19.9 C
Athens
Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου, 2021
ΑρχικήΠολιτισμόςΒιβλίοΧρόνης Μίσσιος: Το ιστορικό ενός ανυπότακτου μυαλού

Χρόνης Μίσσιος: Το ιστορικό ενός ανυπότακτου μυαλού


Της Βαλέντιας Γιαννακοπούλου,

Στις 8 Νοεμβρίου του 1930, στην πόλη της Καβάλας έρχεται στη ζωή ο Χρόνης Μίσσιος. Ήταν παιδί προσφυγικής οικογένειας που εργάζονταν ως καπνεργάτες για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Το γεγονός αυτό τον οδήγησε στο να χρειάζεται να εργαστεί από πολύ μικρός, ώστε να μπορεί αυτός κι η οικογένειά του να ανταπεξέλθουν. Έτσι, βρίσκεται μαζί με άλλα παιδιά να πουλά σε ένα κασελάκι διάφορα μικροπράγματα, καθημερινά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, όπου και μετακόμισαν λόγω των πολιτικών διώξεων επί καθεστώτος Μεταξά.

Με πρωτοβουλία του Ερυθρού Σταυρού, ο ίδιος και άλλοι συνομήλικοί του μεταφέρονται στα Γιαννιτσά, ώστε να γλιτώσουν από την πείνα. Εκεί ήταν η πρώτη επαφή που είχε, τόσο ιδεολογικά όσο και βιωματικά, με το χώρο της αριστεράς, καθώς επίσης και με την πρώτη του ουσιαστική αγωνία για ένα συλλογικό αλλά και προσωπικό αίσθημα για ελευθερία, μια αγωνία που αργότερα θα κατέκλυζε ολόκληρη τη ζωή και το έργο του.

Ο ίδιος μιλά για τα γραπτά του ως ένα ξέσπασμα των εμπειριών του πάνω στο χαρτί, ένα δεύτερο ξέσπασμα – λίγο πιο περιποιημένο – μετά από το πρώτο και αρετουσάριστο που ήταν στην αυλή μαζί με τους φίλους του, που όπως ο ίδιος αναφέρει σε μια συνέντευξή του, ήταν αυτοί που τον προέτρεψαν να αρχίσει να γράφει τις ιστορίες που τους έλεγε.

Ιστορίες από εκείνα τα χρόνια που ήταν κλεισμένος στην φυλακή, λόγω της συμμετοχής του σε αντικαθεστωτικές ενέργειες και δράσεις, με ποινή, θάνατο. Εννέα μήνες κλεισμένος εκεί, περνά τις μέρες του περιμένοντας κάθε πρωί την εκτέλεσή του και γλιτώνει λόγω κάποιου τυχαίου γεγονότος. Ωστόσο, παραμένει φυλακισμένος για έξι χρόνια και στη συνέχεια εξορίζεται στη Μακρόνησο και τον Άι Στράτη. Έως και το ΄73 η ζωή του είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος της εξορία και φυλακή, μια διαρκής και έντονη μάχη μεταξύ του τώρα και του αύριο, της ζωής και του θανάτου, της σκλαβιάς και της ελευθερίας.

Την περίοδο της κάθειρξής του είναι που μαθαίνει ανάγνωση και γραφή. Λόγω της πενιχρής οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς του αναγκάστηκε να διακόψει το σχολείο στη δεύτερη τάξη του Δημοτικού. Με την Λογοτεχνία ήρθε σε επαφή πολύ αργότερα, όπου και τον βοήθησε να μεταλλάξει αυτά του τα βιώματα και τα συναισθήματα σε ποίηση. Η ποίηση του Μίσσιου δεν είναι ούτε έμμετρη ούτε κανονιστικά και με νόρμες αποτυπωμένη. Ο λόγος του λαϊκός και άμεσος, με συνειρμούς και συμβολισμούς που αγγίζουν και αποτυπώνονται στη συνείδηση του αναγνώστη του.

