Της Γεωργίας Παγιαβλά,

«Χαιρετίζουμε την επικείμενη αναπτυξιακή στρατηγική ως ένα δρόμο για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Η Ελλάδα θα πρέπει να συνεχίσει την πορεία με μεταρρυθμίσεις και υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική». Με αυτά τα λόγια αναφέρεται την Τρίτη (18/02) ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Βάλντις Ντομπρόβσκις, στις προτεραιότητες της ελληνικής κυβέρνησης, έπειτα από συνάντησή του με τον υπουργό Οικονομικών, Χρήστο Σταϊκούρα (enikonomomia.gr, 2020). Οι δηλώσεις της Άνγκελα Μέρκελ στο Νταβός, ένα μήνα νωρίτερα, αναφέρονται στις πραγματικές εντατικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζονται από την ελληνική Κυβέρνηση (Τα Νέα, 2020). Τέλος, ο Ντέκλαν Κοστέλο, επικεφαλής για την Ελλάδα της αποστολής της γενικής διεύθυνσης της ΕΕ για τις οικονομικές και χρηματοοικονομικές υποθέσεις, ένα χρόνο περίπου πριν, αναφέρει ότι «έως σήμερα κι αφ’ ότου η Ελλάδα βγήκε από το πρόγραμμα των μνημονίων τα πράγματα βαίνουν ομαλώς κι όπως μας ενημερώνουν οι δομικές μεταρρυθμίσεις συνεχίζονται. Βέβαια, πρέπει να γίνουν ακόμη περισσότερα, να επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις, ώστε να ευνοηθούν οι επενδύσεις» (Καθημερινή, 2019).

Το σημείο τομής αυτών των δηλώσεων είναι η παρουσίαση των μεταρρυθμίσεων ως μονόδρομο για την επίτευξη οικονομικής μεγέθυνσης. Οι δομικές μεταρρυθμίσεις περιλαμβάνουν πολιτικές όπου κάνουν την αγορά εργασίας πιο ευέλικτη, απελευθερώνουν κλάδους, με αποτέλεσμα να προωθείται ο ανταγωνισμός, δίνουν κίνητρα για καινοτομία, βελτιώνουν την ποιότητα των φοροεισπρακτικών συστημάτων και τέλος εστιάζουν στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει το κοινωνικό κράτος. Όλα αυτά συντελούν στο να προωθείται η μεγέθυνση, να δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, να πραγματοποιούνται επενδύσεις και να αυξάνεται η παραγωγικότητα.

Προερχόμενη από την νεοφιλελεύθερη προσέγγιση της αναπτυξιακής πολιτικής, η θεωρία των δομικών μεταρρυθμίσεων επηρέασε έντονα τη δεκαετία του 1990. Μια πρώτη άποψη είναι ότι, ανεξάρτητα από το σημείο εκκίνησης, η μετάβαση σε καθεστώς ελεύθερης αγοράς θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε περισσότερη οικονομική μεγέθυνση (Roland, 2000). Με άλλα λόγια, όσο οι οικονομίες απομακρύνονται από συνθήκες κεντρικής οργάνωσης και κατευθύνονται προς συνθήκες ελεύθερης αγοράς, μόνο κερδισμένες μπορούν να είναι και άρα υπάρχει θετική γραμμική σχέση ανάμεσα στις μεταρρυθμίσεις και την οικονομική μεγέθυνση. Αυτή η άποψη ταιριάζει καλύτερα σε χώρες που χαρακτηρίζονται ως αναπτυσσόμενες.

Ωστόσο, τα εμπειρικά αποτελέσματα δείχνουν ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι μεταρρυθμίσεις δεν οδήγησαν στα επιθυμητά αποτελέσματα. Η αποτελεσματικότητα των μεταρρυθμίσεων δεν αποδόθηκε σε αυτές κάθ’ αυτές, αλλά σε θεσμικούς παράγοντες της χώρας εφαρμογής, με αποτέλεσμα να αποδεσμεύονται την όποια κριτική. Βέβαια, υπάρχει και η άποψη που αποβλέπει ότι η σχέση δεν είναι γραμμική, καθώς υπάρχουν φθίνουσες αποδόσεις (Belot et al. 2007). Άρα, χώρες που έχουν ήδη συνθήκες ελεύθερης αγοράς και αποφασίζουν να εντείνουν τις δομικές μεταρρυθμίσεις, μπορεί τελικά να έχουν μέχρι και αρνητικά αποτελέσματα, αν δεν ληφθούν, για παράδειγμα, υπόψη ζητήματα αναδιανομής και κοινωνικής προστασίας ιδιαίτερα στην αγορά εργασίας, αλλά και η διάσταση το χρόνου.

