Της Βάλιας Πλακουδάκη,

Από το 1603 η Αγγλία και η Σκωτία βρίσκονταν υπό τη βασιλεία του ίδιου μονάρχη, Ιακώβου Α’ και ΣΤ’. Παρ’ όλα αυτά, όπως είδαμε, δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα ενωμένο βασίλειο, όπως ήλπιζε στην αρχή της βασιλείας του. Η μετάβαση από τη βασιλική ένωση του 1603 στην κοινοβουλευτική ένωση που θα ακολουθούσε το 1707, ήταν κάθε άλλο παρά απρόσκοπτη.

Ο Ιάκωβος γνώριζε πολύ καλά ότι η θρησκεία και η πολιτική ήταν στενά συνδεδεμένες και ονειρευόταν πως η ένωση της Εκκλησίας της Σκωτίας με αυτήν της Αγγλίας θα ήταν το πρώτο βήμα προς τη δημιουργία ενός ενιαίου βασιλείου. Ωστόσο, οι δύο Εκκλησίες ήταν πολύ διαφορετικές, τόσο στη δομή τους, όσο και στο δόγμα. Οι Σκωτσέζοι ήταν δογματικά Καλβινιστές και θεωρούσαν τις πρακτικές της Εκκλησίας της Αγγλίας ελάχιστα καλύτερες από τον Καθολικισμό. Οι δογματικές διαφορές έγιναν ακόμα πιο έντονες με τις θρησκευτικές πολιτικές που εφάρμοσαν ο Ιάκωβος και οι διάδοχοί του.

Ο 17ος αιώνας στη Μεγάλη Βρετανία χαρακτηρίστηκε από αναταραχές, επαναστάσεις και εμφύλιους πολέμους, γεγονός που καθυστέρησε ακόμα περισσότερο την ουσιαστική ένωση των δύο εθνών. Η δεκαετία του 1690 ήταν μια περίοδος οικονομικής δυσπραγίας γενικότερα για την Ευρώπη και ειδικότερα για τη Σκωτία –μια περίοδος που χαρακτηρίστηκε από τεταμένες σχέσεις μεταξύ Αγγλίας και Σκωτίας-. Πριν το τέλος του αιώνα, η Σκωτία επιχείρησε να δημιουργήσει τη δική της αποικία στον Παναμά, όμως απέτυχε και η χώρα βρέθηκε στα όρια της χρεοκοπίας. Ως αποτέλεσμα, οι Σκωτσέζοι αριστοκράτες έγιναν ξαφνικά πρόθυμοι να επιδιώξουν τη συγχώνευση των δύο χωρών, ώστε να αναζωογονηθεί η οικονομία της χώρας και να αποκατασταθούν οι σημαντικές απώλειες που είχε υποστεί. Σταδιακά και οι δύο πλευρές άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι η ένωση θα προσέφερε τη μόνη αμοιβαία αποδεκτή λύση σε δύο βασικά προβλήματα: την ανάγκη της Σκωτίας για οικονομική ενίσχυση και την ανάγκη της Αγγλίας για πολιτικές διασφαλίσεις κατά των Γαλλικών επιθέσεων.

Στις αρχές του 18ου αιώνα στο θρόνο βρισκόταν η βασίλισσα Άννα, η οποία είχε ως στόχο τη βαθύτερη πολιτική ενοποίηση των δύο εθνών. Υπό την αιγίδα της βασίλισσας και των υπουργών της και στις δύο πλευρές των συνόρων, τα δύο Κοινοβούλια συμφώνησαν να συμμετάσχουν σε νέες διαπραγματεύσεις για μια συνθήκη ένωσης το 1705. Οι επίσημες διαπραγματεύσεις των Επιτρόπων της Αγγλίας και της Σκωτίας ξεκίνησαν στις 6 Απριλίου και ολοκληρώθηκαν στις 22 Ιουλίου 1706, στο Κόκπιτ του Λονδίνου. Οι προϋποθέσεις και των δύο πλευρών έγιναν δεκτές. Η Αγγλική πλευρά εξασφάλισε ότι η δυναστεία των Αννοβέριων θα διαδεχτεί τη βασίλισσα Άννα και η Σκωτσέζικη πλευρά έλαβε εγγύηση πρόσβασης στις αποικιακές αγορές, που θα βοηθούσε την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας. Τα δύο βασίλεια θα ήταν ενωμένα, θα υιοθετούνταν η προτεσταντική διαδοχή και το εμπόριο θα θεωρούνταν ελεύθερο και ίσο ανάμεσα σε όλα τα μέλη της Μεγάλης Βρετανίας.

Μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, τα νομοσχέδια έπρεπε να επικυρωθούν με ψηφοφορία και από τα δύο Κοινοβούλια. Στο Σκωτσέζικο Κοινοβούλιο είχαν δημιουργηθεί δύο αντίθετες παρατάξεις, η φιλοβασιλική παράταξη που υποστήριζε τα Αγγλικά συμφέροντα και η εθνική παράταξη που ήταν κατά της ένωσης με την Αγγλία. Η φιλοβασιλική παράταξη αποτελούνταν από αρκετά μέλη της αριστοκρατίας, όπως ο μαρκήσιος του Μοντρός και ο δούκας του Ρόξμπρα. Η εθνική παράταξη είχε ως ηγετικές φιγούρες, το δούκα του Χάμιλτον και το λόρδο του Μπελχέιβεν, οι οποίοι τάχθηκαν με πάθος εναντίον της ένωσης με την Αγγλία, τονίζοντας την ανάγκη για την προστασία της εθνικής ανεξαρτησίας της Σκωτίας.

