Του Παύλου Πετίδη,

Καθώς διαβαίνουμε την πιο κρίσιμη περίοδο ως προς την αντιμετώπιση του κορωνοϊού, οι εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών για τις επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομική ανάπτυξη αντικατοπτρίζουν μία όλο και περισσότερο ζοφερή εικόνα. Ήδη με τις τελευταίες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να πιθανολογούν ύφεση κατά το τρέχον έτος, η πλειοψηφία των οίκων αξιολόγησης σημειώνει τις σοβαρές συνέπειες της κρίσης.

Όπως αναφέρει ο Πάνος Τσακλόγλου, σε πρόσφατο άρθρο του στη Καθημερινή, οι αρνητικές συνέπειες αυτής προέρχονται τόσο από την πλευρά της προσφοράς (π.χ. μείωση βιομηχανικής παραγωγής λόγω διαταραχών στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής), όσο και από την πλευρά της ζήτησης (π.χ. μείωση ζήτησης για υπηρεσίες τουρισμού και μεταφορών). Επιπρόσθετα, η ανακοίνωση των έκτακτων μέτρων από τις κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής, για την αντιμετώπιση των αυξημένων αναγκών δημόσιας υγείας οδηγεί σε μία αύξηση των δημοσίων δαπανών. Το μείζον, λοιπόν, ερώτημα που ανακύπτει αφορά τη χρηματοδότηση αυτών των μέτρων.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η νέα κρίση βρίσκει τη χώρα με μία οικονομία η οποία είχε αρχίσει να ανακάμπτει ύστερα από δέκα χρόνια δημοσιονομικής λιτότητας και περιορισμένων δημοσιονομικών αποθεμάτων. Ειδικότερα, παρότι το δημόσιο χρέος έχει σκαρφαλώσει στο 175% και οι χώρες θα προβούν σε αυξήσεις δαπανών και δανεισμού, ενδέχεται τα επιτόκια δανεισμού της χώρας μας από τις αγορές για τη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της να μην αυξηθούν υπερβολικά. Ακόμα, ένας εναλλακτικός τρόπος δανεισμού στηρίζεται στη λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας. Χρειάζεται όμως περισσότερη κατανόηση. Το εργαλείο της νομισματικής πολιτικής μπορεί μόνο, υπό προϋποθέσεις, να χρησιμοποιηθεί για την υποστήριξη της οικονομίας μέσω χαμηλών επιτοκίων και μέσω της λεγόμενης ποσοτικής χαλάρωσης (QE). Η τελευταία σημαίνει ότι η κεντρική τράπεζα δανείζει την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές τράπεζες και απευθείας τις επιχειρήσεις.

Εμπειρικές μελέτες απαντούν καταφατικά και αναδεικνύουν ότι η βοήθεια είναι πιο αποτελεσματική όταν οι κεντρικές τράπεζες δανείζουν τον ιδιωτικό τομέα, παρά την κυβέρνηση και όταν ταυτόχρονα η κυβέρνηση ακολουθεί και αυτή επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Βεβαίως, η πολιτική αυτή δεν βοηθά όταν κάποια στιγμή τα επιτόκια αρχίζουν να αυξάνονται– αναγκαίο για την ενθάρρυνση της αποταμίευσης. Όλα αυτά ισχύουν και για την ΕΚΤ. Χτίζοντας άμεση συνεργασία με την ΕΕ και την ΕΚΤ, ένα ρεαλιστικό και ολιστικό μείγμα δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής χρειάζεται να κατασκευαστεί, διαπερνώντας τα εθνικά σύνορα.

Η πανδημία είναι διεθνής, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χωρών είναι τεράστιες, και άρα και τα μέτρα πρέπει να είναι επίσης διεθνή. Μια επεκτατική πολιτική (δημοσιονομική και νομισματική) είναι αναγκαία. Το ίδιο αναγκαία ήταν η επεκτατική πολιτική και το 2008, όμως αυτή τη φορά το πρόβλημα είναι συμμετρικό και αφορά εξίσου όλες τις χώρες. Άρα, η ανάγκη για διεθνή και ευρωπαϊκή συνεργασία και από κοινού αντιμετώπιση είναι μεγαλύτερη από ποτέ.

Οι πρωτοβουλίες που έχουν παρθεί από τις εθνικές κυβερνήσεις, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κατευθύνονται προς τη σωστή πορεία. Ως προς το πλαίσιο της δημοσιονομικής πολιτικής, οι φετινοί δημοσιονομικοί περιορισμοί δεν διακρίνονται από ρεαλισμό. Όσον αφορά τη νομισματική πολιτική, η ΕΚΤ ανακοίνωσε ένα νέο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Δεν κρίνονται, όμως, αρκετές η άρση των δημοσιονομικών περιορισμών και η νομισματική ποσοτική χαλάρωση για την χρηματοδότηση της δημοσιονομικής στήριξης και τόνωσης που απαιτούνται.

Με δεδομένο ότι, καλώς ή κακώς, τα περιθώρια δανεισμού που έχουν τα περισσότερα κράτη-μέλη δεν είναι μεγάλα σε αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία, η ίδια η ΕΕ πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλία. Η χρηματοδότηση των αυξημένων δημοσιονομικών αναγκών των καρτών-μελών από την ΕΕ απαιτεί την άμεση έκδοση ευρωομολόγου και όταν περάσει η μπόρα, νέοι κανόνες μπορούν να σχεδιαστούν για το μέλλον. Αν η Ευρώπη δεν δείξει συνοχή και αποφασιστικότητα τώρα, πότε θα το κάνει;


Παύλος Πετίδης

Είναι προπτυχιακός φοιτητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης. Έχει πραγματοποιήσει πρακτικές ασκήσεις στο Υπουργείο Εξωτερικών και στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ενώ έχει συμμετάσχει σε πλήθος συνεδρίων και προσομοιώσεων οργάνων των Ηνωμένων Εθνών (MUN). Αυτή την περίοδο, πραγματοποιεί την πρακτική του άσκηση στο Παρατηρητήριο για την Κρίση, υπό την αιγίδα του οποίου θα δημοσιεύσει δύο Policy Papers σε θέματα ευρωπαϊκής πολιτικής.