Της Δήμητρας Χαρέλη,

Η κατάρα του σύγχρονου εκπαιδευτικού συστήματος είναι να μεταμορφώνεται με ασταμάτητους ρυθμούς, όπως συμβαίνει και με τον τρόπο εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τα πιο ευάλωτα θύματα αυτής της αλλαγής είναι οι μαθητές και οι γονείς, οι οποίοι πανικόβλητοι  αναζητούν τη «συνταγή επιτυχίας» για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν την καλύτερη εκδοχή μόρφωσης και κατ’ επέκταση μια αξιόλογη επαγγελματική αποκατάσταση. Αυτή είναι, λοιπόν, η ελληνική πραγματικότητα τα τελευταία χρόνια μέσα σε λίγες μόλις γραμμές.

Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού χαρακτήρα της σύγχρονης εκπαίδευσης, θα είναι πάντα αφορμή για την αιώνια «μάχη». Ουσιαστικά, η μεν ενισχύει τη δε. Τα δημόσια σχολεία λόγω της οικονομικής κρίσης -στην πλειοψηφία τους- δεν πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για μια εύρυθμη λειτουργία. Σοβαρές ελλείψεις, κυρίως κτιριακές, πολλές φορές έχουν θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια και την υγιεινή των μαθητών. Παλαιά κτήρια, έλλειψη θέρμανσης, προβλήματα στη μετακίνηση των μαθητών από απομακρυσμένες περιοχές και άλλα πολλά ακόμα άλυτα θέματα, καθιστούν τη δημόσια εκπαίδευση κόκκινο πανί. Όλα αυτά τα μαρτυρά και η τελευταία θέση που έλαβε η χώρα μας στην Ε.Ε. σχετικά με τις δημόσιες δαπάνες για την παιδεία.

Σε μια χώρα που «παράγει» περισσότερους εκπαιδευτικούς από όσους μπορεί να απορροφήσει, είναι τρομακτικό το ποσοστό ελλείψεων από εκπαιδευτικούς που σημειώνεται σε ορισμένες περιοχές. «Αίθουσες με άδειες έδρες και χαμένες διδακτικές ώρες», αφού δεν υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος να μεταφράσει κανείς αυτό που συμβαίνει. Στο βωμό της λοιπόν, καίγεται καθημερινά το όνομα και η υπόληψη του εκπαιδευτικού, ο οποίος πλέον διαθέτει πολλά περισσότερα από τα προαπαιτούμενα προσόντα. Κατάφερε να διοριστεί  μέσα από τους ψυχοφθόρους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ, αφού πρώτα στάθηκε για πολύ καιρό στην ουρά της ανεργίας. Έχει να αντιμετωπίσει, λοιπόν, την αύξηση του διδακτικού ωραρίου -εκτός από την εργασία και την προετοιμασία του στο σπίτι- και έναν απαξιωτικό μισθό που δεν αντιστοιχεί σίγουρα, ούτε στην κατάρτισή του ούτε στο προσωπικό του έργο μέσα στην τάξη. Και παρόλα αυτά, θα συνεχίσει με τους ίδιους ρυθμούς να κάνει τη δουλειά του χωρίς τα απαραίτητα τεχνολογικά εργαλεία και αύριο θα συνεχίσει να δέχεται τα χτυπήματα της παραπαιδείας και να προσαρμόζεται στη βαθμοθηρία που επιβάλλει το σύστημα και στη διαιώνισή της, άσχετα με το αν συμφωνεί ή όχι.

Στην αντίπερα όχθη βρίσκονται τα ιδιωτικά σχολεία, τα οποία εδραιώνουν την παρουσία τους ακόμα και σε καιρούς οικονομικής κρίσης. Οι άριστες εγκαταστάσεις, οι οργανωμένες βιβλιοθήκες με τεχνολογικά βοηθήματα και το εμπλουτισμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που παρέχουν είναι αντάξιο ομολογουμένως των διδάκτρων που απαιτούν. Τελικά, ο λόγος που τα καθιστά «ανώτερα» είναι οι άρτιες παροχές που προσφέρουν; Ή μήπως η παραδοσιακή νοοτροπία του Έλληνα να «εκτιμά» μόνο αυτό που «αγοράζει» και να «απαξιώνει» πλήρως οτιδήποτε του προσφέρεται δωρεάν;

Καθώς ψάχνουν όλοι το ιδανικό, χάσανε την ουσία κάπου στη μέση. Το ζητούμενο είναι η παραγωγή δυνατών προσωπικοτήτων, ικανών να ανταπεξέλθουν στο μελλοντικό επαγγελματικό ανταγωνισμό, και άξιων να αντιμετωπίζουν κατάματα τις ανάγκες της κοινωνίας. Η δωρεάν παιδεία ήταν ανέκαθεν ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα που έχουν σημειωθεί στην ιστορία  της εκπαίδευσης και αυτό που την καθιστά υψίστης σημασίας είναι το δικαίωμα όλων σε αυτή, ανεξαρτήτως της οικονομικής τους κατάστασης. Ο σχολικός μικρόκοσμος που θα επιλεχθεί για ένα παιδί είναι σημαντικός, καθώς εκτός από την πληθώρα γνώσεων, προμηθεύεται αξίες, υιοθετεί πρότυπα και προετοιμάζεται για τη μετέπειτα ένταξή του στην κοινωνία. Τη μεγαλύτερη ευθύνη, όμως, για την κοινωνική παιδεία έχει και θα εξακολουθήσει να έχει πρωτίστως η οικογένεια!


Δήμητρα Χαρέλη

Γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1995 στην Χαλκιδική. Είναι απόφοιτη του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας (Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης) με έντονο ενδιαφέρον για γραφή και ανάγνωση ποίησης και λογοτεχνίας.