Της Πηνελόπης Ανυφαντή, 

Ένα από τα βασικότερα ζητήματα που απασχόλησαν το πρόσφατο αναθεωρητικό εγχείρημα, ήταν εκείνο της σχέσης Κράτους και Εκκλησίας. Αδιαμφισβήτητα η Εκκλησία αποτελεί θεσμό που συνέβαλε στη διαμόρφωση του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, αποτελώντας όμως, παράλληλα και μοχλό πίεσης κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων από τη νομοθετούσα Βουλή, απομακρύνοντας το Ελληνικό Κράτος από τον ουδετερόθρησκο προσανατολισμό του. Πρέπει, όμως, να θυμηθούμε πως είναι το ίδιο το Σύνταγμα που έχει διαμορφώσει ένα ευνοϊκό για την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη καθεστώς, γεγονός από το οποίο έχει επωφεληθεί πλειστάκις η Εκκλησία. Το Ελληνικό Σύνταγμα αποτελεί παράδειγμα συνύπαρξης δύο κέντρων, του Κράτους και της Εκκλησίας. Πολλές φορές, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει βρεθεί αντιμέτωπο με αιτήσεις ακυρώσεως, ασκηθείσες από το ίδιο το νομικό πρόσωπο της Εκκλησίας ή από εκκλησιαστικά ιδρύματα, κατά αποφάσεων της Διοίκησης με σημαντικότερες αυτές του προγράμματος των θρησκευτικών στα σχολεία.

Η στάση, όμως, του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου δεν είναι πάγια και αμετάβλητη σε ζητήματα θρησκευτικού περιεχομένου, με ισχυρές μειοψηφίες να διατυπώνουν εκ διαμέτρου αντίθετες δικανικές κρίσεις από αυτές της πλειοψηφίας στο ίδιο ζήτημα. Δύο πόλοι χαρακτηρίζουν τη στάση του Συμβουλίου της Επικρατείας στο εν λόγω ζήτημα, ένας περισσότερο συντηρητικός και ένας φιλελεύθερος που κινείται σε ευρωπαϊκό πλαίσιο με εκσυγχρονιστικό πνεύμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ΣτΕ 660/2018, σχετικά με την προσβολή κανονιστικής πράξης της Διοίκησης που ρυθμίζει τη διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία και το αναθεωρημένο πρόγραμμα αυτών από την Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς και την Εστία Πατερικών Μελετών. Βάσει του προγράμματος αυτού, το μάθημα αποκτά θρησκειολογικό χαρακτήρα και παύει να είναι προσανατολισμένο στη διδασκαλία της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης, διανθισμένο με πληροφορίες που αφορούν περισσότερα δόγματα και θρησκευτικές κατευθύνσεις. Τοποθετεί την ελληνική ορθόδοξη παράδοση στο ευρωπαϊκό περιβάλλον και τονίζει τον κίνδυνο θρησκευτικής απομόνωσης. Η διδασκαλία δεν πρέπει να είναι μονοφωνική αλλά διαθρησκειακή και διαχριστιανική.

Η πλειοψηφία της εν λόγω απόφασης καταλήγει στο συμπέρασμα πως από τη συνδυασμένη ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων που αφορούν τη θρησκεία (άρ. 3 παρ., 13, 14 παρ. 3, 16 παρ. 1), καθώς και των άρθρων 9 και 14 της ΕΣΔΑ, ο ομολογιακός χαρακτήρας του μαθήματος των θρησκευτικών, δηλαδή ο σταθερά προσανατολισμένος στη διδασκαλία της ορθόδοξης πίστης και όχι ο θρησκειολογικός, είναι συμβατός με τη θρησκευτική ελευθερία. Το άρθρο 16 του Συντάγματος, κατοχυρώνοντας το δικαίωμα στην εκπαίδευση και μιλώντας για ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, εννοεί την ανάπτυξη της χριστιανικής ορθόδοξης πίστης. Η μειοψηφία, στηριζόμενη στο ίδιο πλαίσιο διατάξεων, κινείται σε πιο φιλελεύθερο επίπεδο. Υποστηρίζει πως αυτό που προστατεύεται από τις συνταγματικές διατάξεις είναι το ενδιάθετο φρόνημα περί θρησκευτικής συνείδησης από κάθε κρατική εξουσία. Το γεγονός ότι το Ελληνικό Σύνταγμα επικαλείται στην κεφαλίδα του το όνομα της «Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», καθώς και το άρθρο 3 περί επικρατούσας θρησκείας δεν μπορεί και δεν πρέπει να επηρεάζει τη θρησκευτική ελευθερία.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, που τίθεται και πρέπει να τεθεί εδώ είναι αν το Σύνταγμα επιβάλλει τη διδασκαλία του ορθόδοξου χριστιανικού δόγματος. Βασική αποστολή του Κράτους είναι η προάσπιση της θρησκευτικής συνείδησης των πολιτών και όχι η διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής θέσης. Το Σύνταγμα δεν προστατεύει το ίδιο το φρόνημα, αλλά το δικαίωμα στην ελεύθερη διαμόρφωση του φρονήματος. Το άρθρο 3 του Συντάγματος σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει τη στατιστικά υπερισχύουσα θέση των ορθόδοξων χριστιανών στη μειοψηφία των μουσουλμάνων, ινδουιστών, καθολικών χριστιανών και άλλων θρησκευτικών δογμάτων. Από την έννοια της «επικρατούσας θρησκείας» του άρθρου αυτού δεν προκύπτει ότι υφίσταται μία θρησκεία που επικρατεί έναντι των λοιπών ή ότι επιβάλλεται μονοσήμαντα έναντι αυτών, αλλά ότι μπορούν λόγω της συνταγματικής αυτής αναγνώρισης να θεσπίζονται υπέρ της ορθόδοξης πίστης θετικές αποκλίσεις (π.χ. αργία τις Κυριακές). Σε κάθε όμως περίπτωση, όταν τίθενται ενώπιον του ανώτατου διοικητικού δικαστή ζητήματα δικαιωμάτων, η κρίση του επί αυτών εξαρτάται από την ιδιοσυστασία, την κοσμοθεωρία και τις προσωπικές του αντιλήψεις, κατά τη διαδικασία της ερμηνείας. Ποιο είναι, όμως, το όριο της επιτρεπτής εισχώρησης προσωπικών αντιλήψεων στη διαμόρφωση της δικανικής κρίσης στο πλαίσιο ενός δικαστικού συστήματος που διακρίνεται για τον ακτιβισμό του, όπως το ελληνικό;


Πηγές

  • ΣτΕ 600/2018
  • Το Σύνταγμα της Ελλάδος
  • Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)

Πηνελόπη Ανυφαντή

Είναι φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει λάβει μέρος σε σεμινάρια, ημερίδες καθώς και προσομοιώσεις λειτουργίας θεσμικών οργάνων της ΕΕ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά και έχει ολοκληρώσει ένα εξάμηνο φοίτησης στο Λουξεμβούργο στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus. Ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το δημόσιο και ευρωπαϊκό δίκαιο, αγαπάει τα βιβλία και την ποίηση και της αρέσει πολύ να ταξιδεύει.