Της Κατερίνας Χομπίτη,

Οι εκλογές της δεκαετίας του 1980 αποδείχθηκαν καθοριστικής σημασίας για την αμερικανική πολιτική σκηνή. O Jimmy Carter, έπειτα από μια προκριματική αναμέτρηση με τον Ted Kennedy, έλαβε για δεύτερη φορά το χρίσμα του Δημοκρατικού κόμματος. Ωστόσο, η προεδρική του θητεία (20/1/1977-20/1/1981) είχε σημαδευτεί από γεγονότα που αποτέλεσαν τροχοπέδη στην υποψηφιότητά του στις εκλογές του 1980, όπως η Ιρανική κρίση ομηρίας του 1979-1980, η Σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν και η ενεργειακή κρίση του 1979. Η δημοτικότητα του 39ου προέδρου των ΗΠΑ είχε καταρρακωθεί, με αποτέλεσμα τη συντριπτική του ήττα από τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο Ronald Reagan με 49 έναντι 489 ψήφων, αντίστοιχα. Οι εκλογές αυτές είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Ρεπουμπλικανούς, καθώς για πρώτη φορά από το 1954 η Γερουσία περιήλθε υπό τον έλεγχο τους. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί, ότι ο Jimmy Carter ήταν ο μόνος Δημοκρατικός υποψήφιος για την προεδρία, o οποίος κατάφερε για τη χρονική περίοδο 1968-2008 να πάρει πάνω από το 50% της λαϊκής ψήφου, το 1976 με 50,1%.

Με την εκλογή του Ronald Reagan το Ρεπουμπλικανικό κόμμα θα κυριαρχήσει στην αμερικανική πολιτική σκηνή για ολόκληρη τη δεκαετία του 1980 έως και το 1993, όταν ο George Bush θα ηττηθεί από τον Bill Clinton. Η επιρροή του 40ού προέδρου των ΗΠΑ, Ronald Reagan, στη δεκαετία του ’80 υπήρξε αποφασιστική. O Reagan ήταν ο συντηρητικότερος Πρόεδρος των ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1920 και είχε βαθιά πίστη στην ανωτερότητα του συστήματος της ελεύθερης αγοράς έναντι του κομμουνισμού. Η οικονομική του πολιτική στόχευε στην «επαναρρύθμιση» της οικονομίας και συγκεκριμένα στη μείωση των φόρων, στις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες, στη μείωση του πληθωρισμού και των κονδυλίων στα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας. Με αυτόν τον τρόπο, θα ήταν δυνατή η ουσιαστική μείωση του κρατικού παρεμβατισμού. Ο Reagan πίστευε ότι η μείωση των φόρων θα αυξήσει τις επενδύσεις και τα εταιρικά κεφάλαια, και ως επακόλουθο θα ευνοηθούν τα κυβερνητικά έσοδα. Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της θητείας του θέσπισε τα βασικά στοιχεία του οικονομικού του προγράμματος, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης των φόρων κατά 25% σε διάστημα τριών ετών.

Στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 1984, ο Ronald Reagan έλαβε αβίαστα για δεύτερη φορά το χρίσμα από το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, ενώ στο Δημοκρατικό κόμμα επικρατούσε αβεβαιότητα. Ο Walter Mondale, ωστόσο, πρώην αντιπρόεδρος των ΗΠΑ κατά τη θητεία του Jimmy Carter (1977-1981) κατάφερε να λάβει το χρίσμα από το Δημοκρατικό κόμμα. Μέχρι το φθινόπωρο του 1984, η οικονομία είχε ανακάμψει σημαντικά, γεγονός που επέτρεψε στον Reagan να επικρατήσει του Δημοκρατικού του αντιπάλου και να αναδειχθεί για δεύτερη φορά πρόεδρος των ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα των εκλογών επικύρωσε τη «συντηρητική επανάσταση» του Reagan, καθώς ο ίδιος κέρδισε το 58% των ψήφων και όλες τις Πολιτείες εκτός της Μινεσότα, από την οποία προερχόταν ο αντίπαλος του. Ωστόσο, η Βουλή των Αντιπροσώπων παρέμεινε υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών πάρα τις απώλειες τους το 1984. Στις ενδιάμεσες εκλογές του 1986, οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν και τον έλεγχο της Γερουσίας.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι τη δεκαετία του 1980 οι ΗΠΑ εισήλθαν σε μία από τις μεγαλύτερες περιόδους σταθερής οικονομικής ανάπτυξης από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ΑΕΠ αυξήθηκε σημαντικά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας και από το 1982 έως το 1987 δημιουργήθηκαν πάνω από 13 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας. Επιπλέον, ο ετήσιος ρυθμός του πληθωρισμού παρέμεινε μεταξύ 3 με 5% από το 1983 έως το 1987, εκτός από το 1986 όταν έπεσε μόλις κάτω από το 2%, το χαμηλότερο επίπεδο για δεκαετίες. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της θητείας του Reagan, από τα 74 δισεκατομμύρια δολάρια το 1980, το έλλειμμα αυξήθηκε στα 221 δισεκατομμύρια δολάρια το 1986, πριν μειωθεί στα 150 δισεκατομμύρια δολάρια το 1987.

