Της Ελευθερίας Κωνστάντιου, 

Αν η Κική Δημουλά ήταν ποίημα δε θα ήταν άλλο από το «Πέρασα». Άλλωστε, για την ίδια η ζωή δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα πέρασμα. 89 έτη ζωής και 70 χρόνια ποιητικής παραγωγής ήταν μάλλον αρκετά, για να την καθιερώσουν ως μια από τις πιο αγαπημένες Ελληνίδες ποιήτριες και ακαδημαϊκούς, ενώ οι στίχοι της έχουν αγαπηθεί κι αντέξει στον χρόνο όσο λίγοι.

Η Κική Δημουλά, της οποία το πατρικό όνομα ήταν Βασιλική Ράδου, γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου του 1931 και ολοκλήρωσε το «πέρασμά» της χθες, στις 22 Φεβρουαρίου του 2020. Έζησε όλα της τα χρόνια στην Αθήνα. Το 1952 παντρεύτηκε τον ποιητή και πολιτικό μηχανικό Άθω Δημουλά, με τον οποίο απέκτησαν δύο παιδιά. Από το 1949 έως το 1973 εργάστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος. Για μια οκταετία εργάστηκε αποσπασμένη στη σύνταξη του περιοδικού Κύκλος, που εξέδιδε η τράπεζα, με λογοτεχνικό και οικονομικό περιεχόμενο, στο οποίο δημοσιεύονταν κείμενά της.

Η ποιητική της παραγωγή ξεκινάει στα 18 της «βγάζοντας ένα φυλλάδιο με ποιήματα». Είχε γνωρίσει ήδη τον σύντροφό της Άθω και τα ποιήματα αυτά αποτέλεσαν έναν τρόπο για να τον γοητεύσει, όπως δήλωσε το 2018 σε συνέντευξή της, για να συμπληρώσει λίγο μετά πως «αυτό το πράγμα της ποίησης ήταν ο κουμπάρος που μας ένωσε». Το 1956 εκδίδει την πρώτη της συλλογή, την οποία έπειτα αποκηρύσσει. Το 1972 τιμήθηκε με το Β’ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου, το 1989 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε Ποτέ, το 1996 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης και το 2001 με το Αριστείο των Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου της. Τον ίδιο χρόνο της απονεμήθηκε ο Χρυσός Σταυρός του Τάγματος της Τιμής από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.

Το 2002 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Μάλιστα, υπήρξε η τρίτη μόλις γυναίκα, που έτυχε αυτής της τιμής, από το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της Ελλάδας. Οι βραβεύσεις για την Κική Δημουλά συνεχίστηκαν το 2009 με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου της και το 2010 με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, επίσης, για το σύνολο του έργου της. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου. Το 2015 αναγορεύτηκε σε επίτιμη διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ και δύο χρόνια αργότερα αναγορεύτηκε και από το Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ.

Η ποίηση της Κικής Δημουλά έχει τοποθετήσει στον πυρήνα της το σύγχρονο άνθρωπο και πιο συγκεκριμένα, την γυναίκα. Έναν άνθρωπο με τα υπαρξιακά του αδιέξοδα, τις αβεβαιότητες και τη στοχαστική του προσήλωση στις στιγμές εκείνες που φωτίζουν ή σκιάζουν το θαύμα της ζωής, όπως σημειώνει ο Ηρακλής Παπαλέξης στο αφιέρωμα που επιμελήθηκε στο περιοδικό «Διαβάζω». Ο χρόνος, η απουσία, η μνήμη, ο έρωτας, ο θάνατος, η ματαιότητα λαμβάνουν κοσμογονικές διαστάσεις, η θέαση τους γίνεται μέσα από άγνωστες ρωγμές για να προσφέρει στον αναγνώστη έναν πρωτόγνωρο κράμα ματαίωσης κι εξαγνισμού. Η γλώσσα της είναι ανοίκεια και οικεία μέσω των ιδιαίτερων μίξεων και συζεύξεων, για να αποτυπωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το ποιητικό της σύμπαν.

Την Κική Δημουλά θα τη θυμόμαστε πάντα, αφού για καλή μας τύχη, οι στίχοι δεν είναι θνητοί. Μια ποιήτρια που όρισε τον έρωτα ως «όνομα ουσιαστικόν, πολύ ουσιαστικόν». Μια γυναίκα που τίμησε το φύλο της και κατέκρινε την υποβαθμισμένη θέση της γυναίκας  λέγοντας πως «για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω, σε λέω γυναίκα». Μία σπουδαία προσωπικότητα που υποστήριξε ότι «Να νομίζουμε. Να νομίζουμε πάση θυσία. Αλλιώς δε μας αγάπησε κανείς».

Αν το «Πέρασα» αποτελεί μια μικρή αυτοβιογραφία για τη ζωή της σπουδαιότερης Ελληνίδας ποιήτριας, το «Έρεβος» είναι αυτό που αφήνει πίσω της τώρα που έφυγε. Η ελληνική ποίηση από χθες είναι φτωχότερη μετά από τη μεγάλη αυτή απώλεια. Υπήρξε «περίεργη και μελετηρή», περπάτησε «πολύ στα αισθήματα, τα δικά [της] και των άλλων», μίλησε πολύ, ταξίδεψε, έπιασε «και φωτιά και σιγοκάηκ[ε]», αλλά «όχι, δεν [ήταν] λυπημένη». Άλλωστε, στους στίχους της αναφέρει πως:

«Όσο μπόρεσα έφερ᾿ αντίσταση σ᾿ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα».

Ο εκδοτικός οίκος Ίκαρος, την αποχαιρέτησε προσφωνώντας την «κυρία Δημουλά μας» γιατί «είχε μέσα τόση τρυφερότητα όσο σεβασμό είχε και η σχέση». Δεν είναι λίγοι αυτοί που ταυτίστηκαν με το «κυρία Δημουλά μας», γιατί μέσα από την ποίησή της κατάφερε να γίνει δικός μας άνθρωπος. Πάντα θα προστρέχουμε στους στίχους της για καταφύγιο τις δύσκολες ώρες… Τώρα θρηνούμε γι’ αυτή την απώλεια, αλλά η Κική Δημουλά δε θα περάσει ποτέ στη λήθη. Τέτοια πνεύματα ανήσυχα δεν μπορούν και δε γίνεται να ξεχαστούν. Κι αν «σε σωστή ώρα νυχτώνει»… δεν πάει να πει πως δεν είμαστε λυπημένοι.


Ελευθερία Κωνστάντιου

Γεννήθηκε στη Λήμνο το 1997. Είναι προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου με κατεύθυνση τις Μεσαιωνικές και Νέες Ελληνικές Σπουδές. Έχει πάθος για την ποίηση και τον αθλητισμό.