Της Μαρίας Κρουσταλλίδη,

Η εκλογική αναμέτρηση που έλαβε χώρα την 6η Νοεμβρίου του 1984 έδωσε το εισιτήριο στον Ρεπουμπλικάνο Ronald Reagan για την επέκταση της προεδρικής του θητείας και για μια δεύτερη τετραετία. Αγωνιζόμενος απέναντι στον Δημοκρατικό Walter Mondale, πρώην Αντιπρόεδρο των ΗΠΑ στο πλευρό του Jimmy Carter κατά τα έτη 1977-1981, ο Reagan εξασφάλισε τη νίκη με την επικράτησή του σε 49 Πολιτείες, με 525 εκλεκτορικές ψήφους. Το εντυπωσιακό αυτό χάσμα αποτελεί και μία από τις μεγαλύτερες αποκλίσεις μεταξύ υποψηφίων στην εκλογική ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ενώ το Ρεπουμπλικανικό χρίσμα αποκτήθηκε με μεγάλη ευκολία από τον ήδη εκλεγμένο Πρόεδρο Reagan, οι Δημοκρατικές εσωκομματικές εκλογές, τα λεγόμενα “primaries” αποτέλεσαν πεδίο σκληρής αναμέτρησης για τους υποψηφίους του κόμματος. Ο Mondale αντιμετώπισε ισχυρούς αντιπάλους για το χρίσμα, μεταξύ των οποίων και ο Jesse Jackson, ένας χαρισματικός αφροαμερικανός ιερέας, ακτιβιστής πολιτικών δικαιωμάτων κατά τη δεκαετία του 1960. Τελικά, ο Mondale, λαμβάνοντας το πράσινο φως για την κυρίως εκλογική αναμέτρηση, πραγματοποίησε την ιστορική επιλογή της Geraldine Ferraro ως συνυποψηφίου του. Αυτή αποτέλεσε την πρώτη φορά που μια γυναίκα υπήρξε υποψήφιος για το αξίωμα Αντιπροέδρου των ΗΠΑ με ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.

Η προεκλογική εκστρατεία Mondale – Ferraro επικεντρώθηκε στην κοινωνική δικαιοσύνη και την δημοσιονομική διαφάνεια, σε συνδυασμό με την έντονη επικριτικότητα στην ελλιπή διαφάνεια της κυβέρνησης Reagan. Χαρακτηριστικά, ο Mondale στις προεκλογικές του ομιλίες ανήγγειλε αύξηση της φορολογίας, ισχυριζόμενος πως αυτή ήταν η μόνη οδός για την ανάκαμψη της Αμερικανικής οικονομίας, με τη διαφορά πως εκείνος το δήλωνε με ειλικρίνεια στους ψηφοφόρους του, σε αντίθεση με τον πολιτικό του αντίπαλο. Ωστόσο, η εν λόγω στρατηγική της εκστρατείας περισσότερο έβλαψε παρά ωφέλησε τους Δημοκρατικούς, που χαρακτηρίστηκαν από το ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο ως “tax-and-spend liberals”, δηλαδή ως άκριτα φιλελεύθεροι στην οικονομική τους πολιτική.

Το τελευταίο σαφές Δημοκρατικό προβάδισμα κατά τη διάρκεια της εκστρατείας αποκτήθηκε στο πρώτο «debate» ανάμεσα στους υποψηφίους των δύο μεγάλων κομμάτων, το οποίο προβλήθηκε τηλεοπτικά σε όλη τη χώρα. Σε αυτήν την τηλεοπτική αναμέτρηση, ο πρόεδρος Reagan εμφανίστηκε κουρασμένος και ελαφρώς αποπροσανατολισμένος. Αυτό έδωσε στον Mondale την ευκαιρία να συνδέσει την αδιαθεσία του προέδρου με την προχωρημένη ηλικία του, καθώς ήταν ο γηραιότερος εν ενεργεία Πρόεδρος στην ιστορία. Όταν ερωτήθηκε για το κατά πόσο η ηλικία του θα στεκόταν εμπόδιο στην αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων του, ο Πρόεδρος Reagan απάντησε αφοπλιστικά πως δεν επιθυμούσε το ζήτημα της ηλικίας να μονοπωλήσει την εκλογική αναμέτρηση, γι’ αυτό και δε θα σχολίαζε το κατά πόσο το νεαρό της ηλικίας και η απειρία του ίδιου του Mondale θα μπορούσαν αντίστοιχα να τον κρατήσουν πίσω.

Κατά το υπόλοιπο διάστημα της εκστρατείας, ο χαρισματικός και ιδιαίτερα δημοφιλής στους Αμερικανούς πολίτες Donald Reagan απέκτησε τον πλήρη έλεγχο της αναμέτρησης και πλέον καθιστούσε το προβάδισμά του έναντι των Δημοκρατικών ολοένα κι πιο σαφές, με κάθε δημόσια εμφάνιση και ομιλία του, οδηγώντας στη θριαμβευτική του νίκη την ημέρα των εκλογών.

Ο Reagan – με αντιπρόεδρο τον George H.W. Bush- κατάφερε να κινητοποιήσει με το μέρος του περί τα 17 εκατομμύρια ψηφοφόρους, ποικίλων κοινωνικών καταβολών, με εξαίρεση την μερίδα των Αφροαμερικανών. Η νίκη του ξεπεράστηκε μόνο από την επίσης θριαμβευτική επικράτηση του Προέδρου Nixon επί του McGovern 12 έτη νωρίτερα, ενώ αξίζει να τονιστεί ότι η υποστήριξη προς το πρόσωπό του προήλθε ακόμα και από Αμερικανούς που διαφωνούσαν με τις βασικότερες πολιτικές της διακυβέρνησής του. Σύμφωνα με μελετητές, ο Πρόεδρος κατάφερε να ενώσει το εκλογικό σώμα υπέρ του μέσω της εικόνας του, που συνδέθηκε με ικανή ηγεσία, πατριωτισμό και αισιοδοξία.


Ενδεικτικές Πηγές

Μαρία Κρουσταλλίδη, Αρχισυντάκτρια Διεθνών Θεμάτων

Είναι τεταρτοετής φοιτήτρια του τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Αρθρογραφεί για τρία χρόνια σχετικά με θέματα διεθνούς πολιτικής και διπλωματίας. Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια προσομοίωσης πολιτικών θεσμών και στην οργάνωσή τους. Τα ακαδημαϊκά της ενδιαφέροντα άπτονται θεμάτων ασφάλειας, άμυνας, διεθνών σχέσεων και διαπραγματεύσεων.