάφεραν καν να την αφομοιώσουν στο εκπαιδευτικό τους σώμα. 

Το αποτέλεσμα είναι ευκρινές. Μαθητές λίγα βήματα πριν από τις Πανελλαδικές εξετάσεις βρέθηκαν αιφνιδίως αντιμέτωποι με το ορατό ενδεχόμενο μη ολοκλήρωσης της ύλης τους, πριν το υπουργείο παιδείας προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για τη μείωσή της, τη στιγμή που οι συμμαθητές τους οι οποίοι είχαν την τύχη και την οικονομική δυνατότητα πρόσβασης στην ιδιωτική εκπαίδευση, βαίνουν ομαλά προς την ολοκλήρωση του προβλεπόμενου διδακτέου εκπαιδευτικού υλικού, γονείς βυθισμένοι στην αβεβαιότητα και χιλιάδες όνειρα που είτε θα κατακτηθούν με μεγαλύτερη δυσκολία, είτε θα μετατεθούν για την επόμενη χρονιά με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε ψυχολογικό και οικονομικό επίπεδο, είτε δε θα πραγματοποιηθούν ποτέ αρκούμενα στη συγκαταβατικότητα που πηγάζει από τις δυσκολίες των εκπαιδευτικών και κοινωνικών συγκυριών. 

Ποιος ευθύνεται όμως για την κατάσταση που διαμορφώνεται; Η ιδιωτική πρωτοβουλία η οποία πασχίζει, ώστε να αποδώσει καρπούς η «επένδυση» όσων γονέων είχαν αυτή τη δυνατότητα και την προτίμησαν, στην εκπαίδευση των παιδιών τους; Ή μήπως ευθύνεται το ίδιο το κράτος; Το κράτος το οποίο εδώ και πολλά χρόνια, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, έχει επιτρέψει την παράλυση του δημοσίου σχολείου, την υποβάθμιση της παρεχόμενης εκπαίδευσης από αυτό και κατ΄επέκταση, τη διαιώνιση των ανισοτήτων σε πλαίσιο σχολικών βαθμίδων. Παρόλα αυτά και πάλι στο τέλος του δρόμου, προβάδισμα για την κοπή της κορδέλας του τερματισμού θα έχουν όσοι μαθητές συνδύασαν την προσωπική τους προσπάθεια με όλα τα απαραίτητα εργαλεία και βοηθήματα έχοντας παράλληλα καλύψει την ύλη εντός των απαραίτητων χρονικών περιθωρίων που θα επιτρέψουν και την αφομοίωσή της από εκείνους. Σε παλαιότερό μου άρθρο, αναφέρθηκα στη συμπόρευση ιδιωτικής πρωτοβουλίας και κρατικής μέριμνας. Βασική όμως, προϋπόθεση που θα επιτρέψει τη συμπόρευση αυτή είναι και τα δύο μέλη να μπορούν να στηριχθούν γερά στα πόδια τους. 

Βρισκόμαστε σε μία χώρα που οι μεν υποστηρικτές της ιδιωτικής πρωτοβουλίας θα την υπερασπιστούν προβάλλοντας την ποιότητα υπηρεσιών και τη συνέπεια που αυτή προσφέρει και οι δε, υποστηρικτές του κράτους θα προβάλλουν την πεποίθηση του δημοσίου χαρακτήρα που τα αγαθά, όπως η υγεία και η εκπαίδευση οφείλουν να έχουν. Οι δεύτεροι όμως παραλείπουν να αναφερθούν στην ευθύνη. Την ευθύνη του κράτους και των λειτουργών του για την οικοδόμηση ισχυρών δημοσίων συστημάτων που θα προσφέρουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες, που θα δύνανται να συμβαδίσουν με την ιδιωτική πρωτοβουλία, όχι προς θρέψη της άκαρπης αντιπαλότητας, αφού η εκπαίδευση δεν εντάσσεται στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της κερδοσκοπίας, αλλά στα αγαθά. Αγαθά στα οποία όλοι έχουν δικαίωμα όχι μόνο ως προς την πρόσβαση σε αυτά, αλλά και ως προς την υψηλή ποιότητα από την οποία πρέπει να χαρακτηρίζονται.

Το σύστημα της τηλεκπαίδευσης πράγματι μπορεί να αποδειχθεί ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο που θα βελτιώσει την εκπαιδευτική διαδικασία και θα της προσδώσει χαρακτηριστικά που θα την οδηγήσουν ομαλότερα σε μια πιο διαδραστική εκδοχή της. Είναι όμως υποχρέωση του ίδιου του κράτους και του καθενός και της καθεμίας ξεχωριστά να μεριμνήσουμε προκειμένου αυτή να εφαρμοστεί σε ένα ήδη δομημένο και λειτουργικό περιβάλλον και όχι εντός ενός πλαισίου ελλείψεων και δυσλειτουργιών. Ας μην αναλωνόμαστε σε κακοπροαίρετη και ιδεοληπτική κριτική προς κάθε τι μη κρατικό. Γιατί το νόημα δεν είναι απλά να υφίσταται η δημοσίου χαρακτήρα εκπαίδευση προς ικανοποίηση των ιδεολογικών καταβολών του καθενός αλλά αυτή να υπάρχει, να αναπτύσσεται, να εξελίσσεται και να καινοτομεί ώστε να μην αναγκάζονται όσοι γονείς που θέλουν απλά ένα ποιοτικότερο και πιο σύγχρονο σχολικό περιβάλλον, να στρέφονται σε λύσεις επί πληρωμή. Τίποτα δεν είναι σύμβολο του απόλυτου καλού ή του απόλυτου κακού, η ιδιωτική εκπαίδευση δεν πρέπει να κατακρίνεται μόνο και μόνο επειδή είναι ιδιωτική, αλλά από όσα προσφέρει στη κοινωνία, όπως και το δημόσιο σχολείο οφείλει να αναβαθμίσει την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης προκειμένου να φέρει εις πέρας και να διατηρήσει αναλλοίωτο τον υπαρξιακό του ρόλο. Η αξία και η απαξία του καθενός οφείλει να βρίσκεται πέρα από ιδεολογικές ρίζες και να προσεγγίζεται με κριτήρια προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο. Η αξία και η απαξία του καθενός, έγκειται στον τρόπο λειτουργίας του.


Κωνσταντίνος-Ειρηναίος Σταμούλης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 2000. Σπουδάζει Πολιτική Επιστήμη και Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Ασχολείται ενεργά με το αντικείμενο των σπουδών του, αρθρογραφώντας και συμμετέχοντας σε συνέδρια και εκδηλώσεις σχετικά με την Πολιτική, τη Διεθνή διπλωματία και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Κωνσταντίνος-Ειρηναίος Σταμούλης
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 2000. Σπουδάζει Πολιτική Επιστήμη και Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Ασχολείται ενεργά με το αντικείμενο των σπουδών του, αρθρογραφώντας και συμμετέχοντας σε συνέδρια και εκδηλώσεις σχετικά με την Πολιτική, τη Διεθνή διπλωματία και τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.