Του Μανώλη Ανδριγιαννάκη,

Είναι αλήθεια πως η νέα ελληνική κυβέρνηση έχει θέσει ψηλά στην ατζέντα τα ενεργειακά και περιβαλλοντικά ζητήματα και δη το ζήτημα της απεξάρτησης της χώρας από το λιγνίτη και τα ορυκτά καύσιμα εν γένει. Ακολουθεί πιστά, θα μπορούσε να πει κανείς, τα κελεύσματα των διεθνών οργανισμών που έχουν σηκώσει εδώ και καιρό ψηλά το λάβαρο για την αντιμετώπιση της “κλιματικής αλλαγής” και την “ενεργειακή ουδετερότητα” σε ό,τι αφορά τον άνθρακα. Ο Πρωθυπουργός, μάλιστα, δεν δίστασε να υπερθεματίσει στους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεσμευόμενος, τον περασμένο Σεπτέμβριο στην ειδική σύνοδο των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα, το κλείσιμο όλων των λιγνιτικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2028 και ταυτόχρονα την αύξηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στο 35% του ενεργειακού μίγματος ως το 2030. Αρκετά φιλόδοξοι στόχοι, είναι η αλήθεια, πόσο όμως εφικτοί είναι και τι κόστος μπορεί να έχουν για τη χώρα και την ελληνική οικονομία;

Σε πρώτη φάση, ας αναλογιστούμε το εξής: σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, σε σχέση με τον ενεργειακό χάρτη της χώρας, παράγουμε μόλις το 39% της ενέργειας που καταναλώνουμε, ενώ εισάγουμε αντίστοιχα το 61%. Αυτό το στοιχείο καθιστά εξαρχής τη χώρα μας ενεργειακά εξαρτώμενη από τις εισαγωγές σε σημαντικό βαθμό. Από την ενέργεια που παράγει η Ελλάδα, το 77%(!) προκύπτει από την παραγωγή λιγνίτη και το 22% από τις ανανεώσιμες πηγές. Από την άλλη, εκ της εισαγόμενης ενέργειας για την κάλυψη των αναγκών της χώρας (61% επί του συνόλου), το 44% είναι πετρέλαιο και περίπου το 17% φυσικό αέριο, ενώ ακολουθούν σε μικρά μεγέθη και άλλες μορφές.

Είναι φανερό, λοιπόν, πως το 80% και πλέον της ενέργειας που καταναλώνουμε στη χώρα μας είναι από ορυκτά καύσιμα, όπως συμβαίνει δηλαδή και στην πλειοψηφία του ανεπτυγμένου κόσμου. Οι σύγχρονες οικονομίες έχουν χτιστεί πάνω στη μεγάλη κατανάλωση ενέργειας και στα πλεονεκτήματα που μας προσφέρουν τα ορυκτά καύσιμα εδώ και πολλές πολλές δεκαετίες -και παρά τις όποιες κλιματικές κραυγές- αυτό δεν δύναται να αλλάξει άμεσα. Ή προκειμένου να αλλάξει, το κόστος για την παγκόσμια οικονομία θα είναι δυσβάσταχτο και ενδεχομένως να απειλήσει την παγκόσμια ανάπτυξη. Σε μια περίπτωση απότομης, απροετοίμαστης ή και βιαστικής μεταστροφής στην ενεργειακή πολιτική παγκοσμίως, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο κρίσιμες από τις επιστημονικά αμφιλεγόμενες σε έκταση συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Μπορεί να μην φαίνεται αυτό εύκολα, αλλά, αν το καλοσκεφτεί κανείς, μια ενδεχόμενη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, χωρίς να έχει εξασφαλιστεί η αντιστάθμιση των ενεργειακών αναγκών από εξίσου αποδοτικές και αποτελεσματικές μορφές ενέργειας, θα έθετε σε κίνδυνο την παγκόσμια παραγωγή, με ό,τι σημαίνει αυτό για τον σύγχρονο τρόπο ζωής…

Επιστρέφοντας στα της χώρας μας, το κλείσιμο όλων των λιγνιτικών μονάδων συνεπάγεται τη διακοπή παραγωγής ενέργειας, που -όπως είδαμε- αντιστοιχεί στο 77% της εγχώριας παραγωγής. Αυτό με τη σειρά του ισοδυναμεί με τη συρρίκνωση της παραγωγής ενέργειας της Ελλάδας, που δεν είναι ικανή σε καμία περίπτωση να αντισταθμιστεί από το στόχο για αύξηση της παραγόμενης ανανεώσιμης ενέργειας στο 35%. Ταυτόχρονα, η αποδοτικότητα των ΑΠΕ τίθεται υπό συζήτηση, ενώ παρά τις πολλαπλές προσπάθειες και τις επιδοτήσεις στη χώρα μας παραμένουν ακόμα σε μέτρια επίπεδα και σημαντικά περιορισμένες. Δεν είναι δηλαδή σαφές εάν και εφόσον μπορούν οι ΑΠΕ να υποκαταστήσουν απόλυτα την πλήρη απεξάρτηση από το λιγνίτη μέσα σε μόλις 8 χρόνια.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Ελλάδα θα γίνει έτι περαιτέρω εξαρτώμενη από τις εισαγωγές ενέργειας. Σε μία εποχή που η ενεργειακή αυτονομία είναι μείζονος σημασίας για την εθνική ασφάλεια και την οικονομία, δεν ξέρω αν μια τέτοια πολιτική εξυπηρετεί πραγματικά τα ελληνικά συμφέροντα. Φαντάζει σαν να δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα προσπαθεί να λύσει, πάντα σε εθνικό επίπεδο. Οι υψηλότερες ανάγκες για ενέργεια θα οδηγήσουν μαθηματικά σε αύξηση του κόστους εισαγωγών, με αποτέλεσμα να πλήττεται τόσο η πραγματική οικονομία, όπως και τα δημόσια οικονομικά, με το εμπορικό ισοζύγιο να μπορεί να παρουσιάσει εκ νέου επιδείνωση.