Ο Δούκας του Κουίνσμπερι ήταν ο βασικός υπεύθυνος για την επιτυχή ψήφιση του νομοσχεδίου της ένωσης στο Σκωτσέζικο Κοινοβούλιο. Δέχτηκε έντονη κριτική από το λαό της Σκωτίας, αλλά στην Αγγλία έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής για τη δράση του. Το κλίμα που επικρατούσε στη Σκωτία ήταν τεταμένο καθώς η πλειοψηφία ήταν αντίθετη με την ένωση. Σε κάθε ένα Σκωτσέζο που ήταν υπέρμαχος της ένωσης, αντιστοιχούσαν ενενήντα εννέα που βρίσκονταν αντίθετοι. Ο φιλοβασιλικός Δούκας του Κουίνσμπερι είχε λάβει περίπου το ήμισυ της χρηματοδότησης που χορήγησε το θησαυροφυλάκιο του Γουεστμίνστερ για τον εαυτό του, γεγονός που δημιούργησε θεωρίες δωροδοκίας και «ξεπουλήματος» της χώρας. Το κλίμα έγινε τόσο εχθρικό εναντίον του που απαιτούσε προστασία ανά πάσα στιγμή, καθώς η σύζυγός του υποβλήθηκε σε λεκτικές προσβολές, επιθέσεις από πέτρες και κοπριά. Οι έντονες διαμαρτυρίες ήταν φυσικά μάταιες. Οι Πράξεις της Ένωσης ήταν μια συμφωνία μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων της Σκωτίας και της Αγγλίας και οι επιθυμίες της συντριπτικής πλειοψηφίας των Σκωτσέζων θα αγνοούνταν εντελώς. Το επίσημο νομοσχέδιο υπερψηφίστηκε στη Σκωτία τον Ιανουάριο του 1707 και λίγο αργότερα ψηφίστηκε και στην Αγγλία.

Μια ενδιαφέρουσα θεωρία στην ιστορία της Πράξης της Ένωσης είναι ο καλά τεκμηριωμένος ισχυρισμός ότι τα μέλη της αριστοκρατίας της Σκωτίας έλαβαν δωροδοκίες για να υπογράψουν τη συνθήκη -όχι από τους Άγγλους-, όπως συχνά πιστεύεται λανθασμένα, αλλά από τους συμπατριώτες τους. Οι ισχυρισμοί του ποιήματος του Ρόμπερτ Μπέρνς «Ένα τέτοιο κομμάτι απατεώνων σε ένα έθνος» που «αγοράστηκαν και πωλήθηκαν για αγγλικό χρυσό» ήταν πάντα ένα επίμαχο κομμάτι της ιστορίας, αλλά είναι αβάσιμοι. Σημαντικά χρηματικά ποσά καταβλήθηκαν σε αριστοκράτες που είχαν υποστεί σοβαρές απώλειες από την ανεπιτυχή προσπάθεια δημιουργίας αποικίας στον Παναμά -πολλοί από τους οποίους δεν ήταν καν μέλη της κυβέρνησης-.

Παρ’ όλο που δεν ήταν μία άμεση επιτυχία (το Εδιμβούργο κήρυξε πτώχευση το 1709, εν μέσω εμφυλίων αναταραχών), η Σκωτία τελικά αποκόμισε τα οφέλη της ένωσής της με την Αγγλία. Παρά τις αρχικές δυσκολίες λόγω της υψηλότερης φορολογίας, τα εμπορικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 2.500% μεταξύ 1707 και τα μέσα του 1800 -τρεις φορές περισσότερο από την αύξηση που σημειώθηκε στην Αγγλία-. Ως μέρος της μελλοντικής Βρετανικής αυτοκρατορίας, η Σκωτία θα συνέχιζε να ευημερεί όπως ποτέ άλλοτε.


Βιβλιογραφία

  • Devine, T. (2008). Scotland and the Union, 1707-2007. Edinburgh: Edinburgh University Press.
  • The Editors of Encyclopaedia Britannica. (2019). Act of Union. The Editors of Encyclopaedia Britannica, Encyclopædia Britannica, inc.
  • Fry, M. (2013). The Union: England, Scotland and the Treaty of 1707 (2013 ed.). Edinburgh: Birlinn Limited.

Βάλια Πλακουδάκη

Γεννήθηκε το 1994 στην Καλαμάτα. Είναι ιστορικός, απόφοιτη του τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών. Κατοικεί στο Εδιμβούργο από το 2017, όπου ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές της. Έχει ειδικευτεί στην σύγχρονη ελληνική και βυζαντινή ιστορία, καθώς και στην Αγγλοσαξονική και Σκωτσέζικη ιστορία της περιόδου 1300-1800. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα και ταυτόχρονα ασχολείται με τον εθελοντισμό.