Αν και δε βρισκόταν στην εξουσία την περίοδο της κατάρρευσης της Σοβιετικής ένωσης, η συμβολή του Reagan σε αυτήν είναι μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα. Με την εκλογή του, επιδίωξε έναν ολοκληρωμένο εκσυγχρονισμό των πυρηνικών και συμβατικών δυνάμεων των ΗΠΑ και εισήγαγε την πρωτοβουλία στρατηγικής άμυνας «Star Wars», τη μεγαλύτερη πολεμική επιχείρηση που έγινε σε περίοδο ειρήνης στην αμερικανική ιστορία. Με τον διορισμό του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ως γενικού γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης τον Μάρτιο του 1985, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών έγιναν πιο διαλλακτικές. Τον Δεκέμβριο του 1987 υπέγραψαν τη συνθήκη για τις πυρηνικές δυνάμεις μεσαίας εμβέλειας, η οποία εξάλειψε μια ολόκληρη κατηγορία πυραύλων.

Η θητεία του Reagan, ωστόσο, σημαδεύτηκε από το σκάνδαλο Ιράν-Contras, με το οποίο αποδείχθηκε ότι οι ΗΠΑ πωλούσαν κρυφά όπλα στο Ιράν με αντάλλαγμα την απελευθέρωση Αμερικανών ομήρων. Με ένα μεγάλο ποσό από τα κέρδη αυτά χρηματοδοτούνταν οι αντικομμουνιστές αντάρτες Contras που πολεμούσαν το αριστερό καθεστώς στη Νικαράγουα. Με όλα αυτά στο προσκήνιο, οι εκστρατείες για τις εκλογές του 1988 χαρακτηρίστηκαν ως ένας ατέρμονος αγώνας. Το Δημοκρατικό κόμμα ανάμεσα σε πολλούς υποψήφιους και δυσκολίες επέλεξε για τη θέση τον Ελληνοαμερικανό Michael Stanley Dukakis. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, καθώς αναζητούσε κάποιον άξιο αντικαταστάτη του Ronald Reagan. Αν και ο Michael Stanley Dukakis είχε αρχικά το προβάδισμα, ο George H. W. Bush –κατέχοντας το χρίσμα από το Ρεπουμπλικανικό κόμμα- έπειτα από μια επιθετική εκστρατεία προσηλωμένη στα μειονεκτήματα του Δημοκρατικού του αντιπάλου, κατάφερε να προηγηθεί. Η κατακριτέα από πολλούς πολιτική του Bush αποδείχθηκε, ωστόσο, καρποφόρα. Στις 20 Ιανουαρίου 1989, ο George H. W. Bush, αντιπρόεδρος του Ronald Reagan, κέρδισε τον Δημοκρατικό του αντίπαλο Michael Stanley Dukakis και εξελέγη 41ος πρόεδρος των ΗΠΑ.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ


Κατερίνα Χομπίτη

Γεννήθηκε το 1999 στο Ρέθυμνο Κρήτης. Σπουδάζει στο τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Πάντειου Πανεπιστημίου και ομιλεί Αγγλικά και Γερμανικά. Παρακολουθεί σεμινάρια και έχει συμμετάσχει σε μοντέλα προσομοίωσης διεθνών οργανισμών. Στον ελεύθερό της χρόνο ασχολείται με τον εθελοντισμό.