Σε επίπεδο καθημερινότητας, είναι δυνατόν να πιστεύουμε πως μόνο μέσω των ανανεώσιμων πηγών μπορεί να φωτιστεί ολόκληρη η Αθήνα, για παράδειγμα, των 4 εκατομμυρίων κατοίκων, ή οι δεκάδες μεγάλες επιχειρήσεις με τεράστια κατανάλωση ενέργειας; Αν όχι, πάλι προφανώς θα οδηγηθούμε στη λύση των εισαγωγών ή στην καταστροφή. Οι λιγνιτικές μονάδες της χώρας, άλλωστε, ηλεκτροδοτούν σχεδόν τη μισή Ελλάδα, ενώ απασχολούν χιλιάδες εργαζόμενους και με καλές αμοιβές, που πλέον τίθενται εν αμφιβόλω. Πρέπει να υπάρξει μέριμνα, δηλαδή, για τον συγκεκριμένο -ιδιαίτερα παραγωγικό- τομέα της οικονομίας με μέτρα που θα βοηθήσουν στην απορρόφηση των εργαζομένων που κινδυνεύουν να χάσουν τη δουλειά τους. Βέβαια, παρά τις προσπάθειες που έχει καταβάλει ήδη η ΔΕΗ με επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές, στελέχη της δηλώνουν πως η πλήρη αναπλήρωση των θέσεων εργασίας, κατά τη μετάβαση, μοιάζει ακατόρθωτη. Σε μία εύθραυστη ακόμα οικονομία που παλεύει να εξέλθει μιας μακροχρόνιας πολυεπίπεδης κρίσης θα ήταν προτιμότερο να περιορίζονται τέτοιου είδους πειραματισμοί.

Διερωτώμαι, συνεπώς, από τη σκοπιά του εθνικού οφέλους, τι έχει να προσφέρει στην Ελλάδα η διακοπή της εγχώριας παραγωγής ενέργειας μέσω του λιγνίτη που φωτίζει εδώ και δεκαετίες τα ελληνικά σπίτια, έχοντας αναδείξει τη ΔΕΗ διαχρονικά ως έναν ενεργειακό γίγαντα για τη χώρα και την ευρύτερη περιοχή. Θα μπορέσουν τελικά να καλυφθούν επαρκώς οι ενεργειακές ανάγκες, χωρίς να πλήττεται περισσότερο η ενεργειακή αυτονομία της χώρας και η ίδια η οικονομία;

Από την άλλη, βέβαια, είναι κατανοητός ο ζήλος της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, όπως και ο σεβασμός στις διεθνείς συνθήκες για το κλίμα, αλλά μεταξύ μας η Ελλάδα δεν μπορεί να κάνει τη διαφορά. Ούτε υψηλούς ρύπους παράγει, ούτε με την αλλαγή του δικού της ενεργειακού μίγματος μπορεί να σώσει τον πλανήτη, αν θεωρήσουμε ότι όντως αυτός… κινδυνεύει. Στην ουσία, ούτε και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν δύναται να αλλάξει κάτι όσο οι κύριοι ρυπαντές, όπως η Κίνα, η Αμερική και εσχάτως η Ινδία και άλλες αναπτυσσόμενες χώρες, συνεχίζουν μια αντίθετη πολιτική. Η Ένωση έχει κάνει πολλά βήματα μπροστά σε αυτή την κατεύθυνση, έχοντας θέσει υψηλούς στόχους τους οποίους σταδιακά επιτυγχάνει, όμως εκ των πραγμάτων τελικά λόγω της θέσης της, ο ρόλος της περιορίζεται στο να δίνει το καλό παράδειγμα και να παρακινεί τις υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις να αναλάβουν δράση.

Σε κάθε περίπτωση, θέλω να πιστεύω πως έχουν γνώση… οι φύλακες και δεν προωθείται μια πολιτική που μπορεί να ζημιώσει τη χώρα, αποκλειστικά και μόνο για να ικανοποιηθούν οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι. Πιθανώς, βέβαια, όσα λέμε να αποδειχτούν υπερβολικά και να διαψευστούν, ωστόσο κρίνεται σκόπιμο να γίνει και αυτή η ανάλυση, προκείμενου να αντιληφθούμε τις προκλήσεις γύρω από μια τέτοια ρηξικέλευθη πολιτική απόφαση, όπως αυτή της κυβέρνησης για την απεξάρτηση από το λιγνίτη. Το παρόν άρθρο τίθεται στο πλαίσιο της διεύρυνσης του δημοσίου διαλόγου γύρω από τα ενεργειακά και φιλοδοξεί να αποτελέσει τροφή για σκέψη πάνω σε ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της εποχής μας.


Μανώλης Ανδριγιαννάκης

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999 και είναι προπτυχιακός φοιτητής στο τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του ΟΠΑ. Παρακολουθεί σεμινάρια και ημερίδες πολιτικής, οικονομίας, γεωπολιτικής και τεχνολογίας, ενώ συμμετέχει σε συνέδρια και προγράμματα προσομοίωσης πολιτικών θεσμών (Europa.S, ΠΠΔΣ, ΜΒΕ, MEUS). Στις δημοτικές εκλογές του 2019 ήταν υποψήφιος Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Βύρωνα, στην Αθήνα. Στο OffLine Post αρθρογραφεί πάνω σε θέματα οικονομικών και στο διάστημα Ιούνιος 2019-Ιούνιος 2020 έφερε την ιδιότητα του αρχισυντάκτη. "It's the economy stupid!".