Το πρώτο του βιβλίο «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» (Γράμματα, 1985) ήταν κι αυτό που με την πρώτη του κυκλοφορία ήδη τον ξεχώρισε στα μάτια κριτικών και κοινού. Στη συνέχεια, ακολούθησε το «Χαμογέλα ρε, τι σου ζητάνε;» (Γράμματα, 1988), «Τα κεραμίδια στάζουν» (1991), «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι» (1996) και «Ντομάτα με γεύση μπανάνας» (2001).

Η γεύση που αφήνει η ανάγνωση της σκέψης του μοιάζει να είναι γλυκόπικρη. Καταφέρνει να καθρεπτίσει μια μαραζωμένη κοινωνία, με μια δίψα για ζωή που όλο και λιγοστεύει, αφήνοντας τους ανθρώπους της έρμαια. Μια εικόνα βαθιά ρεαλιστική μα ταυτόχρονα και μια ωδή στην δύναμη του τώρα, την δύναμη να επιλέξεις και να ζήσεις πραγματικά το τώρα, την κάθε στιγμή. Όσο κατάφερε να ζήσει και να μετατρέψει σε έργο, κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής του, άλλο τόσο έζησε και ύμνησε τον έρωτα, την ελευθερία, το δίκαιο και μια βαθιά πίστη για τον Άνθρωπο.

«Εκείνο που μπορώ να υποστηρίξω το υποστηρίζω: ότι ο μόνος δρόμος, ο οποίος δεν μας οδηγεί σε κανένα λάκκο, σε καμιά λακκούβα, σε κανένα κακό συναπάντημα, είναι ο δρόμος της αγάπης, είναι ο δρόμος της τρυφερότητας, είναι ο δρόμος της κατανόησης, είναι ο δρόμος της υπεράσπισης της διαφορετικότητας του άλλου! Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Αν τον ακολουθήσουμε αυτόν τον δρόμο δεν κινδυνεύουμε. Ούτε εμείς ούτε οι συνάνθρωποί μας.

Να ‘σαι άνθρωπος δημιουργικός και ευαίσθητος. Και να αγαπάς. Να αγαπάς! Να μπορείς να μετατρέπεις κάθε μέρα την αγάπη σε αγαπημένο. Η φρέζα μου που είναι εκεί φυτεμένη την αγαπάω, την βλέπω κάθε πρωί, καταλαβαίνεις; Ή έναν συγκεκριμένο άνθρωπο… Όλα τα άλλα… Παρέες, ρε, μπορείς να κάνεις παρέες; Φιλία. Έρωτα! Κάντε έρωτα, αγαπηθείτε κάντε τις παρέες σας, σκεφτείτε, αναπτύξτε την κριτική σας σκέψη»

(Αποσπάσμα: Χαμογέλα ρε τι σου ζητάνε;)


Βαλέντια Γιαννακοπούλου

Είναι τελειόφοιτη σπουδάστρια στο τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Δραστηριοποιείται σε πολιτιστικές, κοινωνικές και εθελοντικές ομάδες, ενώ επίσης παρακολουθεί συνέδρια και συμμετέχει σε ακαδημαϊκά σεμινάρια. Στον ελεύθερο της χρόνο απολαμβάνει την ανάγνωση εγχειριδίων περί τεχνών και φιλοσοφίας.

TA ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

Θάνος Κουλουβάκης
Γεννήθηκε το 1997 στην Αθήνα. Σπουδάζει στο τμήμα Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Ρέθυμνο. Αφοσιώθηκε από μικρή ηλικία στη λογοτεχνία – τόσο ως αναγνώστης όσο και ως δημιουργός. Στα εφηβικά του χρόνια ξεκίνησε την ενασχόλησή του με την αρθρογραφία, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με τον χώρο των εκδόσεων και δύο βιβλία του έχουν εκδοθεί.