Της Πηνελόπης Ανυφαντή,

Η οικονομική κρίση και η έξαρση του μεταναστευτικού ζητήματος δυναμιτίζουν τις δομές του ενωσιακού οικοδομήματος, που στηρίζεται στο κράτος δικαίου, το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και τη δημοκρατία. Πρόκειται για αρχές και αξίες, κοινές για τα κράτη μέλη. Οι δυο παραπάνω παράγοντες πυροδοτούν την εμφάνιση ιδιαίτερα ανησυχητικών φαινομένων με χαρακτήρα ενωσιακής διασυνοριακότητας, δηλαδή φαινομένων που εμφανίζονται με την ίδια μορφή και σε ίδιο επίπεδο σε περισσότερα κράτη-μέλη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κρίση του κράτους δικαίου στην Πολωνία και την Ουγγαρία, με τη λήψη παρόμοιων μέτρων, περιοριστικών της δικαστικής ανεξαρτησίας και του δικαιώματος πρόσβασης σε ανεξάρτητο σύστημα παροχής δικαιοσύνης. Οι ανελεύθερες φωνές δεν περιορίζονται όμως στα κράτη Βίσενγκραντ. Ο λαϊκισμός υπέρ του Brexit και τα αυτονομιστικά κινήματα της Ισπανίας, το ακροδεξιό κόμμα της Λέγκας του Βορρά στην Ιταλία και οι ακραία συντηρητικές φωνές κατά του φεμινισμού, της μετανάστευσης και της διαφορετικότητας σε κάθε κράτος μέλος της Ένωσης διαμορφώνουν μια πραγματικότητα, αρκετά απομακρυσμένη από το πνεύμα των ιδρυτικών συνθηκών.

Μια υγιής δημοκρατία δεν είναι αποκλειστικά εκείνη που αναδεικνύεται μέσα από ελεύθερες εκλογές. Είναι εκείνη που συμπορεύεται με την εξισορροπητική λειτουργία των θεσμικών αντιβάρων. Ο κίνδυνος της ασυδοσίας περιστέλλεται από τη δικαστική εξουσία, τις ανεξάρτητες αρχές, την ελευθερία του λόγου και δη του επιστημονικού. Στις παραπάνω προκλήσεις ο ενωσιακός και ο εθνικός δικαστής συνεργάζονται, προσπαθώντας να προστατεύσουν τις αξίες που διαπνέουν το ενωσιακό εγχείρημα είτε με τις αποφάσεις που εκδίδουν και την ερμηνεία του δικαίου που καλούνται να πραγματοποιήσουν, είτε με την έμπρακτη στάση αντίστασης που υιοθετούν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τελευταίου σημείου αποτελεί η στάση της Πολωνής ανωτάτου δικαστή, Malgorzata Gersdorf, η οποία παρά την έναρξη ισχύος του νόμου περί μείωσης του ορίου ηλικίας των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου προσήλθε στο γραφείο της το επόμενο πρωί για να εργαστεί, υποστηρίζοντας πως υπόκειται μόνο στο Σύνταγμα και όχι σε νόμους που αντίκειται σε αυτό. Με τις πρόσφατα εκδοθείσες αποφάσεις του, C–619/18 και C–192/18, το ΔΕΕ έρχεται να επικυρώσει τη σημασία της δικαστικής ανεξαρτησίας στο σύστημα των προσφυγών ενώπιον του ενωσιακού δικαστή και του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, ακρογωνιαίου λίθου του κράτους δικαίου που ανάγεται σε ύψιστη αξία της Ένωσης και που προστατεύεται από ένα πλέγμα διατάξεων (άρθρα 2 Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρο 47 του Χάρτη και άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων Ανθρώπου). Η πλήρης αυτονομία του δικαστή και η αμεροληψία του, συστατικά στοιχεία της δικαστικής ανεξαρτησίας, όπως σκιαγραφούνται από τις εν λόγω αποφάσεις και κατοχυρώνονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιτάσσουν την ύπαρξη εγγυήσεων που διαμορφώνονται μέσω ενός προστατευτικού πλαισίου που αρμόζει σε ένα κράτος δικαίου. Η μείωση του ηλικιακού ορίου των ανώτατων δικαστών δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες περί της τήρησης της αρχής της ισοβιότητας του δικαστικού λειτουργήματος, ως βασικού πυλώνα της δικαστικής ανεξαρτησίας.

Η διάβρωση του προστατευτικού πλέγματος της δικαστικής εξουσίας ως θεσμικού αντιβάρου στα παραδοσιακά κέντρα εξουσίας, απειλεί το δίχως άλλο τη γνησιότητα του δημοκρατικού θεσμού και δεν αρμόζει σε καμία έννομη τάξη, μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Βεβαίως, τα θεσμικά αντίβαρα είναι ποικίλα και η δεξαμενή τους ανεξάντλητη. Στο παρόν άρθρο επιχειρείται η ανάδειξη της σημασίας ενός εξ αυτών με βάση τις σύγχρονες εξελίξεις, ίσως εκ των σημαντικότερων, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει πως τα λοιπά στερούνται σημασίας και βαρύτητας. Ο νομικός πολιτισμός κάθε τόπου είναι συνυφασμένος με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα αυτού και προσαρμόζεται -ή πρέπει να προσαρμόζεται- στις έκτακτες συνθήκες και επείγουσες καταστάσεις. Θεσμικά αντίβαρα δεν είναι απαραίτητα θεσμοί. Μπορεί να είναι και άγραφοι κανόνες, διέποντες κάθε έκφανση του πολιτικού βίου. Η επιλογή τους ωστόσο, εξαρτάται από το επίπεδο ωριμότητας κάθε οργανωμένου κρατικού συστήματος. Και ο ρόλος του δικαστή έρχεται να επιβεβαιώσει την ανάγκη διαμόρφωσής τους η ακόμα και την ίδια τη διαμόρφωση αυτών.


Πηγές

Πηνελόπη Ανυφαντή

Είναι φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει λάβει μέρος σε σεμινάρια, ημερίδες καθώς και προσομοιώσεις λειτουργίας θεσμικών οργάνων της ΕΕ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά και έχει ολοκληρώσει ένα εξάμηνο φοίτησης στο Λουξεμβούργο στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το δημόσιο και ευρωπαϊκό δίκαιο, αγαπάει τα βιβλία και την ποίηση και της αρέσει πολύ να ταξιδεύει.