Η ρητορική της ΕΕ για περισσότερες μεταρρυθμίσεις ακολουθεί τη νεοφιλελεύθερη προσέγγιση της ανάπτυξη, μιας που όπως αναφέραμε τονίζει τα αναπόφευκτα θετικά αποτελέσματα. Τουλάχιστον έτσι υποστηρίζουν οι τεχνοκράτες, καθώς οι προτεινόμενες οικονομικές ρυθμίσεις, σύμφωνα με τον Saul (2002), είναι σχεδιασμένες για να εξυπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα και όχι της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, οφείλουμε να έχουμε μια κριτική στάση απέναντι στους θεσμούς διακυβέρνησης του ανεπτυγμένου κόσμου. Η ιδεολογία της οικονομίας της αγοράς και του «αόρατου χεριού», στην οποία βασίζεται η σύγχρονη ελίτ, θεωρούνται ως ακλόνητες αλήθειες. Οι ιδέες της αγοράς, της παγκοσμιοποίησης και του χρήματος δεν θεωρούνται ανοιχτές στη συζήτηση και το διάλογο, με αποτέλεσμα να παρατηρείται εγκατάλειψη της βάσης της σύγχρονης δημοκρατίας.

Μέσα στα πλαίσια του νεοφιλελευθερισμού, επιδιώκεται όλο και λιγότερη παρέμβαση του κράτους στην οικονομία. Παράλληλα, ο ρόλος του κράτους επικεντρώνεται στη δημιουργία ευνοϊκού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, δηλαδή χαμηλός πληθωρισμός, χαμηλή φορολογία και ευέλικτη αγορά εργασίας. Με άλλα λόγια, οι μεταρρυθμίσεις συντελούν στην αντίληψη ότι το κράτος πρέπει να γίνει ανταγωνιστικό, προωθώντας την καινοτομία και τις δεξιότητες του εργατικού δυναμικού, παραμερίζοντας τη κοινωνική πολιτική, με αποτέλεσμα το κράτος να απομακρύνεται από το ρόλο της κοινωνικής πρόνοιας. Αξίζει, επίσης, να σημειώσουμε ότι οι υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς εγγυώνται τους δημοκρατικούς θεσμούς, ακολουθώντας την άποψη του Friedman (2009), ότι η οικονομική ελευθερία είναι προϋπόθεση για την πολιτική ελευθερία.

Δανείζομαι τον τίτλο από το βιβλίο της Ρόζας Λούξεμπουργκ «Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση», όπου κάνει κριτική στην άποψη ότι η επανάσταση είναι αχρείαστη και ότι ο καπιταλισμός έχει ημερωθεί, υπογραμμίζοντας ότι τα αίτια τις κρίσης είναι η επέκταση του καπιταλισμού και άρα η επανάσταση προκύπτει σαν αντικειμενική ιστορική αναγκαιότητα από της πορεία της υλιστικής εξέλιξης της καπιταλιστικής κοινωνίας. Έτσι, θέλω να εγείρω το προβληματισμό, κατά πόσο οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που προωθούνται μπορούν να χαρακτηριστούν ως ουσιαστικές, με προοδευτική κατεύθυνση, από τη στιγμή που αυτοσκοπός είναι επέκταση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.

Σήμερα, θεωρείται πιο ακραίο να σκεφτούμε έναν κόσμο που δεν διέπεται από τις δυνάμεις της αγοράς, παρά από το να σκεφτούμε τη ζωή στον Άρη. Παρά τις αντιφάσεις και τη δομική κρίση του καπιταλισμού, η αξία της κριτικής σκέψης ολοένα και υποσκελίζεται από την τάση για μεταρρυθμίσεις. Μήπως πρέπει να στραφούμε προς την επανάσταση; Και όταν λέω επανάσταση, εννοώ να κάνουμε το πρώτο βήμα προς την θεμελιώδη μεταβολή που μπορεί να επέλθει στην επιστημονική οικονομική γνώση, μέσα από την κριτική ανάγνωση τόσο του ρόλου του κράτους, όσο και του ρόλου της αγοράς.


Βιβλιογραφία

Belot, M., J Boone & J van Ours, 2007. Welfare-Improving Employment Protection,Economica 74(2): pp. 381-396.

Enikonomia.gr, 2020. Ντομπρόβσκις: Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει με μεταρρυθμίσεις και υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική. Διαθέσιμο εδώ.

Friedman, M. 2009. Capitalism and freedom. University of Chicago press.

Καθημερινή, 2019.  Ντέκλαν Κοστέλο: Να συνεχιστούν και να επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα. Διαθέσιμο εδώ.

Luxemburg, R. 2007. Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση. Κορόντζης

Roland, G., 2000. Transition and economics: Politics, markets, and firms. MIT press

Saul, J.R. 2002. Πολιτισμός χωρίς συνείδηση. Ο κόσμος χωρίς σύνορα.

Τα Νέα, 2020. Μέρκελ : Ο Μητσοτάκης εφαρμόζει πραγματικά εντατικές μεταρρυθμίσεις. Διαθέσιμο εδώ.


Γεωργία Παγιαβλά

Ξεκίνησε την πορεία της ως μαθήτρια στα «Εκπαιδευτήρια Νέα Γενιά Ζηρίδη», συνέχισε ως φοιτήτρια στο Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ως μεταπτυχιακή στο University of Glasgow με ειδίκευση Economic Development. Παρακολούθησε δεύτερο μεταπτυχιακό στα Οικονομικά στο «Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών», ενώ παράλληλα ήταν βοηθός ερευνήτρια στο «Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης». Αυτή τη περίοδο απασχολείται σε μια αστική ΜΚΟ και παράλληλα συνεχίζει τις σπουδές της σε διδακτορικό επίπεδο.  Χόμπυ της η Λογοτεχνία και οι περίπατοι στην Αθήνα.